Πούτιν: Ένα ρωσικό ηγετικό φαινόμενο στην αυγή της 3ης μ.Χ. χιλιετηρίδας

Του Γιάννη Τζώρτζη

Ο πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν είναι ήδη βέβαιο πως θα βρίσκεται στο κορυφαίο αξίωμα της χώρας του μέχρι και το έτος 2023. Τούτο ισχύει αφότου προ ολίγων εβδομάδων ανακοίνωσε ο ίδιος τη υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές του προσεχούς Μαρτίου. Όταν δε οι διάφορες μετρήσεις προτιμήσεων της κοινής γνώμης υπολογίζουν ποσοστά ψήφισης του Πούτιν, τα οποία κυμαίνονται, προς το παρόν, από 65 έως και πάνω από 70%, τότε θα πρέπει κανείς να εξετάσει απλά και μόνο το τι συνεπάγεται μια τρίτη προεδρική θητεία του Ρώσου ηγέτη για το λαό, τη χώρα του και ευρύτερα.

Τα ηγετικά προσόντα του Ρώσου προέδρου Πούτιν και το χάρισμα που εμφανίζει τον καθιστούν μια αδιαμφισβήτητη προσωπικότητα τόσο στο εσωτερικό της μεγαλύτερης σε έκτασης (το 1/6 του πλανήτη) στον κόσμο χώρας, όσο και διεθνώς. Τούτο ακριβώς καταφάνηκε στη διάρκεια των επιχειρήσεων καταστροφής και διάλυσης του λεγόμενου «ισλαμικού κράτους», ενός αιμοβόρου και ύπουλου φαινομένου οργανωμένης και θρησκειολογικά ιδεολογικοποιημένης βίας στο χώρο της Μέσης Ανατολής όπως και στην Ευρώπη. Οι μεγαλουπόλεις της οποίας έχουν δοκιμασθεί συχνά από ένα συσσωρευμένο αντιδυτικό μίσος, το οποίο αναπαράγεται στους διάφορους χώρους των γκέτο που υφίστανται στις ισλαμικές «νησίδες» των συνοικιών τους. Το κόστος των τρομοκρατικών τους επιθέσεων δεν εκτιμάται ασφαλώς μόνο με την καταγραφή ανθρώπινων ζωών που χάνονται αλλά και με τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην πολιτική ζωή και στην καθημερινότητα των κοινωνιών που πλήττονται.

Ρωσία – ΕΕ

Το γεγονός της ως βέβαιης θεωρούμενης επανεκλογής Πούτιν στη Ρωσία το Μάρτιο του 2018 προσλαμβάνει ως τέτοιο ευρύτερες διεθνείς διαστάσεις και αφορά άμεσα στην Ευρώπη των Βρυξελλών. Τούτο δε, όταν εκείνη συνεχίζει να διατηρεί και ανανεώνει τις «κυρώσεις» της σε βάρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, λόγω των οποίων πλήττονται κυρίως εξαγωγές ευρωπαίων παραγωγών κι όχι τόσο η ρωσική οικονομία. Μέσω στατιστικών υπολογισμών έχει διαπιστωθεί ένα σημαντικό ρωσικό όφελος που προκάλεσαν ήδη οι ευρωπαϊκές κυρώσεις, οδηγώντας εγχώριους κλάδους σε νέα πεδία παραγωγής ρωσικών προϊόντων. Όμως κι ο πολιτικός ρόλος του Πούτιν συνιστά σήμερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδίως, ως και για τις ΗΠΑ βεβαίως, όντως ένα βασικό δεδομένο ασφαλείας. Γεγονός που καθορίζεται όχι μόνο από το οπλοστάσιο της Ρωσίας αλλά και από την στρατηγική δεινότητα άσκησης χειρισμών του ίδιου του Ρώσου ηγέτη.

Τα επιχειρήματα που παρατίθενται εν προκειμένω, χωρίς ίχνος διάθεσης για λιβανισμούς ηγετών εκ μέρους του γράφοντος, αντιθέτως και μόνο για κατάθεση ρεαλιστικών απόψεων, δεν είναι εν πολλοίς άγνωστα στους ενδιαφερόμενους. Διάφορες πλευρές εκ των οποίων ωστόσο, αποσκοπώντας στη φθορά αυτού του μοναδικού ρωσικού ηγετικού φαινομένου της μετακομμουνιστικής εποχής, καταβάλλουν προσπάθειες να προκαλέσουν στο ρωσικό περίγυρο εστίες συγκρούσεων. Στην Ουκρανία κατά βάσιν, στη Βαλτική ως και αλλού. Προφανώς δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν το τρομακτικό κόστος που θα είχε, για την Ευρώπη προπαντός, μια θερμή ανάφλεξη στο χώρο του Ευξείνου Πόντου, γεγονός που θα ανάγκαζε τη Ρωσία να ανταποδώσει ανυπολόγιστης ισχύος πλήγματα και δη προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. Ίσως μάλιστα αυτό ακριβώς να είναι κι εκείνο που επιθυμούν οι σκοτεινοί εμπνευστές τέτοιων καταστροφικών σεναρίων ενάντια στην ειρήνη του κόσμου. Τούτο όμως δεν μπορεί επ΄ουδενί να συνιστά και για την Ευρώπη μέσο άσκησης πολιτικής προς τα έξω.

Ποια αντιπολίτευση;

Συχνά πάντως τίθεται και το σύνηθες ερώτημα, ως προς του τι συμβαίνει σε μια χώρα σαν τη Ρωσία, όπου η αντιπολίτευση δεν φαίνεται να διαδραματίζει ένα, αναγκαίο ασφαλώς, ρόλο στα πολιτικά πράγματα. Διότι εκτός ορισμένων ονομάτων που προβάλλουν με διάφορες αφορμές γνωστά δίκτυα διεθνούς εμβέλειας, δεν ακούγεται – ή δεν προβάλλεται – καμία άλλη διαφορετική άποψη. Παρακολουθώντας όμως τις εξελίξεις στον καθρέφτη των ρωσικών μέσων δημοσιότητας, βλέπει κανείς μολαταύτα ότι εδώ ασκείται καθημερινή αντιπολίτευση στην πολιτική Πούτιν, συχνά δε αρκούντως σκληρή και ενίοτε ατεκμηρίωτη. Μέσα δε σε αυτό το αντιπολιτευτικό πλαίσιο μπορεί κάποιος να διακρίνει και «ενδοπαραταξιακές» αντιπαραθέσεις, μέσω των οποίων εκφράζονται δυνάμεις που συνευρίσκονται κάτω από την «σκέπη του ηγέτη». Το ίδιο ίσως προκύπτει κι από τις αναλύσεις περιπτώσεων διαφθοράς πολιτικών προσώπων, οι υποθέσεις των οποίων παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη.

Γεγονός πάντως αποτελεί η έλλειψη μιας ανοιχτής κι επίσημα οργανωμένης πολιτικής αντιπολίτευσης στη Ρωσία. Μια τέτοια έλλειψη συνιστά αναμφίβολα και έλλειμμα δημοκρατίας, για οποιαδήποτε χώρα άλλωστε. Διότι με την κρίση ηγεσίας που παρατηρείται στη Ευρώπη εσχάτως, ο ρόλος της αντιπολίτευσης εξασθενεί σήμερα κι εκεί, ακόμη δε και σε χώρες με κοινοβουλευτική παράδοση, ως η Γερμανία. Και η διαφορά ως προς την Ρωσία έγκειται στο κρίσιμο δεδομένο, ότι αυτή η μεγάλη χώρα δεν έχει καμία παράδοση κοινοβουλευτισμού. Τούτο δεν είναι άγνωστο στους Ρώσους πολίτες, οι οποίοι δεν υστερούν ωστόσο σε πολιτική σκέψη έναντι των πολιτών στην Ευρώπη και αλλαχού. Συμβαίνει μάλιστα οι ίδιοι που εντοπίζουν και αρνητικά στοιχεία στην πολιτική του Πούτιν, να τον εκλέγουν ωστόσο με την ψήφο τους, ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά σε μια δεδομένη συγκυρία.

Η οποία καθορίζεται σήμερα από την ανάγκη παρουσίας στην κορυφή του κράτους μιας ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορεί να εγγυάται το μέλλον της χώρας και το δικό τους. Είναι ακόμη νωπές άλλωστε οι μνήμες από την ανήκουστη διακυβέρνηση κυκλωμάτων διαφθοράς κατά τη θλιβερή περίοδο του αλήστου μνήμης Γέλτσιν. Όταν ξεπουλήθηκε ο εθνικός πλούτος της χώρας κι έπεσε πείνα και δυστυχία στη ρωσική κοινωνία. Το ζητούμενο συνεπώς για μια χώρα που πορεύεται χωρίς ανοιχτή αντιπολίτευση είναι να δημιουργηθούν στην κοινωνία της οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάδειξη ανάλογων δυνάμεων και προσώπων στο χώρο της πολιτικής. Τούτο αναμφίβολλα θα συμβαίνει ήδη σε ορισμένους χώρους με προοπτική παρουσίας στο μέλλον. Ως προς αυτό θα πρέπει βεβαίως να κινείται κι ο ίδιος ο Πούτιν. Αφενός μεν επειδή δεν είναι «αιώνιος» κι αφετέρου διότι θα γνωρίζει κάλλιστα την αναγκαιότητα μιας τέτοιας διαδικασίας.

Εκείνο όμως που συνιστά πράγματι σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα για την προοπτική δημιουργίας αντιπολίτευσης στη Ρωσία αποτελούν οι επιδιώξεις γνωστών εξωχώριων και υπερπόντιων κυκλωμάτων και δυνάμεων, οι οποίες επιθυμούν να «φτιάξουν» στα μέτρα τους μια αντιπολίτευση στη Ρωσία. Και μέσω αυτής να φθείρουν τον σημερινό πρόεδρο Πούτιν και το σύστημά του κι όχι τόσο για να ελέγχουν την εξουσία του. Κι ενώ θα αποτυγχάνουν σε τούτο, ο Πούτιν δεν είναι ευτυχώς «του χεριού τους», θα ακυρώνουν συνάμα και κινήσεις που θα οδηγούσαν εσωτερικές εθνικές δυνάμεις στην κατεύθυνση του να συγκροτήσουν ένα ανοιχτό μέτωπο πολιτικού ελέγχου της κυβερνητικής εξουσίας στη σημερινή Ρωσία.