Πως και γιατί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κινδυνεύει να χάσει ένα πολιτικό στοίχημα που φαινόταν να κερδίζει

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Με μια αδιανόητη αλληλουχία σοβαρών πολιτικών λαθών και αλλεπάλληλων σφαλμάτων τακτικής κοντεύει να εξαντλήσει ολοσχερώς  το εναπομένον πολιτικό του κεφάλαιο ο Αλέξης Τσίπρας, διακινδυνεύοντας να χάσει μέσα σε λίγα μόνο εικοσιτετράωρα ένα στοίχημα, που φαινόταν να μπορεί να κερδίσει  με σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας.

Η ολοκλήρωση της γ΄ αξιολόγησης, που συνιστά αναμφίβολα ένα σημείο θετικής διεξόδου στις επί μακρόν εχθρικές σχέσεις Ελλάδας-δανειστών από την αρχή της κρίσης, αντί να καταστεί το όχημα ουσιαστικής πολιτικής νομιμοποίησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ώστε να διεκδικεί την παραμονή του στη διακυβέρνηση και μετά την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου, τείνει να μεταλλαχθεί σε επεξηγηματικό στοιχείο του γιατί δεν μπορεί να κερδίσει τις επόμενες εκλογές.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Και γιατί άρκεσαν λίγες μέρες για μια τόσο κρίσιμη τροποποίηση των δεδομένων σε βάρος του κυβερνώντος κόμματος; Γιατί, τέλος, ο πρωθυπουργός, καταλυτικός παράγων ως σήμερα της διαδικασίας κυβερνητικής και ευρύτερης πολιτικής ωρίμανσης ενός ολοφάνερα απροετοίμαστου πολιτικού φορέα να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας σε τόσο κρίσιμη ιδίως στιγμή, αυτή τη φορά αδυνατεί να ισορροπήσει επιτυχώς στη σχοινοβασία της ανάγκης με τη σκοπιμότητα, ώστε να εγγυηθεί ανάλογα θετική με την έως σήμερα υπό την  ηγεσία του πορεία για την παράταξή του;

Υπάρχουν εξηγήσεις καθαρού πολιτικού φορτίου για όλ’ αυτά!

Μεταξύ των άλλων, και επιλέγοντας μερικές από τις σημαντικότερες, απαριθμώ:

– Την κόπωση -παραταξιακή και κυβερνητική, πολιτική και διαχειριστική- του πλαισίου διακυβέρνησης της Ελλάδας, από την περισσότερο ανεκτή από την κοινή γνώμη «πολιτική ομάδα» για τη διαχείριση της τελευταίας πράξης του μνημονιακού δράματος,

– Τη σχεδόν οριστική αποσύνδεση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από την έμφορτη πολιτικών συναισθηματισμών και στόχων ρομαντική ουτοπία της παραδοσιακής αριστεράς, υπό το βάρος της κυβερνητικής υπόστασής του, με βαρύ πλέον κόστος σε αριστερά και ευρύτερα προοδευτικά πολιτικά κοινά,

– Τον διαφαινόμενο κατακερματισμό της κοινωνικής συμμαχίας που έφερε τον Τσίπρα στην εξουσία και την αδυναμία του να συντηρήσει συνεκτικές δυνάμεις της ίδιας συμμαχίας σε ενεργή πολιτική διάταξη στα κράσπεδα της παράταξής του, λόγω ραγδαίας αύξησης των απορροών από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μικρομεσαίων στρωμάτων,

–  Την προσκόλληση της κυβέρνησης σε πρωτοβουλίες αποκάλυψης της «πολιτικής ποιότητας» της αντιπολίτευσης (ιδίως των 2 κομμάτων που κυβερνούσαν πριν από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), δηλαδή τη μονότονη ενασχόληση με ένα θέμα, το οποίο έχει ήδη κριθεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης επιβαρυντικά για τους απελθόντες και μάλιστα ακόμη και ανάμεσα σε πολίτες που παρά ταύτα ψήφισαν και θα ξαναψηφίσουν Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντί να προτιμά να ομιλεί για την όποια μετα-μνημονιακή περίοδο.

Υπάρχουν, όμως, και λόγοι σχετιζόμενοι με ζητήματα τακτικής, που σηματοδοτούν και ένα δεύτερο επίπεδο αδιεξόδου για τον Τσίπρα και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Διαλέγω δύο απ’ αυτούς τους λόγους (τον έναν σε ανάγνωση της τελευταίας καταγραφόμενης δημοσκοπικής αποτύπωσης της συγκυρίας):

α. Ενώ οι εταιρίες δημοσκοπήσεων, κατά την πάγια και τεχνοκρατικά ορθή πρακτική τους, όταν υπολογίζουν την «εκλογική επιρροή», τη «σταθμισμένη πρόθεση ψήφου», κ.λπ. (όπως θέλετε πείτε το, ποικίλλει ονοματολογικά ο όρος που υιοθετείται από εταιρεία σε εταιρεία), δίνουν τις εκτιμήσεις τους για το επόμενο εκλογικό αποτέλεσμα με δεδομένες τις τάσεις μετακίνησης ψηφοφόρων από κόμμα σε κόμμα όπως έχουν καταγραφεί στο καθαρό δείγμα των ερωτηματολογίων που διακίνησαν (καταλήγοντας μοιραία σε υπερεκπροσώπηση της αντιπολίτευσης, ιδίως της  μείζονος -αλλά εσχάτως και του πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ., και σε υποεκπροσώπηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), ο τελευταίος λες και κάνει ό,τι μπορεί για να απολέσει στην κάλπη εκείνους που θα μπορούσαν να του δώσουν τη νίκη.

