Σκοπιανό: Οριακή στιγμή για το κομματικό μας σύστημα

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η αυξημένη προσδοκία για λύση στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ δεν ήρθε αιφνιδιαστικά. Οι οιωνοί ότι κάτι ουσιαστικό κυοφορείται για την έξοδο από το εικοσαετές αδιέξοδο στη διαφορά Αθήνας-Σκοπίων, έχουν αρχίσει να ακούγονται εδώ και μήνες, αν και καταλυτικής σημασίας για την προαγωγή της ήταν η αλλαγή κυβέρνησης στη γειτονική χώρα, για την οποία εμφανώς έστερξαν ομοθύμως οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις. (Μάλιστα, σε μια σπάνια εξαίρεση των δεδομένων  της σημερινής διεθνούς συγκυρίας, φαίνεται ότι για την απομάκρυνση του «άχρηστου» πλέον Γκρουέφσκι  συνέπραξαν τόσο οι Η.Π.Α. όσο και η Ε.Ε., που στα περισσότερα ζητήματα διεθνούς ενδιαφέροντος στις μέρες μας οι θέσεις τους αποκλίνουν).

Φυσικά, μερικές απλές κινήσεις καλής θέλησης από μεριάς του κυρίου Ζάεφ δεν αρκούν για να καταστείλουν τις ανησυχίες της Αθήνας, που εξ αρχής αφορούσαν στο ενδεχόμενο μελλοντικών εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, θέματος που έχει αναζωπυρωθεί στα Βαλκάνια την τελευταία περίοδο, συνεπεία της ευρύτερης γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης των ανατολικών συνόρων της Ευρώπης.  Η κλονισμένη πίστη της ελληνικής πλευράς απέναντι τις προθέσεις των γειτόνων μας (και παρ’ ό,τι οι διμερείς σχέσεις διέρχονται από τη λεγόμενη «ενδιάμεση συμφωνία» που απέσπασε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1995), απεικονίζονται ανάγλυφα στην ιστοσελίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών: «Κατά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας και, βεβαίως, τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από αυτήν…», αναφέρει συγκεκριμένα το ελληνικό υπουργείο, το οποίο απαριθμεί μάλιστα λεπτομερώς τις παραβιάσεις των σκοπιανών.

Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί (για την ολοκλήρωση της εικόνας σ’ αυτήν τη σύντομη αναδρομή-εισαγωγή) ότι η πτυχή του σκοπιανού ζητήματος που τέθηκε αναφορικά με το ΝΑΤΟ, υπήρξε προϊόν του αποφασιστικού βέτο που έθεσε ο τότε πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, στη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού το 2008 στο Βουκουρέστι. Απόρροια εκείνου του ελληνικού βέτο είναι ότι οι διεθνείς οργανισμοί ξεκαθάρισαν έκτοτε ότι το διεθνές status της ΠΓΔΜ θα διαμορφωθεί οριστικά και μόνον ως αποτέλεσμα της διμερούς συμφωνίας για την ονομασία, στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης του Ο.Η.Ε..

Το σκοπιανό ζήτημα, σ’ αυτές τις συνθήκες και στο παρόν περιβάλλον διεθνών συσχετισμών δύναμης συνιστά οριακό σημείο για το ελληνικό κομματικό σύστημα:

– Η κυβέρνηση υπό την ευθύνη κόμματος της αριστεράς θα πρέπει να υπερβεί τις ολίγον «χαζοχαρούμενες» απόψεις της παραδοσιακής αριστεράς σχετικά με το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των σκοπιανών. (Φυσικά το δικαίωμα αυτό είναι αναφαίρετο, …υπό τον όρο ότι δεν μπορεί η έγερσή του να καταπατά δικαιώματα άλλων). Παράλληλα, ο μείζων κυβερνητικός εταίρος τοις πράγμασι θα δοκιμαστεί πρακτικά και στο πεδίο της πολιτικής σταθερότητας που ως κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίζει στη χώρα, αφού ο ήσσων συμπαραστάτης του βρίσκεται πιο πίσω κι από την ισχύουσα απόφαση των πολιτικών  αρχηγών, απορρίπτοντας οποιαδήποτε χρήση του όρου «Μακεδονία».

– Η αξιωματική αντιπολίτευση, που κατά την ιστορία της διένεξης για το σκοπιανό ταλαντεύτηκε ως εκκρεμές αναξιοπιστίας από την άκρη του «κανένας δεν θα θυμάται το Μακεδονικό μετά από 10 χρόνια», μέχρι τα φλερτ με τον εθνικισμό των νεοναζιστών και τις συμπράξεις με την ακροδεξιά Βορίδη-Άδωνη, έχει την υποχρέωση  επί του θέματος να αποκολληθεί από την εμμονική γραμμή του Κυριάκου Μητσοτάκη «να ρίξει» at any cost την κυβέρνηση Τσίπρα. Εδώ κρίνονται πολύ σοβαρότερα ζητήματα από το να καταφέρει να επιτύχει o γόνος διακεκριμένης πολιτικής οικογένειας.

– Τέλος, ο μόνος άλλος πολιτικός χώρος που έχει αξία η στάση του στο ζήτημα (αν και περισσότερο εδώ κυριαρχεί η «ιστορία των απόψεών του» και όχι η σημερινή πολιτική δυναμική του), είναι ο χώρος του πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ., που προσώρας …συσκέπτεται!

Για να γίνει απολύτως κατανοητό γιατί το σκοπιανό είναι οριακό θέμα για το κομματικό μας σύστημα, προσθέτω δύο λόγους ακόμη:

1. Αν θα μπορούσε να αναγνωρίσει κανένας κάποια επιτυχία στα ελληνικά κόμματα σε ό,τι αφορά τον χειρισμό της κρίσης από μεριάς τους από το 2010 και εντεύθεν, αυτή είναι ότι από τις κυβερνήσεις που διήλθαν περίπου επετεύχθη η διαφυλακτική στεγανοποίηση της γεωπολιτικής αξίας της Ελλάδας (σ.σ.: …με μόνη, ίσως, εξαίρεση το προσφυγικό, το οποίο, όμως, αφορά σε πολύ ευρύτερα δίκτυα συμφερόντων). Παρά την τεράστια οικονομική περιπέτεια της χώρας και παρά την ουσιαστική συγκριτική υποβάθμιση της οικονομίας της έναντι των γειτονικών χωρών, η αναγνώριση της Ελλάδας ως πραγματικού και συμβολικού συνόρου της Δύσης με την ταραγμένη αφρο-ασιατική περιοχή Ανατολή, δεν κλονίστηκε. Τουναντίον (φυσικά για λόγους συγκυρίας και όχι ως απόρροια συντεταγμένων πολιτικών των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου 2009-2017), η ελληνική θέση μάλλον ενισχύθηκε! (Μάλιστα, σήμερα, με διαφαινόμενη καλύτερη πορεία στην οικονομία χωρίς τις μνημονιακές ασφυκτικές εποπτείες, η αναγνώριση του αυξημένου γεωπολιτικού ειδικού βάρους της Ελλάδας για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αποτελεί εκ των πραγμάτων και μια σκληρή κριτική-κόλαφο για τις απόψεις όσων με οικονομικά και μόνον κριτήρια επιζητούσαν την αποβολή της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Η ελαφρότητα εκείνων των απόψεων ασφαλώς θα τύχει της σκληρής αξιολόγησής της, όταν η γραφίδα των ιστορικών θα σημειώνει τα γεγονότα τούτης της περιόδου…)

Επομένως, θα ήταν ακραία αυτοκαταστροφικό για το κομματικό μας σύστημα, στο μόνο πεδίο όπου καταγράφεται θετικό αποτύπωμά του τα τελευταία 8 έτη (δηλαδή το πεδίο διατήρησης της γεωπολιτικής αξίας της χώρας), η κατάληξη να είναι μια δοκιμασία, όταν οι συσχετισμοί δυνάμεων και τα δεδομένα μαρτυρούν ότι μια εθνική επιτυχία θα ήταν εφικτή! Επιπροσθέτως, με τον ελληνισμό να έχει αποφύγει -με τον γνωστό οριακό τρόπο επιβίωσής του- το τεράστιο κόστος από το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό, θα ήταν ιστορική διαστροφή ο επίλογος της περιόδου της μεταπολίτευσης, η οποία για τους λογικώς σκεπτομένους υπήρξε απολογιστικά επιτυχής, να ήταν ζημιογόνος για την πατρίδα.

(σ.σ.: Σε τελευταία συνάντησή μου με ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, του οποίου τις απόψεις σέβομαι, έγινα κοινωνός της εκτίμησής του ότι μια σοβαρή εθνική ζημία είναι αναπόφευκτη για την Ελλάδα στο αμέσως προσεχές μέλλον. Στηρίζει την άποψή του στην «ιστορική κυκλικότητα», με την οποία η πατρίδα μας υπέστη εθνικές ήττες, κατά τον περασμένο αιώνα. «Δεν θα μπορούσε η μεγάλη ταλαιπωρία μας στην οικονομία λόγω της κρίσης, να μην επεκταθεί στο πεδίο των εθνικών θεμάτων μας», μού είπε σε μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της απαισιοδοξίας του. Διαφωνώ μαζί του! Η στεγανοποίηση των συνεπειών της τελευταίας οκταετίας αποκλειστικά στην οικονομία κατά τη γνώμη μου μαρτυρεί περί του αντιθέτου. Μάλιστα, επειδή διαβάζω με αντίθετη φορά από τον φίλο μου ευρωβουλευτή την «ιστορική κυκλικότητα» που αφορά στην Ελλάδα, διαγιγνώσκω ότι με τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821, σε τρία έτη από σήμερα, θα έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος ωρίμανσης της νέας Ελλάδας -ωρίμανσης δομικής ως κράτους, δημοκρατικής ως συστήματος θεσμικής οργάνωσης και ανεξαρτησιακής ως ελεύθερου εξαρτήσεων κέντρου του ελληνισμού- και η πατρίδα μου θα απογειωθεί έως τα μέσα του παρόντος αιώνα).

2. Όσο κι αν ο διχαστικός κομματισμός κυριαρχεί ελέω της μνημονιακής καταθλίψεως, εξακολουθώ να διαβλέπω ότι τα όρια αυτοσυντήρησης των δύο μεγάλων κομμάτων θα ορίσουν τις συντεταγμένες της ευθύνης που τούς αναλογεί. Αδυνατώ να δεχτώ ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα προχωρούσε σε μοιραία και για τον ίδιον επιλογή απόσυρσης της Ελλάδας από τα απαράγραπτα δικαιώματά της στη Μακεδονία, μόνο και μόνο για δικαιωθεί η αφελής στάση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του 4%. Την ίδια ώρα, αρνούμαι να εικάσω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όντας αυτοπαγιδευμένος στη μανία του «να ρίξει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», θα εξαντλήσει την ανευθυνότητα και ανωριμότητά του προκαλώντας εθνική ζημία για την Ελλάδα. Η σημερινή στάση της Ν.Δ., που συνοψίζεται στο δόγμα «συμφωνώ με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στη λύση για την ονομασία της ΠΓΔΜ, αλλά την καταψηφίζω για να πέσει ο Τσίπρας», άλλωστε, είναι μνημείο πολιτικής γελοιότητας, …αν δεν κινδυνεύει να καταστεί αίτιο εθνικής ήττας. Στο κάτω-κάτω αν δεν μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ας αναλάβουν πρωτοβουλία όσοι από το κόμμα έχουν συναίσθηση της πραγματικότητας.

Πριν 3 μήνες με άρθρο μου στο blog μου molyvi.com, είχα ασκήσει δριμύτατη κριτική στον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυρία Φώφη Γεννηματά για την πολιτικά τυχοδιωκτική στάση τους που κατεξευτέλιζε τους κοινοβουλευτικούς  θεσμούς, ενώ συμφωνούσαν με κυβερνητική τροπολογία για την τουρκική ένωση Θράκης, να την καταψηφίζουν, με μόνο στόχο «να πέσει ο Τσίπρας». Η ρυμούλκηση της ΔΗ.ΣΥ. στην γραμμή Κυριάκου Μητσοτάκη να διακωμωδεί με πασίδηλη  βαρβαρότητα τη Βουλή και τη νομοθετική εξουσία, μού είχε προκαλέσει αλγεινή εντύπωση.  Εκείνο το άρθρο μου, είχε προκαλέσει απορία σε μερίδα αναγνωστών μου, σχετικά με τη δριμύτητα με την οποία ασκούσα την κριτική μου και την υπογράμμιση από μέρους μου της ανάγκης να ζητήσουν συγγνώμη για την αήθεια τους ο κ. Μητσοτάκης και η κυρία Γεννηματά. Όσοι τότε απορούσαν, σήμερα ασφαλώς θα αναθεωρούν…

Βεβαίως, έκτοτε έχει κυλήσει νερό στ’ αυλάκι. Με ικανοποίηση παρατηρώ ότι η ΔΗ.ΣΥ. είναι ιδιαίτερα προσεκτική στις αναφορές της στο σκοπιανό! Ευχή να επιδείξει σοβαρότητα και υπευθυνότητα, ανταποκρινόμενη στη μεγάλη θετική παράδοση που κληροδότησε ο παραταξιακός ιδρυτής στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Μπορεί να τίθεται, όμως, εδώ θέμα «δεδηλωμένης»; H τυπική διαπίστωση της ύπαρξής της ανατίθεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη τις τοποθετήσεις των κομμάτων μετά από εκλογές, διαπιστώνει εάν πιθανολογείται βασίμως η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης από ένα ή περισσότερα κόμματα και έτσι ο Πρόεδρος δίνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Στο Σύνταγμά μας προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος υποχρεούται να δώσει εντολή κατά σειρά στα τρία πρώτα σε αριθμό βουλευτών κόμματα της Βουλής. Διαρκούσης μιας κυβερνητικής θητείας, η απώλεια της δεδηλωμένης διαπιστώνεται είτε επειδή μια κυβέρνηση δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ψήφο εμπιστοσύνης (αφ’ ενός μεν επειδή η ίδια τη ζήτησε και δεν τήν έλαβε, αφ’ ετέρου δε επειδή δεν τήν εξασφάλισε έπειτα από πρόταση μομφής που κατεθεσε στη Βουλή η αντιπολίτευση), είτε επειδή ένα κόμμα που συμμετέχει σε κυβέρνηση συνεργασίας αποσύρει με δημόσια δήλωσή του τη στήριξή του. Τυπικά, δηλαδή, ακόμη κι αν ένα κόμμα που συμμετέχει σε κυβέρνηση συνεργασίας καταψηφίσει στη Βουλή σχέδιο νόμου ή διάταξη που κατέθεσε η κυβέρνηση, δεν προκύπτει με κάποια ρύθμιση «θεσμικού αυτοματισμού» απώλεια της δεδηλωμένης. (Ωστόσο, εδώ υπάρχει και ένα δυνάμει πολιτικά ενδιαφέρον σημείο: Ακόμη κι αν μια κυβέρνηση απολέσει τη δεδηλωμένη, η χώρα δεν οδηγείται αυτομάτως σε εκλογές, χωρίς να προηγηθεί  νέα πρόσκληση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στα τρία ισχυρότερα κόμματα της  Βουλής για διερευνητικές  εντολές σχηματισμού νέας κυβέρνηση έως τη λήξη της 4ετίας. Δηλαδή, θα μπορούσε να διαπιστωθεί νέας κομματικής συγκρότησης δεδηλωμένη και να σχηματιστεί άλλη καινούρια κυβέρνηση και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, χωρίς εκλογές. Στη σημερινή Βουλή διερευνητική εντολή θα ελάμβαναν κατά σειρά ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η Ν.Δ. και η ΔΗ.ΣΥ.).

Όμως, αφήνοντας τα τυπικά και περνώντας στα πολιτικώς ουσιαστικά, γεννάται ένα σοβαρό ερώτημα: Αν κόμματα που συμπράττουν σε μια κυβέρνηση διαφωνούν σε θέματα μείζονος πολιτικής σημασίας, πως μπορεί να διασφαλίζεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εδραίας πολιτικής σταθερότητας -που οφείλει να εγγυάται μια κυβέρνηση- και δεν πρόκειται για σύμπραξη σκοπιμοτήτων με σκοπό τη νομή της εξουσίας;

Αυτό περίπου υποστηρίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανεξαρτήτως του ότι με ανάλογο με τον αποδιδόμενο στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  πολιτικό τυχοδιωκτισμό επιχειρεί να θεραπεύσει το πρόβλημα, δηλώνοντας ότι παρ’ ό,τι πιθανώς θα συμφωνεί με την πρόταση για την ονομασία που θα φέρει η κυβέρνηση θα την καταψηφίσει …«για να πέσει ο Τσίπρας».

Δύσκολα θα καταφέρει ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης να προκαλέσει εκλογές με τυπικές επικλήσεις δήθεν απωλείας της δεδηλωμένης (εκτός κι αν η κυβέρνηση για δικούς της λόγους και όχι λόγω απωλείας της δεδηλωμένης υπέβαλε την παραίτησή της). Το πολιτικό ερώτημα που τίθεται, όμως, θα όφειλε η κυβέρνηση να μην αφήσει αναπάντητο, για λόγους πολιτικής τάξεως.

…αλλά, ποιά θα ήταν μια θετική για την πατρίδα έκβαση στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, λογιζόμενο ως συγκαταλεγόμενο στα λεγόμενα εθνικά μας θέματα;

Εδώ η επίσημη ελληνική θέση είναι κρυστάλλινη και ανασύρεται επίσης από την ιστοσελίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών: «…σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη ‘Μακεδονία’ που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή»!

Προσωπική γνώμη μου είναι ότι η κακοπιστία των σκοπιανών επί τόσα έτη κάνει αναγκαίο και κάτι ακόμη: Τη ρητή αμοιβαία δέσμευση των δύο μερών, ως συμπλήρωμα στη συμφωνία για την ονομασία, ότι δεν έχουν καμιά εδαφική ή άλλη κυριαρχική βλέψη η μία χώρα σε βάρος της άλλης. Αυτό, άλλωστε, εν πολλοίς προβλέπεται και από το καταστατικό του ΝΑΤΟ,  στο οποίο φυσικά η γειτονική χώρα θα σπεύσει  να ενταχθεί με την ονομασία που θα συμφωνηθεί από κοινού. Όμως, η ειδική και για συμβολικούς κυρίως λόγους συγκεκριμένη επί πλέον αναφορά στη διμερή συμφωνία για την ονομασία, νομίζω είναι χρήσιμη. Πολύ περισσότερο, αφού στη σημερινή κλονιζόμενη ανατολική Ευρώπη των γεωπολιτικά ανασφαλών χωρών  του Βίζεγκαρντ και των τυχοδιωκτισμών του  Ερντογάν για αναθεώρηση των συνοριακών διευθετήσεων στα Βαλκάνια, η Ελλάδα θα αντιπαρέβαλε λύση σε διμερή διαφορά που θα προάγει τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή μας.

Ιδίως οι πρόσθετες δεσμεύσεις που έθεσα πιο πάνω ισχύουν, επειδή καθ’ όλη τη διάρκεια  της σύντομης ζωής της η γειτονική χώρα κανένα άλλο ουσιώδες στοιχείο, ιστορικά, πολιτισμικά και πολιτικά, παρουσίασε ως σημαντικό αιτιολογικό παράγοντα της ίδιας της ανάγκης ίδρυσης και ύπαρξής της ως κράτους, πέραν της εθνικιστικής υστερίας περί “μακεδονισμού”.

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)