Μέση Ανατολή: Περίπλοκες συμμαχίες και επικίνδυνοι ελιγμοί Ερντογάν

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Πρόκειται για απόφαση Ερντογάν ή για εκβιασμό προς τις ΗΠΑ προκειμένου να ανασταλεί κάθε βοήθεια προς τους Κούρδους της Συρίας και να εκδοθεί ο Γκιουλέν στην Τουρκία; Σαφές είναι πως όταν ο τουρκικός Τύπος ασχολείται εντόνωςμε το θέμα της αποχώρησης της γειτονικής χώρας από το ΝΑΤΟ, το ζήτημα είναι και υπαρκτό και αλλάζει τα γεωπολιτικά δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή.

Οι σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας βρίσκονταν ούτως ή άλλως σε πολύ άσχημο επίπεδο και στο βαθμό που το ΝΑΤΟ αποτελεί προέκταση και στρατιωτικό βραχίωνα της αμερικανικής γεωστρατηγικής, μόνο τυχαίο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το “λάθος” της συμμαχίας να περιλάβει στη φωτογραφία με τους “κακούς” της Ιστορίας τόσο τον Κεμάλ Ατατούρκ, όσο και τον Ταγίπ Ερντογάν. Κάτι που έδωσε την αφορμή στον Τούρκο πρόεδρο να αποχωρήσει από τη νατοϊκή άσκηση της Νορβηγίας και να διαμηνύσει ότι δεν αρκείται σε μια συγνώμη.

Το ενδεχόμενο αποχώρησης της Τουρκίας από τη Συμμαχία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ που συνέβη επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την “ανοχή” στον “Αττίλα” το 1974.

Ποτέ, όμως, η Ελλάδα δεν σκέφτηκε την γενική αποχώρηση από τη συμμαχία, δηλαδή και από το πολιτικό σκέλος της. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε, όπως πρόκειται να συμβεί με την αποχώρηση της Τουρκίας, αναπόφευκτα ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή, επαναχαράσσοντας στρατηγικές επιλογές και γεωπολιτικές ισορροπίες.

Το ερώτημα που τέθηκε εξαρχής παραμένει: Μπλοφάρει ή έχει ήδη αποφασίσει η Τουρκία την αποχώρησής από το ΝΑΤΟ και τι θα σηματοδοτούσε μια τέτοια κίνηση για τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και την Ελλάδα;

Στη Μέση Ανατολή τα στρατόπεδα φαίνεται πως επαναδιαμορφώνονται. Για παράδειγμα η πολεμική που φέρεται να αναπτύσσεται στα σύνορα Λιβάνου και Ισραήλ μόνον τυχαία δεν μπορεί να θεωρείται. Η διαφαινόμενη ένταση στα υψίπεδα του Γκολάν μπορεί εύκολα να διασυνδεθεί με α) την φυγή του πρωθυπουργού Χαρίρι στη Σαουδική Αραβία και την πρόσφατη επίσκεψή του στη Γαλλία για συζητήσεις, β) τη σταδιακή προσέγγιση του Τελ Αβίβ με το Ριάντ, γ) την αύξηση της έντασης μεταξύ του Ριάντ και της Τεχεράνης και δ) το μπαράζ συλλήψεων στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας.

Ειδικά για την τελευταια περίπτωση, αναλυτές ισχυρίζονται ότι η κεντρική επιδίωξη της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι άλλη εκτός από την «απεξάρτηση» σε όλα τα επίπεδα της ενδεχόμενης επιρροής της Τεχεράνης, δηλαδή οποιασδήποτε οικονομικής και επιχειρηματικής διασύνδεσης της Σαουδαραβικής ελίτ με το Ιράν.

Με τη Συρία να εξακολουθεί να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και να μην έχει ξεκαθαρίσει ποια θα είναι η επόμενη μέρα, δηλαδή εάν πράγματι θα δημιουργηθεί Κουρδιστάν και αν αυτό θα έχει πρόσβαση στη Μεσόγειο, το ενδιαφέρον στρέφεται σαφώς στον Λίβανο, ο οποίος αν και τηρεί σχετικά χαμηλούς τόνους στην περιοχή, δεν παύει να διατηρεί εχθρικές σχέσεις με το Ισραήλ και φιλικές με το Ιράν.

Η Τεχεράνη φαίνεται πως δραστηριοποιείται ποικιλοτρόπως και με ιδιαίτερα έξυπνους χειρισμούς σε διπλωματικό επίπεδο. Έχοντας τηρήσει θετική στάση σε ό,τι αφορά στο πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά και προσκαλέσει ευρωπαϊκούς πετρελαϊκούς Ομίλους σε κοιτάσματα στον Περσικό Κόλπο, διατηρεί εάν όχι την εύνοια της Ευρώπης, τουλάχιστον την ουδετερότητά της απέναντι στην πολεμική ρητορική των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα έχει στενότερη συνεργασία με την Τουρκία, η στροφή της οποίας στην «παραδοσιακότητα» του Ισλάμ αποτελεί –από κοινού με το ζήτημα των Κούρδων-τον κοινό παρανομαστή για επίτευξη συμμαχίας με την Τεχεράνη.

