Η ύφεση της οικονομίας δεν έφυγε ποτέ

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Η κυβέρνηση φιλοδοξεί με την ολοκλήρωση του υφιστάμενου προγράμματος να μπορεί η χώρα να απευθυνθεί στις αγορές. Κάτι τέτοιο αποτελεί  και την επιδίωξη των Ευρωπαίων εταίρων, δεδομένου ότι ουδείς είναι πρόθυμος να συνεχίσει να δανείζει την Ελλάδα.

Βεβαίως, το πρόβλημα είναι –και το πρόβλημα αυτό καταδεικνύει πόσο εσφαλμένα είναι τα προγράμματα που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα και στα οποία έχουν συναινέσει οι πολιτικοί της χώρας- ότι προκειμένου να μπορεί να απευθυνθεί στις αγορές η Ελλάδα θα πρέπει να έχει δείξει κάποια βελτίωση στα δημοσιονομικά της, ή ορθότερα να έχουν μπει τα δημοσιονομικά της σε βιώσιμη τροχιά.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι τα προγράμματα αυτά δεν σκοπεύουν στη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά στη διασφάλιση ότι η χώρα θα αποπληρώσει όσα έχει δανειστεί. Θα ρωτήσει κάποιος: Μα για να είναι σε θέση η Ελλάδα να αποπληρώνει τις διεθνείς της υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να «τζιράρει» χρήμα, να «κερδίζει», να «αναπτύσσεται» η οικονομία της; Η απάντηση είναι προφανής: Φυσικά.

Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συμβαίνει σήμερα. Αυτό που συμβαίνει είναι η συρρίκνωση του ατομικού εισοδήματος, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται και ως λογική κίνηση. Δηλαδή από τη στιγμή που το Δημόσιο πρέπει να περιορίσει τις δαπάνες του, τι πιο λογικό απ’ το να περικόψει μισθούς και συντάξεις, κονδύλια για Υγεία, Παιδεία, κλπ. Τόσο – όσο και με σταδιακό τρόπο, ώστε το «βατραχι» να «σιγοβράζει», χωρίς να διαμαρτύρεται. Να προσαρμόζεται, δηλαδή, στα νέα δεδομένα, όπως είπε και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στη φετινή ΔΕΘ.

Το πρόβλημα είναι ότι με αυτή την πολιτική, η οποία συνδυάζεται με φορολογική επιδρομή, προκειμένου να διασφαλίζονται οι εισπράξεις από τους δανειστές, αφενός εξαντλεί το εισόδημα των νοικοκυριών, αφετέρου μειώνει το ΑΕΠ με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην αύξηση του χρέους. Μπορεί η ΕΛΣΤΑΤ να δημοσιοποιεί όσους αριθμούς θέλει και η κυβέρνηση να μιλά για καταστροφολογίες, κλπ. Η ουσία είναι μία: Είμαστε σε ύφεση. Και εφόσον δεν υπάρχει δείγμα ουσιαστικής ανάπτυξης, αλλά αριθμητική αλχημεία, καμία απολύτως αγορά δεν θα χαρακτηρίσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, χωρίς μια αναδιάρθρωσή του, έστω με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του.

Η δε ανάγκη της Ελλάδας να βγει από αυτό τον φαύλο κύκλο στον οποίο έχει εντάξει την κοινωνία και την οικονομία της, την έχει ωθήσει να κάνει ολέθρια σφάλματα, είτε με την ελπίδα ότι εάν είναι πειθήνια στους δανειστές θα της ελαφρύνουν με κάποιο τρόπο το βάρος του χρέους, είτε επειδή πολύ απλά έχει εισπράξει τη σχετική διαβεβαίωση.

Μια διαβεβαίωση την οποία είχε εισπράξει και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς ο οποίος ευαγγελιζόταν ανάπτυξη και πλεονάσματα, τα οποία είχαν φτιαχτεί με τεχνητό τρόπο προκειμένου να πληροί η Ελλάδα τις προϋποθέσεις που της είχαν θέσει οι πιστωτές προκειμένου να εξετάσουν την ελάφρυνση χρέους.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τη διαφορά ότι η περαιτέρω συρρίκνωση μισθών, συντάξεων και η μερική απασχόληση –δηλαδή η πλήρης απασχόληση αλλά με σύμβαση μερικής ώστε ο μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα να είναι 350+ ευρώ-  αποτελούσε και τον κεντρικό στόχο των προγραμμάτων!

Όμως, από αυτή την εικόνα μέχρι του να ζητούμε δανεικά από τις αγορές, η απόσταση είναι τεράστια. Όσο το οικογενειακό εισόδημα μειώνεται, τόσο πιο βέβαιη είναι η αδυναμία της χώρας να αποπληρώσει το χρέος της.

Αυτό καταγράφεται από όλους τους διεθνείς οίκους, τις αναλύσεις των τραπεζών και τις εκθέσεις που αποτελούν τον «οδηγό» κάθε ιδιώτη που θα αγόραζε ελληνικά ομόλογα. Σύμφωνοι, στόχος είναι να τελειώσει το μνημόνιο και να βγει η χώρα στις αγορές. Πως όμως μπορεί να ζητήσει από κάποιον δανεικά, όταν αυτός ο κάποιος βλέπει ότι η Ελλάδα καλείται για τις επόμενες δεκαετίες να παρουσιάζει πλεονάσματα που στηρίζονται μόνο στη φορολογία της; Ειδικά όταν η φορολογία αυτή θα τροποποιείται κάθε χρόνο προκειμένου να προσαρμόζεται στους στόχους, στους αριθμούς, με συνέπεια να είναι ασύμφορη ακόμη και για τον ιδιώτη που θέλει να επενδύσει στη χώρα, να συμβάλει στην αύξηση του ΑΕΠ της.

Ο δρόμος φαντάζει από δύσκολος έως αδιέξοδος. Φως στο τούνελ δεν υπάρχει μέχρι στιγμής, όσο κι αν κάποιοι υποστηρίζουν το αντίθετο. Η δε δέσμευση για την επανεξέταση του χρέους, την οποία προτάσσει μόνο το ΔΝΤ –να σημειώσουμε ότι η κυβέρνηση δαιμονοποιεί το Ταμείο προφανώς κατ’ εντολή της Γερμανίας, η οποία επουδενί δεν συζητά ελάφρυνση χρέους – εμπεριέχει ρίσκο. Σε τελευταία ανάλυση από τη στιγμή που μόνον οι δανειστές μπορούν να αποφασίσουν κάτι τέτοιο, βάσει των μνημονίων που έχουμε υπογράψει,  για ποιο λόγο να το πράξουν;

Στο βαθμό που μπορούν να δεσμεύουν τη χώρα και να διασφαλίζουν τις εισπράξεις τους, έστω και με την απομύζηση που Έλληνα, ουδείς θα πει το αυτονόητο: Ότι πρέπει να βάλουμε κι ένα φρένο στην απληστία μας, να συμφωνήσουμε μια αναδιάρθρωση χρέους η οποία θα φέρει ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία και ως εκ τούτου θα διασφαλίζει ότι η χώρα θα μπορεί να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού