+Plus

Το πολιτικό υπόβαθρο της συνταγματικής αναθεώρησης (Μέρος Γ΄: Τα κίνητρα όσων την αρνούνται)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

H απαξία που παράγεται στη χώρα μας σε βάρος της δημοκρατικής πολιτικής διαδικασίας, από την επιμονή μικρής και προφανώς μειοψηφικής μερίδας του κομματικού συστήματος και ελάχιστων μεμονωμένων πολιτικών προσώπων να αρνούνται -με σαθρότατη, μάλιστα, τυπική και ουσιαστική τεκμηρίωση- την ενεργοποίηση της αναθεώρησης του Συντάγματός μας, όπως εξήγησα στο προηγουμένο Β΄ μέρος αυτών των αναλύσεων, αναμφίβολα έχει κόστος για την ποιότητα της Δημοκρατίας μας. Ταυτόχρονα, από την εμμονή  διατήρησης της Ελλάδας σε πλαίσιο λειτουργίας του πολιτεύματος ξεπερασμένο, και προδήλως αναντίστοιχο με την εποχή και τις ανάγκες της, παράγεται και σοβαρό θεσμικό κόστος, ιδίως εάν τυχόν αυτή η αρνητική στάση κυριαρχούσε.

Οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι βαρύτατες, πολύ περισσότερο επειδή η χώρα εξέρχεται μακράς περιόδου άτυπων ανατροπών και παραβιάσεων των δημοκρατικά ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων, συνεπεία της δημοσιονομικής κρίσης και των μεταστάσεών της στα πεδία της κοινωνικής συνοχής και της καθ’ εαυτόν Πολιτικής. Τυχόν απουσία των πολιτικών δυνάμεων  από τη συλλογική προσπάθεια να ανακοπούν οι συνέπειες παράτασης του μνημονιακού θεσμικού πλαισίου της περιόδου Μάιος 2010-Αύγουστος 2018 (εξ ορισμού και κατά γενική παραδοχή θεσμικού πλαισίου εκτάκτου ανάγκης) κατά τη μετα-μνημονιακή περίοδο, θα συνιστούσε βαρύτατη παράλειψη των πολιτικών μας δυνάμεων. Όχι γιατί η μνημονιακή νομοθεσία συμπεριελάμβανε εξ αρχής στις προθέσεις της παρεμβάσεις στο Σύνταγμα και τις διατάξεις του, αλλά διότι η εφαρμογή ρυθμίσεων έκτακτου χαρακτήρα των μνημονίων, όπως έγινε, τοις πράγμασι παράγει ζήτημα αξιολόγησης της ουσίας και της αντοχής των συνταγματικών διατάξεων, απέναντι σε παρεμβάσεις που δεν φέρουν την ελάχιστη νομιμοποίηση να αποπειρώνται ρυθμίσεις τέτοιου βάθους.

Για παράδειγμα, τα δικαστήρια (ελλείψει συνταγματικού δικαστηρίου στη χώρα μας) καλούνται αλλεπαλλήλως  και επανειλημμένα να αποφανθούν επί συνταγματικών διατάξεων τις οποίες θίγουν διάφορες μνημονικές ρυθμίσεις, παράγοντας έτσι νομολογία αναντίστοιχης εμβάθυνσης με τη σημασία του ζητήματος. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα αυτό κι ακόμη και αν τελικά καταλήξει στην εκτίμηση ότι αλλαγές τέτοιας θεσμικής σημασίας θα ήταν αρμοδιότητα συντακτικής Βουλής, και όχι αναθεωρητικής, τα κόμματα δεν δικαιούνται να απόσχουν της ευθύνης τους να ανοίξουν τη συζήτηση.

Τέλος, εάν τυχόν η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος αναβαλόταν για τη δεύτερη μετα-μνημονιακή περίοδο και μετά το 2026, όπως θα συμβεί εάν η παρούσα Βουλή αποφύγει να κηρύξει την επόμενη και διάδοχό της Βουλή ως αναθεωρητική, τα κόμματα θα «δραπέτευαν» από την  υποχρέωσή τους να αποπειραθούν την αποκατάσταση της αξιοπιστίας τους ενώπιον των πολιτών, που έχει σοβαρά τρωθεί  λόγω των μνημονίων.

