Το πολιτικό υπόβαθρο της συνταγματικής αναθεώρησης (Μέρος Α΄: Το περιεχόμενο των αλλαγών)

«K᾿ ὕστερ᾿, ἀφ᾿ οὗ συντρίψωμεν

τὸν ἔχθιστον ζυγόν,

ἄλλα ὄχι ἀβέβαια πλούτη

θέλει μᾶς δώσει πάλιν

ἡ ἐλευθερία»

Ανδρέας Κάλβος, Ὠδαί, ᾨδὴ Δεκάτη – Ὁ Βωμὸς τῆς Πατρίδος

(Ο πίνακας Ελλάδα είναι του ζωγράφου Γιώργου Ξένου)

 

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Οι εξελίξεις στο μέτωπο της αναθεώρησης του Συντάγματος επιταχύνθηκαν τις τελευταίες μέρες, μετά την πρωτοβουλία της κυρίας Γεννηματά να ανοίξει τέτοιος διάλογος, την οποία υποδέχτηκε θετικά ο Αλέξης Τσίπρας.

Το ζήτημα, υπό συνθήκες κανονικής κίνησης των πολιτικών πραγμάτων, δεν θα προκαλούσε τόση συζήτηση, αφού οι αναθεωρήσεις των συνταγματικών διατάξεων σε χώρες του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, ιδίως στην Ευρώπη, λαμβάνουν χώρα ως αναπόσπαστο τμήμα της δημοκρατικής διαδικασίας, εκφράζοντας την προσπάθεια του πολιτεύματος που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία να προσαρμοστεί στις εκάστοτε ανάγκες των πολιτικών καιρών. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο! Αυτή, άλλωστε, είναι η υπεροχή της δημοκρατίας έναντι άλλων συστημάτων, να μπορεί να αναβαπτίζεται εξ ιδίων ως προς την «αποτελεσματικότητά» της ως πολιτικός μηχανισμός οργάνωσης των κοινωνιών, ακολουθώντας κατά βήμα την διέλευση  του ιστορικού χρόνου, και όχι να παγιδεύεται σε μοντέλα «μίας χρήσεως, όπως κατ’ εξοχήν συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Έτσι, το μόνο που θα είχε νόημα να συζητηθεί εν προκειμένω στην Ελλάδα, θα ήταν το εάν τέτοια αναθεώρηση θα ήταν αναγκαία και χρήσιμη αυτήν την ώρα, για την προαγωγή του δημόσιου βίου μας.

Όμως, τα ερωτήματα αυτά είναι απαντημένα εξ αρχής! Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης είναι πανταχόθεν αναγνωρισμένη, με την ολοκλήρωση του λεγόμενου «ιστορικού κύκλου της μεταπολίτευσης» και την κίνηση της Ελλάδας σε εντελώς καινούριες συνθήκες οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας μας, υπό το βάρος των αναγκών του κόσμου κατά τον 21ο αιώνα και της οριστικής απομάκρυνσης της ανθρωπότητας από τα ιστορικά υπολείμματα της τελευταίας δεκαετίας της απελθούσας εκατονταετίας.

Υπάρχουν και δύο ειδικοί λόγοι -πέραν της γενικού- που συνηγορούν υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης, οι οποίοι επίσης γενικώς αναγνωρίζονται ως ισχυρής τεκμηρίωσης:

