Επτά ερωτήματα για τη στάση της κυβέρνησης στο Σκοπιανό

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Η γενικότερη στάση αντίδρασης και υποβάθμισης της φωνής του ελληνικού λαού που συμμετείχε στη διαδήλωση της Θεσσαλονίκης για το όνομα της ΠΓΔΜ, μόνον έντονο προβληματισμό μπορεί να δημιουργήσει, ως προς το εάν υπάρχει μια «κρυφή συμφωνία» μεταξύ της κυβέρνησης και των Σκοπίων, ή μια «κρυφή συμφωνία» με άλλους διεθνείς παράγοντες να «κλείσει» το θέμα της ΠΓΔΜ.

Άλλωστε, όταν μια κυβέρνηση επιθυμεί να μην εκφράζεται ελεύθερα ο λαός μέσω ενός συνταγματικού δικαιώματος, αυτού της συνάθροισης, αυτό προφανώς υποδηλώνει ότι αναπτύσσει «μυστική διπλωματία» και όταν μια κυβέρνηση πολιτεύεται με αυτό τον τρόπο, δύναται αφενός να κάνει υποχωρήσεις επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα, αφετέρου –και προφανώς- βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη λαϊκή βούληση –και άρα δεν νομιμοποιείται να διαπραγματεύεται για ένα τέτοιου μεγέθους εθνικό θέμα.

Το κατά πόσο αυτό το εθνικό θέμα είναι «τέτοιου μεγέθους» δεν χωρεί αμφισβήτησης – επειδή κάποιοι έχουν ήδη σπεύσει  να υποβαθμίσουν τη σπουδαιότητά του, λέγοντας για παράδειγμα ότι «25 χρόνια τώρα τους λένε ‘Μακεδόνες’»!

Μόνο που η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε τέτοιες αντιλήψεις. Διαφορετικά θα έπρεπε να είχαμε σταματήσει να ασχολούμαστε με το Κυπριακό μετά τη «ντε φάκτο» κατάσταση που έχει δημιουργήσει η Τουρκία στο νησί.

Καταρχήν προκειμένου να εξηγήσουμε τη στάση του Πρωθυπουργού, της Κυβέρνησης, βουλευτών, του Δημάρχου Θεσσαλονίκης και της Εκκλησίας, πρέπει να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει και εάν πράγματι υπάρχει διαπραγμάτευση.

Το ζητούμενο για το εάν υπάρχει διαπραγμάτευση τίθεται αυτομάτως από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες στο πλαίσιο του ΟΗΕ- συνομιλίες δεν συνεπάγονται και διαπράγματευση.

1)Υπάρχει πλαίσιο διαπραγμάτευσης και ποιο είναι αυτό;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Υπάρχει και αφορά αποκλειστικά στο ζήτημα της ονομασίας και σε τίποτε άλλο. Γι’ αυτό, άλλωστε, έχουν πληθύνει οι δηλώσεις εγχωρίων παραγόντων που λένε ότι «η Ελλάδα δεν έχει αποκλειστικότητα της Μακεδονίας» και ότι «και οι γείτονες μας μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία».

Όμως αυτές οι απλουστευτικές απόψεις είναι άκρως επικίνδυνες, καθώς είναι άλλο οι βόρειοι γείτονές μας να βρίσκονται σε τμήμα εδάφους που περιλαμβάνεται στον γεωγραφικό χώρο που ονομάζεται από την Ιστορία «Μακεδονία» -ακόμη κι αυτός ο γεωγραφικός χώρος δεν ήταν ποτέ σταθερός στον ρου της Ιστορίας – και είναι τελείως διαφορετικό να αναγνωρίζουμε αξίωση επί της «μακεδονικής ταυτότητας» των κατοίων του κρατιδίου αυτού ακριβώς επειδή ένα τμήμα του βρίσκεται στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.

2) Λύση που να διασφαλίζει την Ελλάδα από αλυτρωτισμούς

Η κυβέρνηση δια του πρωθυπουργού, του κυβερνητικού εκπροσώπου και βουλευτών της, έχει διαβεβαιώσει ότι διαπραγματεύεται για λύση που να μην επιτρέπει αλυτρωτικές διαθέσεις από την ΠΓΔΜ. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι τουλάχιστον αφελές, εάν όχι ψευδές. Οι αλυτρωτικές τάσεις δεν συνίστανται μόνο στις δηλώσεις πολιτικών της γειτονικής χώρας, ή στην έκδοση χαρτών με τη Θεσσαλονίκη να περιλαμβάνεται στα εδάφη του κρατιδίου αυτού, αλλά κυρίως στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ.