Για τους λόγους αυτούς -καθώς και και πολλούς άλλους ακήμη που εξέθεσα  στα προηγούμενα- χρήζει διερεύνησης το πλαίσιο πολιτικών κινήτρων που ωθεί τους επίδοξους «φονείς» της συνταγματικής αναθεώρησης, σε τόσο ακραίες αντιθεσμικές επιλογές και συμπεριφορές. (Εικάζω πως δεν αρμόζει εδώ να ομιλούμε για τις απόψεις που αντιλαμβάνονται  ως «πολιτική εκτροπή» την περίοδο 2015-2019, εκ του γεγονότος ότι κυβερνά παραταξη της αριστεράς. Το αναφέρω, διότι απλή περιήγηση στην επιχειρηματολογία και το language της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μεμονωμένων πολιτικών προσώπων που αρνούνται τη συνταγματική αναθεώρηση και επιχειρούν να την ακυρώσουν, προσδίδει βασιμότητα στην υποψία αυτή. Την αντιπαρέρχομαι, όμως, διότι τέτοιας μορφής «νεο-αντι-κομμουνιστική» ματιά στις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, θα προσιδίαζε περισσότερο σε συντεταγμένο χρυσαυγητισμό, παρά σε αντιλήψεις κομμάτων και προσώπων του ούτω καλουμένου «συνταγματικού τόξου», ακόμη κι αν ο φερόμενος ως εκ των «αναδόχων» του όρου αυτού, περνά με εξαιρετική ευκολία στην αντίπερα όχθη, εκείνην της άρνησης, για την αναγκαιότητα της συνταγματικής αναθεώρησης).

Ποιά θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι τα καθαρά πολιτικά κίνητρα (εκτός των άλλων κινήτρων που προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε ως εδώ) για το άγος να επιχειρείται η ακύρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, με τόσο απροσχημάτιστα «πολιτικάντικη» αιτιολόγηση;

Διακρίνω 2 πεδία κινήτρων:

Το πρώτο κίνητρο είναι η παγίδευση σε μια αντιπολιτευτική τακτική, που έχοντας αποτύχει παταγωδώς ως τώρα να εμφανίσει στοιχειωδώς έστω εναλλακτική πολιτική μέθοδο διακυβέρνησης, εμμένει σ’ αυτήν την τακτική, ακριβώς επειδή εγγενώς αδυνατεί να καταστεί η «άλλη πρόταση», πιο αξιόπιστη από τη σημερινή, για τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και των συμφερόντων της πατρίδας κατά την επόμενη πολιτική περίοδο.

(Κάτι τέτοιο δεν είναι πρώτη φορά που εμφανίζεται στο κόμμα της σήμερα αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μάλιστα, αν κανένας δει προσεκτικά τις περιόδους κατά τις οποίες η Νέα Δημοκρατία ήταν στην αντιπολίτευση, κατά τη μετα-καραμανλική περίοδο του κόμματος, θα διαπιστώσει ότι το φαινόμενο είναι μάλλον σύνηθες και οι εκλογές που κερδήθηκαν τόσο από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη το 1989-’90 όσο και από τον Αντώνη Σαμαρά το 2012 (Μάιο και Ιούνιο), δεν υπήρξαν προϊόν ενάσκησης πειστικής δομικής αντιπολίτευσης θετικού προσήμου, αλλά περισσότερο αποτέλεσμα είτε πρακτικών αμφίβολης πολιτικής ομαλότητας (όπως οι διώξεις σε βάρος του ιδρυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που στη συνέχεια αποδείχτηκαν σκευωρία) είτε μεγάλης φθοράς της κατά περίπτωση απερχόμενης κυβέρνησης. Τί χρείαν άλλων αποδείξεων έχουμε για το ότι ισχύουν όσα αναφέρω, αφού ο τελευταίος πρωθυπουργός της Ν.Δ., ο Αντώνης Σαμαράς, πριν ανέβει στην εξουσία υπέγραψε επιστολή διαβεβαίωσης ότι θα εφήρμοζε την πολιτική του …προκατόχου του;…

