+Plus

Τα Βαλκάνια ξανά σε αναταραχή…

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με τα μάτια προσηλωμένα -και λογικά- στο μεγάλο, όπως αποδεικνύεται, και καθόλου «ευλησμόνητο» θέμα των Σκοπίων, η ελληνική κοινή γνώμη, δείχνει μάλλον να αγνοεί ή να αντιπαρέρχεται την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που εξελίσσεται στα Βαλκάνια εδώ και περισσότερο από ένα έτος.

Οφείλουμε εξ αρχής να επισημάνουμε ότι η αναστάτωση στη Χερσόνησο δεν έρχεται σήμερα κυρίως ως προϊόν ιστορικού «αυτοματισμού» της πολυτάραχης ζώνης μας. Η κινητικότητα αυτών των τελευταίων μηνών συνδέεται ευθέως -αν δεν προκλήθηκε σε ευθεία συσχέτιση μ’ αυτό- με την πολιτική αποδόμηση της πειστικότητας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού οράματος έναντι των πληθυσμών της Γηραιάς Ηπείρου, συμπεριλαμβανομένων των βαλκανικών. Η βαθύτατη κρίση της Ε.Ε. (είτε ως απόρροια κλονισμού της οικονομίας, είτε ένεκα του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος, είτε ως συνδυασμός των δύο) είναι η καινούρια πολιτική παράμετρος, η οποία ως αιτιώδης συνάφεια επεξηγεί την -όχι και τόσο αιφνίδια, όπως αποδεικνύεται- διάθεση των βαλκανικών πληθυσμών να αναζητήσουν προσβάσεις σε άλλες γεωπολιτικές ισορροπίες από τις σημερινές, για να αισθανθούν ασφαλέστερα.

Βασική «απόδειξη» των παραπάνω είναι ότι δύο από τους μόνιμους πόλους επιρροής στη διαμόρφωση των εξελίξεων στη Χερσόνησο του Αίμου, η Ρωσία και η Τουρκία, έχουν επιχειρήσει και πετύχει να διευρύνουν σημαντικά την επιρροή τους στην περιοχή, αξιοποιώντας τη χρεοκοπία πρόσληψης της ευρωπαϊκής προοπτικής, ως ουσιαστικής και οριστικής λύσης των βαλκανικών αδιεξόδων.

Υπ’ αυτούς τους περιορισμούς, η επισπευδόμενη και εκ των πραγμάτων πρόχειρη απόπειρα της Ε.Ε. να «επιστρέψει» στα Βαλκάνια ως βασικός γεωπολιτικός «παίκτης», δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εδραία βάση για ουσιαστικές εξελίξεις σε θετική κατεύθυνση. (Και τούτο, ισχύει ανεξαρτήτως της προϊούσας και δεδομένης πλέον απώλειας ισχύος της αμερικανικής επιρροής στη νοτιανατολική Ευρώπη, που είναι συνέπεια αρχικώς της «στρατηγικής απόσυρσης» της προεδρίας Ομπάμα από ζώνες άμεσου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, όσο και σήμερα αποτέλεσμα του διπλωματικού «κενού» που παράγει η αδιανόητη προεδρία Τραμπ).

Ωσαύτως, εξ ίσου αντιλαμβανόμενη ως αναποτελεσματική για ουσιαστικές λύσεις είναι η όψιμη παρέμβαση της Ε.Ε. στα Βαλκάνια, επειδή εμφανίζεται περισσότερο ως  εμβαλωματική  παρέμβαση προς χειρισμό της ανασφάλειας των Βρυξελλών για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, την οποία παράγουν οι πρόδηλες αποκλίσεις των νέων χωρών-μελών της βορειότερης ανατολικής Ευρώπης από τον ενοποιητικό σκοπό, και λιγότερο ως στρατηγικά μελετημένη επιλογή της Ένωσης, για την αξιοποίηση των χωρών της χερσονήσου μας ως ενός τύπου αντίβαρου στον κλονισμό του Brexit.

Τέλος, εξ ίσου επιφυλακτικές είναι οι βαλκανικές πρωτεύουσες για την επιστράτευση του ΝΑΤΟ ως εναλλακτικού επιθυμητού ενταξιακού στόχου στο δυτικό άρμα, έως την «ωρίμανση» της πλήρους ένταξης στην Ε.Ε.. Η ευρωπαϊκή διπλωματία δείχνει ανίκανη να κατανοήσει ότι λίγο μέλλει τις βαλκανικές χώρες η δήθεν ομπρέλα προστασίας που προσφέρει το ΝΑΤΟ, όταν σ’ αυτήν ήδη συμπεριλαμβάνεται ως χώρα-μέλος η ιστορικά απειλητική για τους βαλκανικούς πληθυσμούς Τουρκία, και δη και ως παλιός στρατηγικός εταίρος της Δύσης. Αντίθετα, η ολοένα και πειστικότερη, αποδεικνυόμενη ως ασύμβατη διηνεκώς, προοπτική σύνδεσης της Ε.Ε. με την Τουρκία, την οποία όλες οι κυβερνήσεις της Χερσονήσου μας διαγιγνώσκουν διά γυμνού οφθαλμού, εάν τυχόν προέκυπτε ουσιαστική διάθεση στρατηγικού χαρακτήρα των Βρυξελλών για ένταξη των βαλκανικών χωρών (Σερβία, Σκόπια, Αλβανία, Μαυροβούνιο κ.λπ.) στην Ε.Ε. ή την ευρωζώνη, κατά περίπτωση, θα έστελνε  σοβαρό μήνυμα ουσιαστικής γεωπολιτικής «υιοθέτησης» αυτών των χωρών.  Ωστόσο, αυτή η κίνηση φαίνεται να μη «χωράει», προσώρας τουλάχιστον, στα πορτοφόλια της «γερμανικής ευρωζώνης», καθώς οι δουλείες της σοϊμπλικής τσιγγουνιάς, ακόμη παγιδεύουν το Βερολίνο -και συνάγωγα την Ε.Ε.- στις «τσουρούτικες» πρακτικές ενθυλάκωσης των πλεονασμάτων. Κι έτσι, οι Βρυξέλλες επιμένουν στη χαμηλής απόδοσης πολιτική της «εναλλακτικής νατοϊκής ένταξης», που φυσικά στις σημερινές συνθήκες δεν συγκινεί κανέναν βαλκάνιο πολίτη.

Η Ελλάδα σ’ αυτόν κυκεώνα εμπλέκεται με 3 τρόπους: 2 βασικούς και έναν δευτερεύοντα. Τα βασικά σημεία είναι το σκοπιανό και η εξουδετέρωση της εδαφικής πτυχής -προϊόν της ιστορικής επιθυμίας «εξόδου» βορείων γειτόνων μας στο Αιγαίο, καθώς και οι ελληνο-αλβανικές σχέσεις. Το δευτερεύον -αλλά καθόλου ασήμαντο- είναι η αυτονόμηση του Κοσόβου από τον σερβικό έλεγχο, εξέλιξη η οποία εφ’ όσον οριστικοποιηθεί θα αποτελέσει την θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση διεκδίκησης της βασικής αλυτρωτικής εκκρεμότητας στα Βαλκάνια, της «Μεγάλης Αλβανίας», με συνέπεια το άνοιγμα ουσιαστικού ζητήματος αλλαγής των συνόρων στην περιοχή μας, που την Ελλάδα αφορά απολύτως, ως συνώνυμη πλευρά της τουρκικής απαίτησης για επανεξέταση των συνοριακών διευθετήσεων της Συνθήκης της Λοζάνης.

Η Ελλάδα σ’ αυτές τις προκλήσεις εισέρχεται διαθέτοντας το βασικό πλεονέκτημα του ισχυρού παράγοντα της περιοχής, αλλά και του απαραίτητου «σύμφωνου πόλου», για να μπορούν να αποκτήσουν νομιμοποίηση οι όποιες αυριανές μεταβολές στα Βαλκάνια.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα ανωτέρω δεδομένα είναι προειδοποίηση προς τις πολιτικές ηγεσίες μας, ότι η Ελλάδα απ’ αυτήν την πιθανολογούμενη γεωπολιτική διελκυστίνδα μπορεί να εξέλθει ενισχυμένη, και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό δεν θα γινόταν αποδεκτό από τους Έλληνες πολίτες.

( Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)