ΔΝΤ: Ελάφρυνση του χρέους για να καταστεί βιώσιμο και "γενναίες" πολιτικές

Παρά τις τεράστιες θυσίες της Ελλάδας και την γενναιόδωρη υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, υποστήριξαν τα περισσότερα μέλη τη ΔΣ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μετά την ολοκλήρωση του Εκτελεστικού Συμβουλίου.

Τόνισαν δε, την ανάγκη αυτή η ανακούφιση χρέους να συνδεθεί με ρεαλιστικές παραδοχές σχετικά με την ικανότητά της Ελλάδας να παράγει συνεχή πλεονάσματα και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Οι διευθυντές υπογράμμισαν, ωστόσο, ότι η ελάφρυνση του χρέους θα πρέπει να συμπληρωθεί με την ισχυρή εφαρμογή πολιτικών για την αποκατάσταση της ανάπτυξης και της βιωσιμότητας.

Τα μέλη του Δ.Σ. τόνισαν τη σημασία της ανάπτυξης ρεαλιστικών προβλέψεων και στόχων, τη σημασία εξασφάλισης επαρκούς χρηματοδότησης και ελάφρυνσης του χρέους, και την ανάληψη μιας δημοσιονομικής προσαρμογής με μέτρα υψηλής ποιότητας και με έναν ρυθμό συνεπή με την ικανότητα εφαρμογής των μέτρων από τη χώρα, και με την υιοθέτηση μιας αλληλουχίας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με βάση την ισχυρή ιδιοκτησία του προγράμματος.

Στην ανακοίνωσή του, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του Εκτελεστικού Συμβουλίου, το ΔΝΤ τονίζει ότι η χώρα μας σημείωσε σημαντική πρόοδο στη μείωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα. Όμως, υπογραμμίζεται, η εκτεταμένη δημοσιονομική εξυγίανση και η εσωτερική υποτίμηση έχουν οδηγήσει σε υψηλό κόστος την κοινωνία, ως αποτέλεσμα της μείωσης των εισοδημάτων και της εξαιρετικά υψηλής ανεργίας.

Τα μεγάλα κόστη προσαρμογής, καθώς και η σημαντική πολιτική αστάθεια που ακολούθησε – αναφέρει η ανακοίνωση – συνέβαλαν σε καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων από την τελευταία έκθεση του άρθρου 4, οι οποίες κορυφώθηκαν με την κρίση εμπιστοσύνης στα μέσα του 2015.

Στη δήλωση σημειώνεται ότι:

«Η οικονομική κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί από τότε, καθώς οι Αρχές ξεκίνησαν ένα νέο πρόγραμμα προσαρμογής που υποστηρίζεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Το νέο πρόγραμμα αποσκοπεί στην ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών, στην αποκατάσταση της υγείας του τραπεζικού τομέα, και στην ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης. Οι αρχές έχουν νομοθετήσει μια σειρά από σημαντικές δημοσιονομικές, χρηματοπιστωτικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Το Ταμείο σημειώνει ότι η Ελλάδα, υποστηριζόμενη από τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις και τη χρηματοδότηση από τους Ευρωπαίους εταίρους της, επέστρεψε σε μέτρια ανάπτυξη το 2016.

«Η ανάπτυξη αναμένεται να επιταχυνθεί τα επόμενα χρόνια, κάτι που εξαρτάται από την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής των αρχών, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας εξάλειψης των κεφαλαιακών ελέγχων που εισήχθησαν στα μέσα του 2015».

Συνεχίζει λέγοντας ότι με βάση το τρέχον πρόγραμμα προσαρμογής η μακροχρόνια ανάπτυξη αναμένεται να φθάσει μόλις λίγο κάτω από το 1% του ΑΕΠ και το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα σε περίπου 1,5% του ΑΕΠ. Προσθέτει ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι για τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν σημαντικοί και σχετίζονται είτε με την ελλιπή είτε με την καθυστερημένη εφαρμογή των πολιτικών. Το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 179% του ΑΕΠ στο τέλος του 2015, και δεν είναι βιώσιμο, τονίζεται.