Διαφορετική, εν μέρει τουλάχιστον, ήταν η περίπτωση του Κώστα Καραμανλή του νεώτερου, ο οποίος κέρδισε εκλογές όχι μόνον ένεκα της φθοράς που συσσώρευσε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο «ιδιότυπος νεποτισμός» Σημίτη, αλλά και επειδή άρθρωσε κάποιον μερικώς πειστικό εναλλακτικό λόγο σχετικά με το μοντέλο διακυβέρνησης της Ελλάδας, με την «πολιτική των αγωγών» και με την προσπάθεια δημοσιονομικής αποκατάστασης του εγκληματικά εσφαλμένου τρόπου ένταξής μας στην ευρωζώνη. Τα δε ανωτέρω ισχύουν, ανεξαρτήτως του εάν υπήρξε η διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή επιτυχής, ή όχι!  Περί «εναλλακτικού πολιτικού λόγου» από την αντιπολίτευση εδώ ο λόγος, και όχι περί γενικής αξιολόγησης του έργου απελθόντων πρωθυπουργών. Μ’ άλλα λόγια, καμιά σχέση οι αντιπολιτεύσεις της Ν.Δ. με την αντιπολίτευση που ασκήθηκε κατά σειρά (και προφανώς χωρίς διάθεση συγκριτικής αξιολόγησης του παλιότερου με τους νεώτερους, σύγκριση που δεν «χωράει» εδώ σοβαρή συζήτηση), με τις αντιπολιτεύσεις Ανδρέα Παπανδρέου, Γιώργου Παπανδρέου και Αλέξη Τσίπρα, που -αρέσει, δεν αρέσει- ασφαλώς συνιστούσαν εναλλακτική πολιτική πρόταση για την Ελλάδα, ανεξαρτήτως του πόσο πέτυχε καθε μία απ’ αυτές, ή όχι, εφαρμοζόμενη ως κυβερνητική πολιτική.

Γενικώς, η μακρά δυσανεξία της Ν.Δ. να αρθρώσει από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν σοβαρό πολιτικό λόγο, έχει εντοπιστεί και επισημανθεί από μέρους μου πολλές φορές κατά το παρελθόν σε αναλύσεις μου και νομίζω πως έχει αποκτήσει προσλάβει ενδημικά χαρακτηριστικά στο κόμμα.  Η παρούσα συγκυρία της ηγεσίας Κυριάκου Μητσοτάκη επισωρεύει επιπροσθέτως στη συντηρητική πολιτική παράταξη, εκτός από την ηχηρή ανεπάρκεια θεσμικής αντιπολίτευσης, την αναξιοπιστία εσωτερικών αμφισβητήσεων στο κόμμα, σχετικά με την ακολουθούμενη πολιτική της. Ίσως εδώ θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη η υπενθύμιση των αναφορών του αειμνήστου Δημήτρη Τσάτσου, σχετικά με την υποκατάσταση ανάξιων αντιπολιτεύσεων -πρωτίστως αξιωματικών- στο εν γένει κομματικό σύστημα, από ορισμένες ενδοκομματικές αντιπολιτεύσεις, ως μέσο δημοκρατικής εξισορρόπησης…)

Το δεύτερο κίνητρο είναι η εκπροσώπηση πολιτικών, οικονομικών και άλλων συμφερόντων, στο πλαίσιο της τρέχουσας διαπάλης σχετικά με τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων.

Εδώ, αρχικά δεν φαίνεται να παράγεται κάτι το μεμπτό. Στα λειτουργικά κομματικά συστήματα αυτονόητο είναι ότι τα κόμματα εκπροσωπούν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με αποκλίνοντα συντεταγμένα συμφέροντα. Ωστόσο, προσεκτικότερη ματιά άγει στο συμπέρασμα ότι εάν αυτή η πολιτική εκπροσώπηση ταξικών προτεραιοτήτων εγκαταλείπει ως πεδίο εκδήλωσής της την τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση και εκτείνεται σε ζητήματα θεσμικής συγκρότησης του πολιτεύματος και της πολιτείας, τότε απειλείται με ρευστοποίηση η συνεκτική ύλη που ενώνει τους πολίτες ενός κράτους. Μ’ άλλα λόγια, απόπειρα ακύρωσης μιας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, πανθομολογουμένως αναγκαίας, ως προϊόν πολιτικής αντιπολίτευσης για την προαγωγή συντεταγμένων συμφερόντων οποιασδήποτε μορφής ή κατηγορίας, συνιστά θεσμική αήθεια. Ποτέ δεν θα μπορούσαν υπαρξιακά ζητήματα για μια χώρα και τους πολίτες της, να επιλύονται επί τη βάσει των ταξικών διαχωρισμών. Είναι ο ορισμός της «εμφύλιας διαμάχης», την οποία τα κόμματα οφείλουν να αποτρέπουν με κάθε μέσο.

(Οι παρούσες αναλύσεις δημοσιεύονται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)