Το Ιράκ, από την άλλη, δεν έχει ιδιαίτερα περιθώρια ελιγμού μεταξύ Τουρκίας, Κούρδων και Ιράν. Θα ισχυριζόταν κανείς ότι η κυνική και απλοϊκή σκέψη του Ντόναλντ Τραμπ, όπως αυτή διατυπωνόταν και αποτελούσε αντικείμενο συζήτησης και χλευασμού ήδη από την προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ, ότι δηλαδή με την εγκατάλειψη του Ιράκ από την Ουάσινγκτον, ουσιαστικά άνοιξε ο δρόμος για την απορρόφησή του από το Ιράν, έχει μια μεγάλη δόση αλήθειας. Ειδικά αν αναλογιστούμε α) τις στρατηγικές επιλογές της Βαγδάτης, β) τη γεωστρατηγική «συμπίεση» του Ιράκ, δεδομένου ότι βρίσκεται μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, αποτελώντας για το τελευταίο και ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» στα σύνορά του.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι δύο κεντρικοί πόλοι που φαίνεται να διαμορφώνονται  στη Μέση Ανατολή είναι μεν πρώτος της Τουρκίας με το Ιράν, ο δε δεύτερος μεταξύ του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.

Στο βαθμό που η Άγκυρα έχει στραφεί πλέον προς την Τεχεράνη, δεν εκπλήσσει και η προσέγγιση με τη Μόσχα. Έχοντας διαπιστώσει ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να υποχωρήσουν από τα σχέδιά τους για ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν, η κυβέρνηση Ερντογάν και το στρατιωτικό κατεστημένο στην Τουρκία, φαίνεται πως έχουν αποφασίσει να διαβούν τον Ρουβίκωνα, δηλαδή να «αλλάξουν στρατόπεδο», θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο μπορούν να εγγυηθούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας τους και να επεκτείνουν στο πλαίσιο του εφικτου την επιρροή τους στην περιοχή.

Άλλωστε, θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι η Ρωσία επουδενί δεν θα προχωρούσε στον εξοπλισμό της Τουρκίας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα και μάλιστα με πυραύλους των οποίων το βεληνεκές καλύπτει τις δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες, εφόσον στο τραπέζι τον συζητήσεων Ερντογάν και Πούτιν δεν υπήρχε ρητή δέσμευση της Τουρκίας για απένταξή της από τις συμμαχικές υποχρεώσεις της. Όπως επίσης, το Ιράν δεν θα μπορούσε να προχωρά στα πυρηνικά του σχέδια εάν τα τουρκικά εργοστάσια εξόρυξης δεν λειτουργούσαν πυρετωδώς.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αλλά και την πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ για επέκταση στην Ευρώπη με τη δημιουργία δύο νέων στρατιωτικών διοικήσεων – εφοδιασμού και ατλαντική – η Συμμαχία φαίνεται πως έχει ήδη διαβλέψει τη στροφή του Ερντογάν προς τη Μόσχα. Πρόκειται, μάλιστα, για απόφαση που λήφθηκε παρά τη διαπιστωμένη βούληση Πούτιν για καταπολέμηση του «κοινού εχθρού» στη Μέση Ανατολή, δηλαδή του ISIS, αλλά και τις διαβεβαιώσεις ότι η Ευρώπη δεν κινδυνεύει από τη Ρωσία.

Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ, λοιπόν, φαίνεται πως έχουν προεξοφλήσει την αποχώρηση της Τουρκίας από τη συμμαχία και τη δημιουργία ενός άξονα Ρωσίας – Τουρκίας – Ιράν στην ευρύτερη περιοχή. Τα δεδομένα, τουλάχιστον, σε αυτό κατατείνουν, παρά το γεγονός ότι ακόμη δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί αποφάσεις σε ό,τι αφορά στα συμμαχικά στρατηγεία.

Το σίγουρο είναι ότι α) οι ήδη υποβαθμισμένες έως ένα βαθμό νατοϊκές βάσεις στην Τουρκία φαίνεται πως έχουν ορίζοντα λήξης, β) η βάση στη Σούδα θα επεκταθεί, ενώ οι ΗΠΑ έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για δημιουργία βάσης στην Αλεξανδρούπολη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται κάποια άλλη βάση και σε δεύτερο σημείο στην Κρήτη, γ) η κινητικότητα που παρουσιάζει το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ αντικατοπτρίζει τη βούληση των ΗΠΑ να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα, δεδομένου ότι στα Σκόπια συγκροτείται συμμαχική βάση και δ) η επιθετική ρητορική της Αλβανίας  έναντι της Ελλάδας, όπως αυτή εκδηλώνεται το τελευταίο διάστημα, ορθώς αποδίδεται κυρίως στον ισχυρό τουρκικό παράγοντα που επηρεάζει τις εξελίξεις στα Τίρανα.

Έως ένα βαθμό οι τουρκικές κινήσεις αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της σημερινής τριμερούς μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, καθώς η στρατηγική συμμαχία της Αθήνας με τη Λευκωσία, το Κάϊρο και το Τελ Αβίβ είναι μάλλον περισσότερο από ποτέ απαραίτητη.

Πράγματι ο γεωστρατηγικός ρόλος της Ελλάδας αναβαθμίζεται ραγδαία για τη συμμαχία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, καθιστά τη χώρα και ευάλωτη απέναντι στην Τουρκία, όχι απλώς επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του «τουρκικού πυρός», υφιστάμενη καθημερινά σχεδόν τις προκλήσεις της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο, αλλά κυρίως λόγω της οικονομικής ευθραυστότητας της χώρας εξαιτίας των μνημονίων.

 

 

 

 

 

 

Comments: 0

Your email address will not be published. Required fields are marked with *

16 + eight =