(Για να το κάνω απλούστερο -αν και χρειαζόταν η προηγούμενη πρόταση για να διαφανεί το τακτικό αδιέξοδο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.: Το κυβερνών κόμμα, ολοένα και περισσότερο παγιδεύεται στον αυτο-περιορισμό της απόπειρας να εκπροσωπεί πολιτικά το στρώμα πολιτών που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, κοινωνικής ομάδας της τάξης του 20% περίπου των Ελλήνων, στην οποία ούτως ή άλλως δεσπόζει για μια σειρά λόγους, αντί να διεκδικεί μικρομεσαίους, που ταλαντεύονται μεταξύ της υποστήριξής του και της εγκατάλειψής του. Και όσοι μπορούν να κατανοούν τα μηνύματα που στέλνουν τα νούμερα των τελευταίων δημοσκοπήσεων, ασφαλώς αντιλαμβάνονται αν είναι αντιστρέψιμο το κλίμα βεβαιότητας εκλογικής νίκης Μητσοτάκη, ή όχι).

β. Ο πρωθυπουργός με ασυγχώρητη  ελαφρότητα τις τελευταίες ώρες αποσύρει περίπου την Ελλάδα από τη διεκδίκηση συμμετοχής της στο πρόγραμμα ρευστότητας (QE) της ΕΚΤ (απ’ όπου, μάλιστα, θα μπορούσε η Ελλάδα να διεκδικήσει και κατ’ εξαίρεση παράταση προς όφελος της του ίδιου προγράμματος, ακόμη κι αν αυτό θα έχει μελλοντικά σταματήσει, σε μια επιδίωξη αποκατάστασης δυσμενών συνεπειών  για τη χώρα μας από την αποχή μας απ’ αυτό όταν όλες οι υπόλοιπες χώρες-μέλη της ευρωζώνης επωφελούνταν, για την αποκατάσταση της στοιχειώδους παρεχόμενης ισότητας ευκαιριών των οικονομιών στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος).

Κατ’ αρχήν, τέτοια δήλωση από το στόμα του πρωθυπουργού είναι ανεπίτρεπτη, ακόμη κι αν η απώλεια για την Ελλάδα θα ήταν λίγα μόνον ευρώ, -ενώ φυσικά το κόστος σε βάρος της χώρας μας είναι πολύ μεγαλύτερο, ίσως ανερχόμενο και σε μερικά δισ. ευρώ! Πώς και με ποιά πολιτική νομιμοποίηση ο κ. Τσίπρας σχεδόν τα αποποιείται; Επί πλέον, όμως, η υπαναχώρηση τόσο άδοξα και τόσο απροσχημάτιστα από έναν στόχο, που αρχικώς ετέθη ορθότατα από την κυβέρνηση Τσίπρα ως βασικό σημείο του πλέγματος πολιτικών αιτημάτων της Ελλάδας προς τους ευρωπαίους δανειστές της, γεννά βάσιμες υποψίες για μια συμφωνία παρασκηνίου με τους ευρωπαίους δανειστές μας για μια «όπως-όπως έξοδο» από τον μνημονιακό βρόγχο, με αντάλλαγμα υποσχετικές ρευστοτήτων που θα υποκαθιστούσαν το QE. Όμως, κάτι ανάλογο δεν είχε κάνει και η κυβέρνηση Σαμαρά, με την αυτο-εξαίρεση της Ελλάδας από τη ρύθμιση του χρέους που εδικαιούτο σε εφαρμογή της απόφασης του eurogroup τον Νοέμβριο του 2012, την οποία οι ευρωπαίοι δανειστές μας δεν ετίμησαν και η τότε ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να εξασφαλίσει; Ο Σαμαράς δεν ήταν που εγκληματικά εδήλωνε χωρίς καμιά νομιμοποίηση προς τούτο όντας Έλληνας πρωθυπουργός ότι η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ρύθμιση του χρέους της, διότι αυτό ήταν δήθεν βιώσιμο;

Εάν η υπόθεση που εξέθεσα προηγουμένως ισχύει (και δεν βρίσκω τίποτ’ άλλο που θα μπορούσε να εξηγεί την απαράδεκτη αφροσύνη Τσίπρα περίπου να αποσύρει την Ελλάδα από τη διεκδίκηση συμμετοχής μας στο QE, ή και ακόμη  κατ’ εξαίρεση παράτασής της προς όφελός μας), το αδιέξοδο τακτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αναδύεται ακριβώς από την αδυναμία του αντιληφθεί ότι δεν προτιμάται από τους Έλληνες πολίτες ως η μη χείρων πολιτική λύση επειδή θα κάνει ό,τι θα έκαναν και η Ν.Δ. ή το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλ’, αντιθέτως, επειδή ακριβώς θα έκανε κάτι άλλο -ό,τι μπορούσε να κάνει- από εκείνους!…

Σε κάθε περίπτωση, τα δύο στοιχεία που απειλούν να καταστρέψουν κάθε πιθανότητα αξιόμαχης πολιτικής συνέχειας για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., καθόλου τυχαία με βάση όσα ανέφερα ως εδώ, είναι ασφαλώς οι πλειστηριασμοί και τα εργασιακά!

