Μετανεωτερική Τουρκία: Η λαϊκή μονοκρατία του Ερντογάν

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

 

Εξαρχής έγινε αντιληπτό ότι η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία θα οδηγούσε κυρίως σε έναν μονιμότερο χαρακτήρα συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια του ενός, εν προκειμένω του Ερντογάν, ο οποίος σταδιακά «προσωποποιεί» την κρατική εξουσία και θεωρείται ότι εκφράζει τον λαό και δεν του επιβάλλεται.

Στην πραγματικότητα, όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο- όπως, άλλωστε, σε κάθε λαϊκή μονοκρατία. Ο λαός απλώς προσχωρεί «ομοθύμως» και εν ανάγκη δια της βίας. Η επιβολή επιτυγχάνεται με έντονη προπαγάνδα και με περιστολή ελευθεριών – ευτυχώς ακόμη η Τουρκία δεν έχει φτάσει στο επίπεδο να διαχέει την πολιτική της ιδεολογία μέσω ενός μόνο κοινοβουλευτικού κόμματος! Σε κάθε περίπτωση και δεδομένης της διευρυμένης κλίμακας εκκαθαρίσεων αντιφρονούντων, το τουρκικό κράτος καταλαμβάνει σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής. Με λίγα λόγια σταδιακά επικρατεί ο ολοκληρωτισμός. Γι’ αυτό και η είδηση ότι η Τουρκία εκτόξευσε τον πρώτο πύραυλο μεγάλου βεληνεκούς μας υπενθυμίζει ότι και η Β. Κορέα αυτό το διάστημα εκτοξεύει πυραύλους-για να μη γυρίσουμε κάποιες δεκαετίες πίσω, στην πρώτη εκτόξευση πυραύλου που έγινε ποτέ, δηλαδή στον V2 του Χίτλερ…

Σε ό,τι αφορά στην περιστολή των ελευθεριών στη γειτονική χώρα, υπήρξε ευκολότερο εγχείρημα απ’ ότι μπορεί αρχικώς να υπολογιζόταν, εξαιτίας ακριβώς της απόπειρας πραξικοπήματος. Σηματοδότησε την έναρξη μιας ευρύτατης εκκαθάρισης στις ένοπλες δυνάμεις, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη δικαιοσύνη. Η σύγχυση των εξουσιών, στην οποία δεν θα αναφερθούμε, είναι αναπόφευκτη και δεδομένη σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Οι εκκαθαρίσεις, ωστόσο, που οδηγούν μοιραία σε αυτή τη σύγχυση, είχαν στόχο σε πρώτη φάση τον πλήρη έλεγχο του κράτους από το κόμμα του Ερντογάν. Κατά πόσο αυτό θα εξελιχθεί σε μια πραγματική λαϊκή μονοκρατία στο μοντέλο του Χίτλερ, του Ντούτσε και του Στάλιν, δηλαδή ενός μόνο κόμματος κι ενός «οδηγητή», αποτελεί ένα ζητούμενο. Σε τελευταία ανάλυση εξακολουθούν να υφίστανται και άλλα πολιτικά κόμματα.

Ελέγχοντας πλήρως, από τη μία πλευρά, το στράτευμα και την εσωτερική πολιτική σκηνή μετά από το δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος και από την από την άλλη πλευρά φανατίζοντας μια κοινωνία ιδεολογικά διαιρεμένη, εφευρίσκοντας εξωτερικούς εχθρούς που στόχο έχουν την κατάρρευση της χώρας, ο Ερντογάν κινείται στα χνάρια των «οδηγητών» του περασμένου αιώνα και κυρίως του Χίτλερ.

Άλλωστε, πέρα από την ιστορική στρατιωτική και πολιτική συμμαχία Τουρκίας και Γερμανίας -η σημερινή επιθετική ρητορική Άγκυρας και Βερολίνου είναι μάλλον πρόσκαιρη- οι δύο χώρες είχαν κατά το πρώτο ήμισυ του προηγούμενου αιώνα παρόμοια τακτική στο εσωτερικό τους. Ο χριστιανικός εχθρός στο εσωτερικό της Τουρκίας, δηλαδή οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, ήταν ο εβραϊκός εφιάλτης για τον Χίτλερ λίγες δεκαετίες αργότερα. Το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης είχε ως προηγούμενο τη γερμανική νύχτα των κρυστάλλων.

Η βασική διαφορά Τουρκίας και Γερμανίας είναι ίσως ότι ο μεν χίτλερ οραματιζόταν και πέτυχε με όρους υψηλής στρατηγικής μιαν υπερεξάπλωση, η οποία θα ήταν μοιραία για την πορεία του πολέμου που εξαπέλυσε. Με λόγια λόγια η εξάπλωση στα Βαλκάνια ή τη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ούτε αυτοσκοπός-επιβλήθηκε δηλαδή για στρατηγικούς λόγους- ούτε βεβαίως μπορούσε να παγιωθεί.

Η χιτλερική Γερμανία, λοιπόν, διεκδικούσε εδάφη ως «ζωτικό χώρο». Η ερντογανική Τουρκία από την άλλη διεκδικεί εδάφη που θεωρεί ότι δικαιωματικά (;) της ανήκουν, δεδομένου ότι προτού γίνουν ελληνικά, ή συριακά, ανήκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεωρεί, δηλαδή, ότι στη δυτική Θράκη οφείλει να επανέλθει η τουρκική κυριαρχία επειδή αφενός έχει μουσουλμανικό στοιχείο (το οποίο τεχνηέντως βαπτίζει τουρκικό), αφετέρου ανήκε στην οθωμανική Τουρκία-κατά το πρότυπο της Γαλλίας που θεωρούσε ανέκαθεν την Αλσατία και τη Λωραίνη, παρά το έντονο γερμανικό τους στοιχείο, ως γαλλικό έδαφος και ανέμενε εναγωνίως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποβλέποντας στην απόσπασή τους από την αυτοκρατορική Γερμανία.

Επιχειρώντας να υπερβεί τον Κεμάλ και να αντικαταστήσει τη σύγχρονη κεμαλική δημοκρατία- της οποίας θεματοφύλακες δεν υπήρξαν ποτέ τα πολιτικά κόμματα της γειτονικής χώρας αλλά …ο στρατός -ο Ερντογάν θεωρεί ότι η μετανεωτερική Τουρκία δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου δυτικού κράτους και άρα ο μόνος τρόπος για να υφίσταται είναι μέσω δημιουργίας μιας «ισλαμικής μονοκρατίας».

Σε καμία περίπτωση η διακυβέρνηση Ερντογάν δεν επιθυμεί την «ιρανοποίηση» της χώρας του. Όμως μπροστά στο δίλημμα μιας εσωτερικής απομόνωσης, δηλαδή να έχει απέναντί του τα κόμματα της αντιπολίτευσης που πρεσβεύουν το κεμαλικό κράτος και άρα έχουν το βλέμμα στη Δύση και φυσικά τον στρατό, υιοθετεί πλήρως τον ακραίο εθνικισμό ο οποίος θρέφει και θρέφεται από το χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο της ανατολικής Ανατολίας. Των κατοίκων, δηλαδή, που επηρεάζονται άμεσα από το ισλαμικό στοιχείο εξαιτίας ακριβώς της γειτνίασής του με τα αραβικά κράτη και οι οποίοι καλούνται και θα κληθούν να σηκώσουν τα τείχη της αντίστασης ενάντια στην προοπτική δημιουργίας ενός Κουρδιστάν.

Εξάλλου, αυτό αποτελεί και το πρώτο ουσιαστικό πρόβλημα της Τουρκίας. Η «ισλαμική μονοκρατία» που εγκαθιδρύει ο Ερντογάν αξιώνει εδάφη και αναθεώρηση συνθηκών, γνωρίζοντας ότι μόνο μέσω επιθετικής πολιτικής, ενός «παζαριού» με τους ισχυρούς δρώντες, θα μπορέσει να διατηρήσει τα υφιστάμενα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι θεωρεί πως συγκαταλέγεται στους ισχυρούς δρώντες. Η περίοδος του σιδηρούν παραπετάσματος και η γεωστρατηγική της αναβάθμιση παρήγαγε τη σύγχρονη πολιτική της ιδεολογία και την υπερφίαλη ρητορική της πολιτικής της ελίτ. Ουδείς, ωστόσο, από τους παγκόσμιους ισχυρούς δρώντες θα επιθυμούσε μια ισχυρή Τουρκία με ρόλο και λόγο στη Μέση Ανατολή, στο πεδίο των παγκόσμιων ενεργειακών συμφερόντων. Μην ξεχνούμε πως όταν η Γερμανία διεκδίκησε ρόλο και λόγο, θίγοντας τα συμφέροντα των ισχυρών της εποχής, η ανθρωπότητα οδηγήθηκε σε δύο παγκόσμιες πολεμικές συρράξεις.

 

 

 

 

 

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού