Τί δείχνουν οι παλινωδίες στην εξωτερική πολιτική Τραμπ;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Από το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό και τον εμπορικό πόλεμο για τους δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο, έως τις συνομιλίες με τον μέχρι πρότινος «μισότρελο» Κιμ και την έρευνα για ανάμιξη της Ρωσίας στις τελευταίες αμερικανικές προεδρικές εκλογές, υπάρχει άραγε κάποιος ειρμός σκοπιμοτήτων και αιτιωδών συναφειών εξέλιξης των πραγμάτων (γιατί για «προγραμματική πολιτική»  δύσκολα θα μπορούσε να γίνει λόγος εν προκειμένω…);

Τί κινεί, τελικά, την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, διερωτώμαι εδώ και καιρό, συμμεριζόμενος τον προβληματισμό πολλών συνομιλητών μου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό; Πριν σας εκθέσω μερικές σκέψεις μου, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω κάποιες γνώμες άλλων…

Διαπιστώνω δύο μοτίβα αντιδράσεων για την «Τραμπ αντμινιστρέισιον» (και πάντα μιλώντας για την αμερικανική εξωτερική πολιτική –σε άλλη ευκαιρία η συζήτηση για τις εξελίξεις στο εσωτερικό και την κοινωνία των Η.Π.Α.):

– Η πρώτη ομάδα συνομιλητών μου -ανάμεσά τους και ορισμένοι εξ αριστεράς ορμώμενοι- διατείνονται ότι η επίδραση της προεδρίας Τραμπ στις παγκόσμιες υποθέσεις έχει αντικειμενικά προοδευτικό αποτέλεσμα, αφού λειτουργεί (εκ του αποτελέσματος, εκόντος-άκοντος) ανατρεπτικά για ένα σύστημα ισορροπιών σαπισμένο  και ατελέσφορο εδώ και χρόνια, το οποίο καταλήγει ως εκ της αναποτελεσματικότητάς του να καταγράφει και να ενσωματώνει νεότερους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων, σε παραγωγό γενικευμένης αστάθειας.

– Η άλλη πλευρά, με οπαδούς περισσότερο προερχόμενους από προοδευτικές πολιτικές καταγωγές, μάλλον έχει καταλήξει στην εκτίμηση ότι ο Τραμπ είναι το θεμελιώδες σύμπτωμα της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, όπως συνάγουν εκ του ότι ούτε η πανίσχυρη συστημική νομενκλατούρα των Η.Π.Α. μπόρεσε να αποτρέψει την εκλογή του ανδρός, αλλ’ ούτε -ως τώρα, τουλάχιστον- μπόρεσε να φέρει την πολιτική του στα μέτρα των παγιωμένων συμφερόντων της μόνης υπερδύναμης.

Σεβαστές και άξιες αναφοράς οι δύο γνώμες που προανέφερα και, σε κάθε περίπτωση, δύσκολη έως και αδύνατη η αποδόμηση ή η ενδυνάμωσή τους, όσο ο κόσμος μας φαίνεται πλέον να έχει εισέλθει σε μια ανεπίστροφη πορεία ανατοποθέτησης της μοίρας της ανθρωπότητας. Και το κάνει, παραμερίζοντας τις έως τώρα  μη επιδεχόμενες καμιά αμφισβήτηση πολιτισμικές και εθνο-κοινωνικές παραταθήκες, ρέπων σ’ ένα είδος πρωτόγνωρου ιστορικού «αυθορμητισμού» (επιτρέψτε μου τον νεολογισμό, για την καταγραφή του χρόνου των πραγμάτων, που ως σήμερα φαινόταν να υπόκειται ασφυκτικά στις νομοτέλειες των ως άνω παρακαταθηκών).

Ο Φουκουγιάμα, για παράδειγμα, το κατενόησε απολύτως ελλειμματικά ως το «τέλος της ιστορίας», ενώ πρόκειται για έναν νέο τρόπο γραφής της. Και ήταν, αυτή η ανεπαρκέστατη πρόσληψη των πραγμάτων από τον Φουκουγιάμα, από μόνη της μια ακόμη απόδειξη της κρίσης του εκ-συστημικού καπιταλισμού, έχοντας ξεμείνει από αναλυτικά εφόδια κατανόησης της πραγματικότητας, στο έρημο νοητικό τοπίο της ψευδαίσθησης κυριαρχίας επί του πλανήτη (τί αφέλεια!) και της ματαιοδοξίας ότι η ιστορία τελείωσε, απλούστατα διότι πλέον δεν θα αυτενεργούσε αλλά θα κατέγραφε ό,τι της υπεδείκνυε το «σύστημα» (Δηλαδή, κλασικό γενεσιουργό σύμπτωμα  κρίσης…)

Όμως, για να έλθω στην άποψή μου, θαρρώ πως η περίπτωση Τραμπ δεν χωράει εύκολα σε «σχεδιασμό». Τον οποιονδήποτε σχεδιασμό!

Απλές ερμηνευτικές των πραγμάτων αναφορές στα έργα του άγουν με σχετική βεβαιότητα σε συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πρακτική διαχείρισης της αδυναμίας να ασκηθούν θεσμικές και τρέχουσες πολιτικές ηγετικές υποχρεώσεις, που απορρέουν εκ της ανθρώπινης φυσικής αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του. Είτε για λόγους δυνητικού ελλειμματικού φορτίου νοημοσύνης του για να μπορέσει να κατανοήσει τί είναι και ποιός ο ρόλος του (έχω ξαναγράψει για τον ρόλο των μικρονοϊκών στη δόμηση του σημερινού συστήματος), είτε λόγω της γνωστής ανευθυνότητας, με την οποία οι «παίκτες» της εποχής μας αφήνουν τις «ακαθαρσίες» τους στα πράγματα.

Φυσικά ο Τραμπ είναι γέννημα-θρέμμα  του συστήματος που διατείνεται πως επιχειρεί να ανατρέψει. Και από μια πλευρά, η παρουσία του στην προεδρία της μητρόπολης της Δύσης, είναι και η εκδίκηση της κρίσης που το ίδιο το σύστημα απέτυχε να αποτρέψει.

Νομίζω, όμως, πως «ψάχνοντας» την εξωτερική πολιτική του ως οιονεί προϊόν νοήμονος σχεδιασμού, παραβλέπουμε ότι η κρίση στην κορεατική χερσόνησο δρομολογήθηκε από τον ίδιον σε άμετρη κλιμάκωση, ακριβώς την περίοδο που το θέμα ανάμιξης της Ρωσίας διά του προσώπου του στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές εισερχόταν σε ιδιαίτερα άχαρη για τον ίδιον φάση.

Όπως και σήμερα, σε ανάλογα άχαρη φάση και για το ίδιο θέμα, ξεσπά και ο εμπορικός πόλεμος των δασμών  που ο ίδιος κήρυξε. (Αν και εδώ πρόκειται για πιο «σοφιστικέ» αντιπερισπασμό, αφού με τους δασμούς παράγεται όφελος για μερίδα του αμερικανικού επιχειρηματικού κατεστημένου, προς άγραν εσωτερικών πολιτικών συμμαχιών και με τη δημοτικότητα Τραμπ σε πτωτική πορεία. Όπως, επίσης, το άρον-άρον κλεισίματος της υπόθεσης με τη Βόρεια Κορέα, αφορά σε αναγνώριση της στοιχειώδους παραδοχής που και ένας μικρονοϊσμός θα αντιλαμβανόταν: Ποτέ δεν μπορείς να κερδίσεις έναν πόλεμο με όλα τα μέτωπα ανοιχτά και εναντίον όλων).

Εικάζω, λοιπόν, ότι εδώ δεν υπάρχει περιθώριο για «ανάλυση». Ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί  να αποφύγει την εξώθησή του σε απομάκρυνσή από την αμερικανική προεδρία. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει, ή όχι! Αλλά, πάντως, το προσπαθεί…

Από την άλλη, ασφαλώς η κυρία Κλίντον δεν είναι (ποτέ δεν ήταν) η «λύση» για τη χρεοκοπία του σημερινού συστήματος. Αυτό είναι ζητήματα που θα επιλύσει η ίδια η ιστορία. …Η οποία εμφανίζεται ιδιαίτερα αποτελεσματική, σε υπέρβαση και αποδόμηση των αφηγήσεων που τα εκάστοτε συστήματα της υπαγόρευαν να «γράψει», οποτεδήποτε τα ίδια κλονίζονταν.