Εάν κάποιος διαβάσει το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ δεν θα πιστεύει στα μάτια του. Κανένα Σύνταγμα, καμιάς χώρας στον κόσμο, δεν περιλαμβάνει ανάλυση για εθνική ταυτότητα και εδάφη. Ο αλυτρωτισμός, λοιπόν, συνίσταται κατά βάση στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ και προκειμένου να μην υπάρχουν τέτοιες τάσεις χρειάζεται αλλαγή του Συντάγματος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν υπάρχει στην ατζέντα της διαπραγμάτευσης, το πλαίσιο της οποίας είναι ξεκάθαρο και αφορά μόνο στο όνομα.

3) Γιατί τα συλλαλητήρια δεν βοηθούν στη διαπραγμάτευση;

Τα τελευταία 24ωρα έχουν πληθύνει οι δηλώσεις, όχι μόνο από την κυβέρνηση, όσων θεωρούν ότι τα συλλαλητήρια δεν βοηθούν σε μια διαπραγμάτευση. Ουδείς, βεβαίως, έχει εξηγήσει –και δεν έχει ερωτηθεί βεβαίως και από δημοσιογράφους – για ποιο λόγο τα συλλαλητήρια βλάπτουν την εν λόγω διαδικασία.

Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τα συλλαλητήρια βλάπτουν τη διαπραγμάτευση είναι ο προφανής: Η κυβέρνηση έχει ήδη δια διπλωματικής οδού διαβεβαιώσει ότι θα κάνει αποδεκτή μια ονομασία με τον όρο Μακεδονία, με συνέπεια ένα συλλαλητήριο που εκφράζει αντίθετη άποψη να δημιουργεί πολιτικό και όχι μόνο πρόβλημα στην κυβέρνηση:

α) Είτε επειδή η κυβέρνηση θα φανεί ανακόλουθη  προς τους διεθνείς παράγοντες ενώπιον των οποίων παρείχε διαβεβαιώσεις ότι θα «κλείσει» το ζήτημα της ονομασίας, β)είτε επειδή εφόσον έχει ήδη ερήμην του ελληνικού λαού αποδεχθεί μια ονομασία, θα καθίσταται όχι απλώς έκπτωτη αλλά αντιμέτωπη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας.

4) Εδώ και 15 χρόνια η χώρα έχει αποδεχθεί η λύση να προέλθει από σύνθετη ονομασία

Πρόκειται για ένα βασικό επιχειρήματα των πολιτικών της ΠΓΔΜ οι οποίοι αγωνιούν μη τυχόν και το πλαίσιο διαπραγμάτευσης εκτραπεί και τεθεί ζήτημα εθνικής ταυτότητας. Δυστυχώς, το ίδιο αυτό επιχείρημα προέβαλε μόλις σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, προκειμένου να κατηγορήσει όλους όσοι αντιτίθενται στη χρήση του όρου «Μακεδονία» από την ΠΓΔΜ.

Βεβαίως, α) δεν σημαίνει ότι σε σύνθετη ονομασία δύναται να περιλαμβάνεται ο όρος Μακεδονία και β) εάν και εφόσον το πλαίσιο που είχαν αποδεχθεί οι προηγούμενες κυβερνήσεις αφορούσε σε σύνθετη ονομασία με χρήση ή παράγωγο του όρου Μακεδονία, δεν σημαίνει ότι πρέπει να το αποδεχθεί και η σημερινή κυβέρνηση, εφόσον κρίνει ότι ο όρος Μακεδονία συνιστά εκχώρηση δικαιωμάτων, ιστορικών, εδαφικών, εκκλησιαστικών, κλπ.

Εάν, τώρα, η κυβέρνηση και ο υπουργός των Εξωτερικών θεωρούν ότι μια σύνθετη ονομασία με παράγωγο ή και τον ίδιο τον όρο «Μακεδονία», αλλά και τη χρήση ενός προσδιορισμού, είτε τοπικού, είτε χρονικού, θα διασφαλίσει τα ελληνικά συμφέροντα, τότε πλανώνται πλάνην οικτρά και κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά στους ίδιους του διπλωμάτες, αλλά και στους καθηγητές Γεωπολιτικής που διαθέτει αυτή η χώρα που φωνάζουν περί του αντιθέτου.