Ο πρώτος λόγος είναι η διαφαινόμενη πλέον ως ασφαλής έξοδος από τον 8ετή κύκλο αυστηρής δημοσιονομικής επιτήρησης (δηλαδή τα μνημόνια). Αίτιο, που αναδύεται από την υποχρέωση της δημοκρατικά οργανωμένης Ελλάδας να λειάνει θεσμικά τις προηγηθείσες συνέπειες από τις εκτροπές που συνεπάγονταν οι έξωθεν εποπτείες, ανάμεσά τους και μερικές απολύτως αντιδημοκρατικές. (Υπενθυμίζεται ότι η τελευταία -εκ των πραγμάτων αποδειχθείσα ως μάλλον ατυχής- σοβαρή αλλαγή στη θεσμικώς οργανωμένη Ελληνική Δημοκρατία ήταν η εκχώρηση μέρους της ελληνικής κυριαρχίας εκτός της χώρας, ως προϋπόθεσης για την ένταξή μας στην ευρωζώνη. Φυσικά, μία παρέμβαση κεντρικής θεσμικής σημασίας εδώ δεν θα ήταν να ανακαλέσει η Ελλάδα την κυριαρχία που εισέφερε στο κοινό ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα -όπως όλες, άλλωστε, οι άλλες χώρες- αλλά η διεκδίκηση διασφάλισης της δημοκρατικής συλλογικής διαχείρισης της εκχωρηθείσας κυριαρχίας, και όχι -όπως συνέβη ως τώρα και ιδίως εντός της κρίσης- με όρους ανατροπών σε ό,τι αφορά την υπόσταση ιδρυτικής ανεξαρτησίας των χωρών-μελών). Ταυτόχρονα, με εφόδιο την ιστορική εμπειρία από τη δημοσιονομική εκτροπή της περιόδου εντός του ευρώ, και ασχέτως του εάν αυτό δεν υπήρξε μόνο ελληνικό πρόβλημα, γεννάται και θέμα οργάνωσης των δημόσιων οικονομικών της χώρας μας, αναθεωρώντας σε σημαντικό βαθμό το μοντέλο χρηματοδότησης της χώρας κυρίως με εξωτερικό δανεισμό.

Ο δεύτερος -και κατά τη γνώμη μου, μείζων- λόγος είναι η συμπλήρωση σε 3 χρόνια από σήμερα 200 ετών από τη γέννηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους! Αν η σύγχρονη Ελλάδα ολοκλήρωσε τα πρώτα 100 χρόνια ελεύθερου βίου της ικανοποιώντας τα υπαρξιακά εδαφικά της ζητήματα, και τα επόμενα 100 χρόνια ωριμάζοντας ως δημοκρατικά οργανωμένο κράτος, σήμερα, ισορροπώντας ως διεθνής γεωπολιτική σταθερά χωρίς εκκρεμότητες συνοριακών διαφορών και ως Δημοκρατία, οφείλει να κάνει το βήμα δικαίωσής της, αξιοποιώντας την παγκόσμια αναγνώριση στον θετικό ρόλο της για ολόκληρη την ανθρωπότητα, απολύτως καίριο ιστορικό και πολιτισμικό ρόλο, και την οικονομική ενδυνάμωσή της από αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πόρων που ως σήμερα υπνώττουν -για παράδειγμα, την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων μας.

Πρόκειται, δηλαδή, για το νέο υπαρξιακό ζητούμενο της Ελλάδας μετά από χιλιετίες παρουσίας της στον κόσμο, που δεν μπορεί παρά να φέρει τον τύπο μιας συνταγματικής θεμελίωσης, ως της κορυφαίας ρύθμισης οργάνωσης και λειτουργίας της πατρίδας. Και δεν μπορεί, παρά να αφορά σε τελείωση της διαδικασίας ανεξαρτησιακής και δημοκρατικής συγκρότησης της Ελλάδας, ώστε αυτά τα δύο στοιχεία να κατοχυρώνονται αμετακλήτως και χωρίς άλλες παλινωδίες στην ελληνική ταυτότητα του 21ου αιώνα.

Κατανοώ, βεβαίως, ότι τα τελευταία σημεία που ανέφερα αφορούν σε συντακτική συνταγματική διαδικασία και όχι σε αναθεωρητική! Όμως, σήμερα και δεδομένης τη ανάγκης αυτή η ατζέντα ενότητας των πολιτών να υποκαταστήσει τον διχασμό που κυριαρχεί στον δημόσιο βίο μας, η συζήτηση μπορεί και πρέπει να ανοίξει. Και υπάρχει ο χρόνος, ωριμάζοντας οι Έλληνες σε απόψεις που ενώνουν, να καταστούν στον δέοντα χρόνο αυτές οι αλλαγές που θα συμφωνηθούν μέρος μιας συντακτικής “επανίδρυσης” της Ελλάδας.

(Στο επόμενο Β΄ μέρος, ποιοί και γιατί δεν θέλουν τη συνταγματική αναθεώρηση)

( Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)