Στην ανακοίνωση αποκαλύπτεται ότι οι περισσότεροι Εκτελεστικοί Διευθυντές συμφώνησαν με την αξιολόγηση των στελεχών του Ταμείου που ασχολούνται με την Ελλάδα και σημειώνει ότι μερικά μέλη του Δ.Σ. είχαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη δημοσιονομική πορεία και τη βιωσιμότητα του χρέους.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα μέλη του Δ.Σ. επαίνεσαν τις ελληνικές Aρχές για τη σημαντική οικονομική προσαρμογή και τη διόρθωση των ανισορροπιών από το 2010 και μετά, μέσω σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Αναγνώρισαν επίσης ότι αυτή η προσαρμογή είχε ένα βαρύ τίμημα για την κοινωνία που, σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά φτώχειας και ανεργίας, συνέβαλαν στην επιβράδυνση της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων.

Τα μέλη του Δ.Σ. προέτρεψαν τις αρχές να επιταχύνουν την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων για να εξασφαλιστεί μια επιστροφή σε υψηλότερη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, αλλά και η βιωσιμότητα του χρέους.

Στην ανακοίνωση σημειώνεται ότι δεδομένου ότι ακόμα υφίστανται σημαντικοί καθοδικοί κίνδυνοι το Διοικητικό Συμβούλιο τόνισε ότι οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, στην εξυγίανση των ισολογισμών και στην άρση των εμποδίων για την ανάπτυξη.

Τα περισσότερα μέλη του Δ.Σ. συμφώνησαν ότι δεν απαιτείται περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση αυτή τη στιγμή από την Ελλάδα, με δεδομένη την εντυπωσιακή προσαρμογή η οποία αναμένεται να φέρει το μεσοπρόθεσμο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα στο περίπου 1,5% του ΑΕΠ, ενώ ορισμένοι διευθυντές τάχθηκαν υπέρ της καταγραφής πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση το Δ.Σ. του Ταμείου τάχθηκε υπέρ της εξισορρόπησης της δημοσιονομικής πολιτικής με διεύρυνση της φορολογική βάσης στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων και τον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών δαπανών, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για στοχευμένη κοινωνική στήριξη προς ευπαθείς ομάδες με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Είναι σημαντικό ότι τα περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ευνόησαν μια δημοσιονομικά ουδέτερη «επανεξισορρόπηση». Όμως μερικά μέλη θεώρησαν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να στηρίξουν προσωρινά υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά θα υλοποιηθούν μόλις το παραγωγικό κενό κλείσει, έτσι ώστε οι επιπτώσεις στην ανάκαμψη να ελαχιστοποιηθούν.

Τα μέλη του Δ.Σ. έκαναν έκκληση για ανανέωση των προσπαθειών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την αντιμετώπιση του μεγάλου επιπέδου των φορολογικών οφειλών. Ενθάρρυναν δε τις αρχές να ενισχύσουν τη φορολογική διοίκηση, να επικεντρωθούν στις προσπάθειες ελέγχου μεγάλων φορολογουμένων και να ενισχύσουν την εφαρμογή του πλαισίου κατά του ξεπλύματος χρήματος. Έκαναν, επίσης, έκκληση για μια συνολική αναδιάρθρωση του συστήματος ρύθμισης οφειλών με βάση την ικανότητα των οφειλετών να πληρώσουν και καλωσόρισαν τα σχέδια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου οργανισμού εσόδων.

Ακόμα, τα μέλη του Δ.Σ. τόνισαν την ανάγκη για μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων για να υποστηριχτεί η πιστωτική επέκταση. Ενθάρρυναν δε τις αρχές να ενισχύσουν το νομικό πλαίσιο για την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους, συμπεριλαμβανομένων του εξωδικαστικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών, και να αξιοποιήσουν πλήρως το εποπτικό πλαίσιο, δίδοντας κίνητρα στις τράπεζες να θέσουν φιλόδοξους στόχους μείωσης των κόκκινων δανείων.

Τα μέλη του Δ.Σ. τόνισαν ότι η εξασφάλιση επαρκών κεφαλαίων είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των τραπεζών. Υποστήριξαν δε όσο ταχύτερα γίνει πως η άρση των κεφαλαιακών περιορισμών στη βάση ενός χάρτη με συγκεκριμένα ορόσημα τόσο θα διασφαλιστεί η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας με την εξασφάλιση επαρκούς ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.

Τα μέλη του Δ.Σ. ενθάρρυναν τις ελληνικές αρχές να επιταχύνουν την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αν και αναγνώρισαν ότι το βάρος της προσαρμογής έχει πέσει δυσανάλογα στους μισθωτούς υπογράμμισαν την ανάγκη να διατηρηθούν και να μην αντιστραφούν οι υφιστάμενες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και να συμπληρωθούν με επιπρόσθετες προσπάθειες προς την κατεύθυνση των ομαδικών απολύσεων σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές, το το άνοιγμα των υπολοίπων κλειστών επαγγελμάτων, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη διευκόλυνση των επενδύσεων και των αποκρατικοποιήσεων.

Ακόμα, υπογράμμισαν την ανάγκη να διατηρηθεί και να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των στατιστικών πληροφοριών και των στατιστικών συστημάτων.

Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα του 2012, τα μέλη του Δ.Σ. επικρότησαν την εκ των υστέρων αξιολόγηση του δανειακού προγράμματος του ΔΝΤ με την Ελλάδα της περιόδου 2012-16. Σε γενικές γραμμές συμφώνησαν ότι η αξιολόγηση παρείχε μια χρήσιμη βάση για τη συζήτηση των διδαγμάτων από το εν λόγω πρόγραμμα.

Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι η επόμενη έκθεση του άρθρου 4 για την ελληνική οικονομία αναμένεται σε 12 μήνες.

 

Η έκθεση

Τέσσερις προκλήσεις για την ελληνική οικονομία διαπιστώνει η Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Άρθρου 4) η οποία θα συζητηθεί σήμερα και παρουσιάζει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Όσον αφορά στο Δημόσιο Χρέος, το ΔΝΤ το χαρακτηρίζει εξαιρετικά μη διατηρήσιμο (βιώσιμο) προτείνοντας σειρά μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση. Το Ταμείο υποστηρίζει κατ΄ αρχήν ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να εφαρμοστεί μία “δημοσιονομικά ουδέτερη πολιτική” επισημαίνοντας ότι δεν απαιτείται περαιτέρω προσαρμογή περάν αυτής η οποία ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο, όπως αναφέρει, απαιτούνται “δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις” όπως μείωση του αφορολόγητου προκειμένου να διευρυνθεί η φορολογική βάση καθώς και αντιμετώπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής.

Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, το ΔΝΤ εφιστά την προσοχή, καθώς θα πρέπει τα κόκκινα δάνεια να μειωθούν δραστικά. Παράλληλα, διαπιστώνει ότι θα πρέπει να ενισχυθούν οι κανόνες διοικητικής διακυβέρνησης των τραπεζών, και να αρθούν οι περιορισμοί που ισχύουν στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) το ταχύτερο δυνατό.

Τέλος το ΔΝΤ ζητά πιο φιλόδοξες “μεταρρυθμίσεις” στις αγορές εργασίας – προϊόντων- και υπηρεσιών οι οποίες θα διευκολύνουν την ανάκαμψη της οικονομίας.

1. Πρώτη πρόκληση σύμφωνα με το ΔΝΤ συνιστά η μείωση των συντάξεων, καθώς όπως διαπιστώνει το υφιστάμενο σύστημα δεν είναι βιώσιμο και στηρίζεται κατά κύριο λόγο από τους υψηλούς φόρους.

Σύμφωνα με το Ταμείο, το τελευταίο πακέτο των μέτρων που συμφωνήθηκαν με τον ESM αναμένεται να αποδώσει περίπου 4% του ΑΕΠ ως το 2018. Ωστόσο το πακέτο αυτό στηρίζεται κατά μείζονα λόγο (3% του ΑΕΠ) στην αύξηση των εσόδων. Η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 1% που προβλέπεται στον αυτόματο μηχανισμό διόρθωσης, δεν επιλύει τις στρεβλώσεις του ασφαλιστικού συστήματος το οποίο αντιμετωπίζει ένα έλλειμμα που αντιστοιχεί στο 11% του ΑΕΠ της χώρας, έναντι ελλείμματος 2,5% κατά μέσο όρο στις χώρες της ευρωζώνης.

* Στο σημείο αυτό το ΔΝΤ επαναφέρει το ζήτημα της μείωσης του αφορολογήτου καθώς όπως αναφέρει το 50% των μισθωτών και συνταξιούχων βρίσκονται κάτω από το όριο αυτό με αποτέλεσμα να μην πληρώνουν καθόλου φόρο, ενώ το ποσοστό αυτό στις άλλες χώρες της ΕΕ ανέρχεται μόλις σε 8%.