5)  Όχι σε δημοψήφισμα – εθνική ή κομματική γραμμή;

Δύο μείζονος σημασίας ζητήματα που τίθενται τα τελευταία 24ωρα αφορούν στην ποιότητα της ελληνικής Δημοκρατίας και στον τρόπο λειτουργίας του Κοινοβουλευτικύ συστήματος. Το πρώτο αφορά βεβαίως στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ονομασία της ΠΓΔΜ και το δεύτερο εάν για ένα εθνικό ζήτημα μπορούν να κοινοβουλευτικά κόμματα να θέτουν έστω και σιωπηρά θέμα κομματικής πειθαρχίας.

Σε ό,τι αφορά στο πρώτο ζήτημα, η κυβέρνηση έσπευσε προκαταβολικά να αποκλείσει το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος. Μάλιστα ο ίδιος ο πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος, ως φυσικό πρόσωπο, αντιπροσωπεύει ένα θεσμό-πυλώνα της Δημοκρατίας, τάχθηκε εναντίον του δημοψηφίσματος. Η κυβερνητική στάση δημιουργεί και πάλι έντονο προβληματισμό, καθώς εμφανίζεται να μην έχει «εμπιστοσύνη» στο κριτήριο του ελληνικού λαού απ’ τον οποίο, σε τελευταία ανάλυση, εκπορεύεται η δική της ισχύς.

Στο βαθμό, όμως, που η κυβέρνηση δεν επιθυμεί ένα δημοψήφισμα –υπενθυμίζεται ότι στην ΠΓΔΜ η «λύση» θα τεθεί σε δημοψήφισμα- δημιουργεί ερωτήματα: α) Δεν θέλει η κυβέρνηση να χρεωθεί τυχόν ναυάγιο της διαπραγμάτευσης; β) Δεν θέλει η κυβέρνηση να καταστεί τόσο εμφανής η διάσταση μεταξύ της πολιτικής που ακολουθεί και της βούλησης του ελληνικού λαού;

Είτε πρόκειται για την πρώτη περίπτωση, είτε για τη δεύτερη, είτε και για τις δύο μαζί, η απόφαση της κυβέρνησης να μην τεθεί η όποια λύση στην κρίση του ελληνικού λαού, καταδεικνεύει το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει –αντίστοιχο πρόβλημα αντιμετώπισε ο κ. Τσίπρας και μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, οπότε εμφανιζόταν από τον κ. Βαρουφάκη να μην επιθυμεί το «όχι», καθώς είχε προσυμφωνήσει στην υπογραφή του μνημονίου – αλλά  και τον αγώνα που καταβάλει να αποφύγει τις εθνικές εκλογές, παρά την απώλεια της εμπιστοσύνης του λαού.

Σε ό,τι αφορά στο δεύτερο ζήτημα, δηλαδή στο εάν πρόκειται για εθνικό ή κομματικό θέμα, η στάση που έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα οι βουλευτές των κομμάτων αναφορικά με την παρουσία τους στο συλλαλητήριο –με εξαίρεση ίσως την αξιωματική αντιπολίτευση- καταδεικνεύει ότι η κυβέρνηση θέτει σιωπηρά ζήτημα κομματικής πειθαρχίας. Αντιμετωπίζει, δηλαδή, ένα εθνικό ζήτημα με κριτήρια μικροκομματικά, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην απαξίωση του Κοινοβουλευτικού συστήματος.

Αντιστοίχως και τα μέλη του κοινοβουλίου εμφανίζονται να επιδιώκουν τη διατήρηση της «καρέκλας» τους και τα προνόμια που απορρέονται από αυτήν – κάτι που τα κάνει αυτομάτως αναξιόπιστα αναφορικά με τις δηλώσεις που διατυπώνουν για την πορεία της διαπραγμάτευσης.

6) Καθετί πατριωτικό σημαίνει ακραίο και εθνικιστικό;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση ολισθαίνει σε αυτό το ατόπημα, κάτι που σημαίνει ότι το πράττει συνειδητά και σχεδιασμένα: Να ταυτίζει καθετί πατριωτικό ως ακραίο και εθνικιστικό. Ακόμη και ορισμένοι βουλευτές φρόντισαν να κρατήσουν αποστάσεις, ή έστω να είναι προσεκτικοί στη διατύπωση της θέσης για τα ακραία στοιχεία. Το ότι θα υπήρχαν και μέλη της Χρυσής Αυγής ουδείς το αμφισβητεί, αλλά αυτό δεν αρκεί ώστε ένα συλλαλητήριο να «βαπτιστεί» ακραίο και εθνικιστικό.

Όμως, το ζητούμενο αναφορικά με την ονομασία της ΠΓΔΜ δεν είναι ο εθνικισμός, δεδομένου ότι η έννοια του εθνικισμού εμπεριέχει επιθετικότητα.  Εθνικιστικές κραυγές έχεις από την άλλη πλευρά των συνόρων και όχι από πλευράς Ελλήνων. Οι Μακεδόνες που διαδήλωσαν στη Θεσσαλονίκη δεν ζήτησαν από την κυβέρνηση εδάφη της ΠΓΔΜ αλλά υπερασπίστηκαν την ταυτότητά τους.

Βάσει της κυβερνητικής αντίδρασης οποιοσδήποτε επιχειρήσει να υπερασπιστεί τα εθνικά δίκαια, δεν είναι πατριώτης, αλλά ακραίος και εθνικιστής. Το να δηλώσεις δηλαδή στην Ελλάδα του 2018 ότι η Μακεδονία είναι ελληνική σε κάνει ακραίο στοιχείο. Μήπως τότε ήταν ακραία η στάση που κράτησαν οι κύριοι Τσίπρας και Παυλόπουλος απέναντι στον Πρόεδρο της Τουρκίας τον περασμένο μήνα;

Δεν μπορεί κανείς –πολλώ δε μάλλον μια κυβέρνηση – να ταυτίζει τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό, ο οποίος πράγματι είναι καταδικαστέος. Κάθε τέτοια προσπάθεια δεν είναι απλώς άθλια προπαγάνδα, αλλά υποκρύπτει αυτό ακριβώς που επισημάνθηκε στην αρχή του παρόντος άρθρου: Ότι δεν αποκλείεται η κυβέρνηση να έχει συμφωνήσει ήδη ερήμην του λαού την εκχώρηση του ονόματος «Μακεδονία» και ως εκ τούτου πρέπει από τώρα με κάποιον τρόπο να «λοβοτομήσει» το σύνολο του ελληνικού λαού. Ενδεχομένως το κυβερνητικό επιτελείο να εκτιμά ότι το ζήτημα της ονομασίας θα κλείσει «χωρίς να ανοίξει ούτε ένα ρουθούνι», όπως έγινε στην περίπτωση του 3ου μνημονίου. Όμως εδώ δεν πρόκειται για περικοπή σύνταξης ή εκχώρηση αεροδρομίου και επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον άθλιος ο ισχυρισμός περί ακραίων και εθνικιστικών κραυγών.

7) Ο ρόλος του Αρχιεπισκόπου πρέπει να ενώνει ή να διχάζει;

Δεν μπορεί παρά να μην γίνει αναφορά στην απαράδεκτη στάση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Ο προκαθήμενος της ελλαδικής Εκκλησίας έχει κάθε δικαίωμα να μην εμφανιστεί ως διοργανωτής ενός συλλαλητηρίου στα όρια της επισκοπής του, δηλαδή στην Αθήνα. Δεν έχει, όμως, δικαίωμα α) να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά στη βούληση του ποίμνιού του, β) να εκμεταλλεύεται τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου μεταφέροντας απόψεις της Εκκλησίας ως θεσμού, όταν δεν τον εκπροσωπεί στο σύνολο της ελλαδικής επικράτειας, γ) να διχάζει το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, λέγοντας ουσιαστικά ότι μια μικρή μερίδα της Εκκλησίας, δηλαδή εννέα μητροπολίτες συμμετείχαν στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης.

Είναι προφανές ότι οι μητροπόλεις της Μακεδονίας θα λάμβαναν μέρος σε αυτό το συλλαλητήριο και όχι ο Μητροπολίτης Σπάρτης. Αυτό, όμως, δεν συνιστά περιθωριοποίηση όλων όσοι διαδήλωσαν στη Θεσσαλονίκη και σε καμία περίπτωση δεν απειχεί τις απόψεις της Εκκλησίας, η οργάνωση της οποίας είναι Συνοδική.

Γεγονός είναι ότι ο κ. Ιερώνυμος δεν έλαβε πολιτική θέση, αλλά κομματική θέση και αυτό είναι ακόμη χειρότερο, αφενός επειδή το κυβερνών κόμμα δεν εμπνέει της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αφετέρου επειδή η Εκκλησία δεν μπορεί να μπλέκεται σε κομματικά παιχνίδια. Είναι άλλο να μην εκφράζει πολιτικές θέσεις και άλλο να παύει να εκφράζει τον ελληνικό λαό. Εάν σταματήσει η Εκκλησία να εκφράζει τον ελληνικό λαό, τότε ο κ. Ιερώνυμος θα έχει ανοίξει την κερκόπορτα ώστε να περιοριστεί από το ίδιο το Σύνταγμα σε μια θρησκευτική κάστα και τίποτε περισσότερο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού