Η Τουρκία και οι ασκήσεις αποσταθεροποίησης στο Αφρίν της Συρίας

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Σε νέα φάση φαίνεται πως εισέρχονται οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, καθώς για πρώτη φορά και με δεδομένη την απόφαση της Άγκυρας να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον του Αφρίν στη Συρία, όπου βρίσκεται η κουρδική πολιτοφυλακή, η Ουάσινγκτον κάνει λόγο για αποσταθεροποιητικές κινήσεις της Τουρκίας.

Για πρώτη φορά, δηλαδή, οι ΗΠΑ δηλώνουν, αν και με ιδιαίτερα προσεκτική διατύπωση, ότι η Τουρκία δύναται να αποτελέσει παράγοντα «αποσταθεροποίησης» στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός πως σε επίπεδο διπλωματίας μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα στις ήδη κλονισμένες σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσινγκτον.

Μέχρι στιγμής ουδείς μπορεί να έχει πλήρη εικόνα για τις εξελίξεις αναφορικά με το Αφρίν. Από τα δεδομένα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας α) η Τουρκία ξεκίνησε στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατά τον υπουργό Άμυνας της χώρας δεν συνίστανται σε χερσαία εισβολή, αλλά σε πυραυλικές επιθέσεις εναντίον κουρδικών στόχων, β) η κουρδική πολιτοφυλακή της Συρίας (YPG) κάνει λόγο για βαρύ βομβαρδισμό κουρδικών χωριών, δηλαδή όχι μόνο στρατιωτικών αλλά και πολιτικών στόχων, γ) η Άγκυρα διαμηνύει ότι βρίσκεται σε συνομιλίες με τη Μόσχα για τη στρατιωτική της δράση – χθες το απόγευμα το πρακτορείο Anadolu ισχυριζόταν ότι ρωσικές δυνάμεις μετακινούνται εκτός Αφρίν, δ) η Ρωσία δια στόματος Λαβρόφ διαψεύδει κάθε μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων, χωρίς όμως να λαμβάνει ξεκάθαρη θέση και στάση έναντι των τουρκικών επιθέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί, μετά από μια «σχετική αδράνεια», τη δημιουργία μιας «ντε φάκτο» κατάστασης: Την εμπέδωση ότι αποτελεί κεντρικό παράγοντα στην περιοχή και καμία πρωτοβουλία δεν πρέπει να λαμβάνεται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της. Η Άγκυρα εκτιμά  ότι οι μεν ΗΠΑ δεν θα κινηθούν εναντίον της, η δε Ρωσία θα κρατήσει αποστάσεις από τους Κούρδους σε μια προσπάθεια να διατηρήσει το «θερμό» κλίμα συνεργασίας που έχει καλλιεργήσει ο Ερντογάν με τη Μόσχα.

Η εμπλοκή της Τουρκίας στις εξελίξεις στη Συρία οφείλεται, όπως είναι κατανοητό, σε δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ο εμφανής: Ο αποδεκατισμός του κουρδικού στοιχείου, το οποίο απειλεί ευθέως την εδαφική ακεραιότητα της ίδιας της Τουρκίας. Η αναβάθμιση του κουρδικού στοιχείου, ως του πλέον αξιόμαχου για την ανάσχεση του ISIS, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη σταδιακή αναθέρμανση του αιτήματος για δημιουργία κουρδικού κράτους, έχει σαφώς θορυβήσει την Τουρκία.

 Έως ένα βαθμό η Άγκυρα μέσω συμμαχίας με τη Βαγδάτη έχει αναχαιτίσει το αίτημα αυτό στο «ιρακινό κουρδιστάν». Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας, τη Συρία, όπου οι μάχες μαίνονται και καθημερινά οι Κούρδοι «πείθουν» τις ΗΠΑ για την «αποτελεσματικότητά» τους.

Από τη μία πλευρά, λοιπόν, η Άγκυρα βρίσκεται σε αδιέξοδο σε ό,τι αφορά στους Κούρδους, από την άλλη πλευρά γνωρίζει ότι εφόσον δεν δημιουργήσει μια ντε φάκτο κατάσταση στην περιοχή, τότε δεν κινδυνεύει μόνο η στρατηγική να καταστεί ηγεμονική χώρα στην περιοχή, αλλά η ίδια η εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας από ένα μελλοντικό κουρδικό κράτος.

Το γεγονός ότι η Άγκυρα επιθυμεί να διαδραματίσει αυτό τον ρόλο είναι ξεκάθαρο από τις επιλογές του Ερντογάν, τη ρητορική που αναπτύσσει και κυρίως την προσπάθεια να βρίσκεται η Τουρκία παρούσα σε κάθε κρίση που δημιουργείται στην ευρύτερη περιοχή, όπως στην περίπτωση του Κατάρ.