Μοιάζει, λοιπόν, η κυβερνητική αξιοπιστία να βυθίζεται αύτανδρη σ’ αυτά τα δύο προδήλως αντιλαϊκά μέτρα!

Δεν κατάλαβε ο Τσίπρας ότι όσο επείγεται ο ίδιος να τελειώνει με το μνημόνιο, άλλο τόσο επείγονται οι ευρωπαίοι δανειστές μας να αφήσουν πίσω τους την κραυγαλέα ελληνική αστοχία που οι ίδιοι δημιούργησαν; Γιατί, λοιπόν, τόσο ηττοπαθής η τελευταία διαπραγμάτευση; Ποιός είπε στον κ. Τσίπρα ότι οι Έλληνες εγκρίνουν τη στάση του, ότι η αξιολόγηση και η έξοδος από το μνημόνιο θα πρέπει να γίνουν «at any cost»; Και γιατί εγώ -και, θαρρώ, και πολλοί άλλοι μαζί μου- εμμένουν στη μέχρι τέλους σκληρή και οριακή διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους δανειστές μας, ιδίως μετά το τέλος της «εποχής Σόιμπλε» στην ευρωζώνη;

Τέλος, υπάρχουν και  δύο συμβολικοί λόγοι για όλες αυτές τις αστοχίες Τσίπρα:

1. Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτο-εγκλωβίζεται στην ατζέντα μιας «ελαφράς σκανδαλολογίας» περί τον υπουργό Εθνικής Άμυνας (και ο Μητσοτάκης το κάνει όχι επειδή απλά σφάλλει, όπως διατείνονται ανοήτως κάποιοι δεξιοί φίλοι μου, αλλ’ επειδή εκείνος είναι ήδη «λερωμένος» από την ατζέντα διαπλοκής και ποινικοποίησης του δημόσιου βίου μας και χωρίς καμιά ντροπή την υιοθετεί με διχαστικό κόστος για την Ελλάδα μπας και πετύχει να «λερωθεί» λίγο κι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. –και πώς να το πετύχει, ο ανεπαρκέστατος αρχηγός της Ν.Δ. όταν ήδη δύο υπουργοί των απελθόντων ελέγχονται και ποινικά για ζητήματα διαφθοράς σε σκαστές υποθέσεις προμηθειών εξοπλισμών!…), ο Τσίπρας αποφεύγει να πετάξει τη μπάλα στο ουσιαστικό γήπεδο των μετα-μνημονιακών καιρών.

Διερωτώμαι: Το κάνει από την αφροσύνη και την ελαφρότητα που του χαρίζει  η εσωτερική πεποίθησή του ότι ίδιος είναι ανέγγιχτος απ’ αυτά; Αν ναι, τότε αγνοεί την ιστορική δικαίωση της κεντρικής παραδοχής του γκεμπελισμού, που ως αρχή της προπαγάνδας έθετε το «πες-πες κάτι θα μείνει».

2. Ο Τσίπρας δείχνει να βιάζεται να βγει από το μνημόνιο! Είναι μια αστεία βιασύνη, όταν οι χρόνοι είναι γνωστοί, δεδομένοι και μη επιδεχόμενοι επίσπευση. Μια βιασύνη, όμως, αποκαλυπτική ίσως ότι δεν τον ενδιαφέρει κάτι άλλο πέραν του πως θα γίνουν οι επόμενες εκλογές και όχι το μέλλον της πατρίδας χωρίς τα μνημόνια! Ενδεικτική, ωσαύτως, και μιας αγωνίας «μήπως δεν βγει το σχέδιο» και μείνει εκείνος με τον «μουτζούρη», που υπονομεύει την αισιοδοξία που κουβαλάει κάθε νικηφόρα παράταξη.

Μ’ άλλα λόγια, αντί να περιγράφει ο Τσίπρας στους Έλληνες τί θα πράξει εκτός μνημονίου, μοιάζει να προσκολλάται στην εικόνα ενός ακόμη  πρωθυπουργού της κρίσης.

Ίσως για την παρούσα περίσταση των όψιμων δυσκολιών της συγκεκριμένης κυβερνητικής παράταξης, περισσότερο απ’ όλα θα ταίριαζε για να την περιγράψει το γνωστό ειρωνικό τσιτάτο του Λένιν: «Σοσιαλισμός είναι κομμουνισμός που βιάζεται»!

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)