2.  Δεύτερη πρόκληση αφορά στην αναποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης και της επακόλουθης αύξησης του χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην εφορία.
Το ΔΝΤ αναφέρει ότι συνολικά τα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο φτάνουν το 70% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Το πρόβλημα επιτείνεται από τις “πολιτικές παρεμβάσεις” στις φορολογικές αρχές, τις οποίες έχουν διακριβώσεις επανειλημμένως οι τεχνοκράτες του Ταμείου.
3.  Οι τράπεζες και οι αδύναμοι ισολογισμοί τους σε συνάρτηση με τον τρόπο διοίκησης τους συνιστούν την τρίτη πρόκληση. Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι οι προσπάθειες οι διοικήσεις των τραπεζών να λειτουργήσουν χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις δεν έχει ακόμη αποδώσει, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα όσα έχουν συμβεί με την επιλογή του επικεφαλής του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
4. Οι δομικές ακαμψίες οι οποιίες εμποδίσουν την χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη της οικονομίας, αποτελούν την τέταρτη πρόκληση.
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι το βάρος της προσαρμογής που συντελέστηκε την περίοδο 2010-11 το έφεραν οι μισθωτοί. Ωστόσο, όπως διαπιστώνει, παρά την σημαντική μείωση των μισθών, οι τιμές στην αγορά ελάχιστα μόνον έχουν προσαρμοστεί προς τα κάτω. Έτσι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) υπολείπεται κατά 5% έως 10%. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα έχουν οξυνθεί στην περίοδο της κρίσης.

** Για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το ΔΝΤ εκτιμά ότι το ΑΕΠ μετά από αύξηση 0,4% το 2016 θα αυξηθεί κατά 2,7% φέτος. Για το 2018 η ανάπτυξη αναμένεται να φθάσει το 2,6% και το 2,4% το 2019. Το πρωτογενές πλεόνασμα στον Προϋπολογισμό από 1% το 2016 θα φθάσει το 1,8% το 2018, πρόβλεψη η οποία ευθύνεται κατά κύριο λόγο για την εκτίμηση του ΔΝΤ περί μη βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους. Ωστόσο οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε κινδύνους και προϋποθέτουν κατά κύριο λόγο την έγκαιρη υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής (Μνημονίου).
 

Η Έκθεση Βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το Δημόσιο Χρέος της Ελλάδος είναι εξαιρετικά μη διαχειρίσιμο (highly unsustainable) τόσο εξαιτίας του ύψους του (προβλέπεται ότι θα φθάσει το 170% του ΑΕΠ το 2020 για να μειωθεί ελαφρώς στο 164% το 2022 μέχρι να εκτιναχθεί στο 275% το 2060), όσο και των χρηματοδοτικών αναγκών που θα χρειαστεί η χώρα για την εξυπηρέτηση του. Οι δαπάνες αυτές θα ξεπεράσουν το φράγμα του 15% του ΑΕΠ το 2024 και το 20% το 2031 για να φθάσουν το 33% το 2040.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι απαιτείται μία ουσιαστική αναδιάρθρωση των όρων των δανείων που έχουν χορηγήσει οι Ευρωπαίοι στην Ελλάδα προκειμένου να αποκατασταθεί η “βιωσιμότητα” του Χρέους.
Στον πλαίσιο αυτό το ΔΝΤ προτείνει, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα κυμαίνονται μεσοπρόθεσμα στο 1% με 1,5% του ΑΕΠ μεταξύ άλλων:

– Να παραταθεί έως το 2040 η περίοδος χάριτος, το οποίο συνεπάγεται μία παράταση κατά 6 ετων των δανείων του ESM και κατά 17 έως 20 ετών για τα διακρατικά δάνεια και εκείνα που έχει χορηγήσει ο EFSF.

– Παράταση του χρόνου λήξης των δανείων έως το 2070, το οποίο οδηγεί σε παράταση του χρόνου αποπληρωμής των διακρατικών δανείων κατά 30 χρόνια, και έως 14 χρόνια για τα δάνεια του EFSF, και 10 χρόνια για τα δάνεια του ESM,.
– Αναβολή στην καταβολή τόκων έως το 2040 με κεφαλαιοποίηση τους. Η αποπληρωμή τους προτείνεται να επιμηκυνθεί έως το 2070 και να πραγματοποιηθεί με ισόποσες δόσεις.
– “Κλείδωμα των επιτοκίων” όλων των δανείων που έχουν χορηγήσει ο ESM και ο ΕFSF (περίπου 200 δια. ευρώ ή 113% του ΑΕΠ), τουλάχιστον για 30 χρόνια. Το επιτόκιο των δανείων αυτών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 1,5%.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Comments: 0

Your email address will not be published. Required fields are marked with *

2 − 1 =