Μέσω των αδελφών μουσουλμάνων και βάσει της θεωρίας της «προσκλήσεως» επιχειρεί να «γεφυρώσει» το σιιτικό με το σουνιτικό στοιχείο που ειδικά στη Μέση Ανατολή είναι σχετικά ισοδύναμο. Έναν ηγεμονικό ρόλο που θα  σε διάφορα στάδια: πνευματικός πόλος, πολιτιστικός, οικονομικός, κοινωνικός και εν τέλει διοικητικός πόλος για τις μουσουλμανικές χώρες της περιοχής.

Αυτή, άλλωστε, ήταν και η στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ επί διακυβέρνησης Ομπάμα-Κλίντον. Η ενίσχυση δηλαδή των αδελφών μουσουλμάνων, ως συνδετικό κρίκο σουνιτικού και σιιτικού ισλάμ, προκειμένου να υπάρχει ένα τρόπον τινά «ομοιογενές ανάχωμα» τόσο προς την Κίνα, όσο και προς τη Ρωσία. Σε τελευταία ανάλυση η περιοχή της Μέσης Ανατολής αποτελεί –πέραν από ενεργειακά πλούσια περιοχή- και τον μεγάλο εμπορικό δρόμο της Κίνας προς την Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα και η πύλη στην κεντρική Ασία, στο μαλακό υπογάστριο δηλαδή της Ρωσικής Ομοσπονδίας, απ’ όπου προκύπτει και το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου της Ρωσίας.

Όλα αυτά, βεβαίως, φαίνεται πως ανατράπηκαν από τη διοίκηση Τραμπ. Όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ο κ. Ερντογάν συνηθίζει να αναφέρεται στις στενές και φιλικές σχέσεις που διατηρεί εδώ και πολλά χρόνια με τον νέο Αμερικανό Πρόεδρο. Όμως η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Μπορεί στο παρελθόν τα αμερικανικά και τα τουρκικά συμφέροντα να ταυτίζονταν –σκανδαλωδώς, ίσως, όπως στην περίπτωση της Κύπρου-  όμως σήμερα και υπό τη διοίκηση Τραμπ εμφανίζονται ως εκ διαμέτρου αντίθετα.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Τουρκία ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που δημιουργεί «κρίση» στις σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Ουάσινγκτον, δεν είναι τόσο ο Γκιουλέν, όπως τουλάχιστον προβάλλεται από την γειτονική μας χώρα, όσο η υπόθεση του Ρεζά Ζαράμπ.

Η διαμονή Γκιουλέν στις ΗΠΑ ενδεχομένως να εξυπηρετεί τον Ερντογάν στο επίπεδο που δίνει το άλλοθι για να εξαπολύει φραστικές επιθέσεις εναντίον των ΗΠΑ. Αυτό, όμως, που πραγματικά δημιουργεί νευρικότητα στον κ. Ερντογάν είναι η φυλάκιση του Ρεζά Ζαράμπ και η μεταφορά του, μάλιστα, σε άγνωστο σημείο στις ΗΠΑ. Όχι τόσο επειδή από τις αποκαλύψεις Ζαράμπ έγινε γνωστό στην Ουάσινγκτον ότι ο κ. Ερντογάν γνώριζε και ενθάρρυνε τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ιράν την ώρα που η Δύση επέβαλε οικονομικές κυρώσεις, όσο ότι ένας έμπιστος του Ερντογάν, ένας «πιστός μουσουλμάνος» δεν μπορεί να εμπλέκεται σε οικονομικές ατασθαλίες και να καταχράται χρήματα. Κάτι τέτοιο βλάπτει τη νέα τουρκική στρατηγική για ηγεμονικό ρόλο στη Μέση Ανατολή.

Κατά πόσο, βεβαίως, η τουρκική στρατηγική μπορεί να αποδυναμωθεί από τον αμερικανικό παράγοντα αποτελεί ένα ζητούμενο. Άλλωστε, η ρητορική Ερντογάν δεν αφήνει περιθώρια στις ΗΠΑ για φραστική επίθεση εναντίον μιας χώρας συμμάχου στην περιοχή. Εάν, όμως, διακρίνονται για κάτι οι ΗΠΑ είναι αυτό που η Τουρκία ανακάλυψε ουσιαστικά λόγω Νταβούτογλου από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας: Τη μακρόπνοη στρατηγική. Μπορεί σήμερα οι ΗΠΑ να μην εξαπολύουν μύδρους εναντίον της Τουρκίας, όπως πράττει η τελευταία. Όμως, όπως, έλεγε ο Λόρδος Πάλμερστον πριν από περίπου δύο αιώνες «Τα έθνη δεν έχουν σταθερούς εχθρούς και φίλους, έχουν σταθερά συμφέροντα» και όπως όλα δείχνουν τα αμερικανικά και τα τουρκικά συμφέροντα βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης.

Κι επιπλέον, η Τουρκία φαίνεται πως λογαριάζει ξεχνώντας τον πραγματικό ξενοδόχο που δεν είναι άλλος από τους ίδιους τους Κούρδους. Όταν επί σειρά ετών η Άγκυρα εξαπολύει επιθέσεις στο Βόρειο Ιράκ εναντίον των Κούρδων χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, τι την κάνει να πιστεύει ότι θα θριαμβεύσει στη Συρία;

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού