Το σύστημα της απλής αναλογικής και οι συνέπειες στη Θράκη

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Το ζήτημα της εφαρμογής του συστήματος της απλής αναλογικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση επανέρχεται στο προσκήνιο, με αφορμή τόσο τις σχετικές δηλώσεις του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όσο και την απάντηση του αρμόδιου υπουργού Εσωτερικών.

Προκειμένου να αντικρούσει τον κ. Μητσοτάκη, ο κ. Σκουρλέτης αναφέρθηκε στην απλή αναλογική, διαμορφώνοντας μια εικόνα «δημοκρατικότερου» συστήματος, το οποίο δεν φιμώνει την αυτοδιοίκηση και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.

Ωστόσο, ο υπουργός των Εσωτερικών που επιζητεί συναίνεση για την επέκταση αυτού του εκλογικού συστήματος στην αυτοδιοίκηση, εμφανίζεται να αγνοεί δύο σημαντικές παραμέτρους, τις οποίες θα αναλύσουμε εν συντομία παρακάτω. Η πρώτη αφορά στην πραγματική εικόνα της αυτοδιοίκησης και στον τρόπο λειτουργίας των Δήμων. Η δεύτερη και σημαντικότερη αφορά στην αλλαγή ισορροπιών που θα επιφέρει η απλή αναλογική σε Δήμους της Θράκης όπου είναι ισχυρό το μουσουλμανικό στοιχείο και ανεξάρτητα των προθέσεων των ίδιων των Ελλήνων μουσουλμάνων, οι αποκαλούμενες «τουρκικές» ενώσεις διεκδικούν πολιτικό ρόλο και λόγο, μην κρύβοντας τους δεσμούς τους με τη «μητέρα Τουρκία».

Να διευκρινιστεί, σε πρώτη φάση, ότι το ελληνικό εκλογικό σύστημα είναι αναλογικό. Μάλιστα, εάν συγκριθεί με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά συστήματα, θεωρείται ένα από τα αναλογικότερα. Η διαφορά του από την απλή αναλογική είναι ότι με το υφιστάμενο σύστημα και σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας, δηλαδή εθνικών εκλογών, ενισχύεται δραστικά το πρώτο κόμμα. Τούτο, βεβαίως, δεν αναιρεί την αναλογικότητα του συστήματος. Το αποκαλούμενο μπόνους παρέχει, απλώς, στο πρώτο κόμμα την απαραίτητη πλειοψηφία κοινοβουλευτικών εδρών προκειμένου να είναι σε θέση να κυβερνήσει.

Τούτο επισημαίνεται, δεδομένου ότι υπάρχει μια τάση εξωραϊσμού του συστήματος της απλής αναλογικής από την ελληνική κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα και εκπλήσσει πραγματικά το γεγονός ότι ο νομικός κόσμος της χώρας, ο οποίος έχει σπουδάσει συνταγματικό δίκαιο, διδάσκεται και διδάσκει στις νομικές σχολές ότι η εφαρμογή απλής αναλογικής δεν συνεπάγεται «δημοκρατικότερο» πολίτευμα, το αντίθετο μάλλον.

Πρακτικά, με την αναλογική, οι πλειοψηφίες στη Βουλή σχηματίζονται μετά τις εκλογές, με διαπραγματεύσεις των κομματικών ηγεσιών, δηλαδή ερήμην του λαού. Την πολιτική ζωή τη ρυθμίζουν τα μικρά κόμματα. Με άλλα λόγια, η αναλογική φαλκιδεύει τον έλεγχο της πραγματικής εξουσίας από τον λαό.

Για να κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρένθεση του τι εστί το σύστημα της απλής αναλογικής, παρεθέτουμε από το Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου που διδάσκεται στη Νομική σχολή Αθηνών, το γενικό συμπέρασμα: «Όταν οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επιτρέπουν στη δημοκρατία να ανθήσει, είναι προτιμότερο να γίνονται εκλογές με αναλογική παρά να μη γίνονται καθόλου…».

Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι συνθήκες επιτρέπουν στη δημοκρατία να ανθήσει. Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική, αν και υπό το πρίσμα της ανάληψης, έστω και μερικώς, της πολιτικής κυριαρχίας της χώρας από τα ελληνικά κόμματα, μετά το τέλος του υφιστάμενου προγράμματος-μνημονίου, δύναται κανείς να ισχυριστεί ότι δεν είναι αναγκαία μια πολύ αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έναντι μιας ισχνής αντιπολίτευσης.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζουμε και το πολιτικό παράδοξο να επιμένουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην εφαρμογή απλής αναλογικής, γεγονός που αντικατοπτρίζει όχι τόσο την επιθυμία των μικρών κομμάτων να συγκυβερνήσουν, όσο μάλλον την πρόβλεψη χαμηλών ποσοστών από το ίδιο το κυβερνών κόμμα.

Ωστόσο, ας επανέλθουμε στο κεντρικό μας ζητούμενο, δηλαδή στο πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση η εφαρμογή της απλής αναλογικής στις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Την ώρα που η Τοπική Αυτοδιοίκηση διεκδικεί ουσιαστικότερο ρόλο πολιτικής και δεν έχει υλοποιηθεί το όραμα πολλών ετών να μετατραπεί η Αθήνα σε μητροπολιτικό δήμο, δηλαδή να λάβει ενισχυμένες εξουσίες που σήμερα βρίσκονται διασκορπισμένες σε διάφορα υπουργεία, η εφαρμογή απλής αναλογικής στις αυτοδιοικητικές εκλογές θα προκαλέσει μάλλον την απώλεια καθεαυτής της άσκησης πολιτικής από τους φορείς αυτοδιοίκησης.

Σε πρώτη φάση θα αναδειχθεί η αδυναμία επίλυσης των τοπικών προβλημάτων, ακόμη και του αυτονόητου, δηλαδή της αποκομιδής των απορριμμάτων, αφού δεν αποκλείεται η μικροκομματικής λογικής ασυνεννοησία στους κόλπους μιας πολυπαραταξιακής διοίκησης. Λύσεις επ’ αυτού, βεβαίως, υπάρχουν. Κάλλιστα η κεντρική διοίκηση μπορεί να εισηγηθεί την ανάληψη αυτού του έργου, δηλαδή της αποκομιδής των απορριμμάτων εν προκειμένω, από ιδιώτες! Η εικόνα παράλυσης όμως στη διοίκηση των δήμων περισσότερο παραπέμπει στην υπεραύξηση της κεντρικής εξουσίας επί της τοπικής αυτοδιοίκησης παρά στο αντίθετο.

Εάν αυτή η εικόνα να φαντάζει ζοφερή, υπό τις επικρατούσες συνθήκες μπορεί να γίνει ζοφερότερη, αν η απλή αναλογική εφαρμοστεί και στους Δήμους της Θράκης. Εφόσον η κυβέρνηση επιμείνει στην ισχύ της, δεν μπορεί παρά να μην εφαρμοστεί πανελλαδικά. Η διοίκηση των Δήμων της Θράκης, λοιπόν, τίθεται αυτομάτως σε κίνδυνο, με τις αποκαλούμενες «τουρκικές» ενώσεις να διεκδικούν πολιτικό ρόλο και λόγο, δυσχεραίνοντας τη λήψη αποφάσεων.

Δεδομένου, μάλιστα, ότι ο πρόεδρος του «Συλλόγου Αλλελεγγύης Τούρκων Δυτικής Θράκης», Νετσμεττίν Χουσεϊν, έχει κατ’ επανάληψη μιλήσει για ανεξάρτητη δυτική Θράκη και, όπως ενδεχομένως γνωρίζουν οι ελληνικές αρχές, ταξιδεύει συχνά –πυκνά σε Λονδίνο, Βερολίνο και Άγκυρα για τη χρηματοδότηση του Συλλόγου του, γίνεται αντιληπτό ότι η διεκδίκηση πολιτικού ρόλου στην άσκηση τοπικής εξουσίας από μία μειοψηφία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για τα ελληνικά συμφέροντα.

Ειδικά όταν η δράση αυτών ακριβώς των Συλλόγων και των Ενώσεων είναι συνεχής και υποστηρίζεται καθαρά από την Τουρκία, η οποία μπορεί σήμερα να κρατά σχετικά χαμηλούς τόνους για τη Θράκη, φροντίζοντας για την εμπέδωση των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο, όμως είναι βέβαιο και αυτονόητο ότι θα επιδιώξει σε δεύτερη φάση και αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στη Θράκη.

Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το σημείο είναι εάν μπορεί η Τουρκία να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία στη Θράκη. Άλλωστε, η δυτική Θράκη δεν είναι βραχονησίδα η οποία δεν ονοματίζεται στη Συνθήκη της Λωζάνης και άρα μπορεί να ασφισβητηθεί η ελληνική κυριαρχία – να σημειωθεί, πάντως, ότι σε καμία απολύτως διεθνή Συνθήκη δεν ονοματίζονται οι βραχονησίδες. Πρόκειται, φυσικά, για τουρκικό τέχνασμα, δεδομένου ότι σύμφωνα με το Δίκαιο των Θαλασσών, το οποίο η Τουρκία εφαρμόζει μερικώς στον Εύξεινο Πόντο, όπου έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, ακόμη και η βραχονησίδα έχει βαρύτητα. Η απάντηση είναι καταφατική. Πράγματι η Τουρκία μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία στη Θράκη. Ποιες είναι όμως αυτές οι συνθήκες που θα της επέτρεπαν κάτι τέτοιο;

Καταρχήν, ο ανορθολογικός τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει πολιτική. Ο ίδιος ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας έχει ουκ ολίγες φορές αναφερθεί στον μη ορθολογικό τρόπο με τον οποίο η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν συμπεριφέρεται σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, δημιουργώντας εκνευρισμό ακόμη και στην Ελλάδα. Όταν ένας διεθνής δρων δεν τηρεί βασικούς διπλωματικούς κώδικες, τότε δύναται να τινάξει στον αέρα οποιονδήποτε στρατηγικό σχεδιασμό προσέγγισης, ή συμφιλίωσης και καλής γειτονίας που επιδιώκει η Αθήνα.

Αυτός ο ανορθολογικός τρόπος συμπεριφοράς, λοιπόν, ο οποίος μάλιστα έχει αποτελέσει αφορμή ώστε ο Νίκος Κοτζιάς να αφήνει αιχμές μέσω αστεϊσμών κάθε φορά που συνομιλεί με τον Τούρκο Πρόεδρο, δημιουργεί προϋποθέσεις νέων διεκδικήσεων από την Άγκυρα.

Το άλλοθι γι’ αυτές τις διεκδικήσεις μπορεί να είναι οτιδήποτε. Ο έχων αυτοδιοικητική εξουσία, λόγω απλής αναλογικής στις τοπικές εκλογές, «τουρκικός σύλλογος», μπορεί να απευθύνεται στην «μητέρα Τουρκία» για προστασία και η Άγκυρα να αξιώνει ρόλο προστάτιδος δυνάμεως στη Θράκη, δηλώνοντας ότι «όπου υπάρχει έστω και ένας Τούρκος, η Τουρκία θα έχει λόγο». Αντίστοιχα, δε, θα καταγγέλλει  την από πλευράς Ελλάδας καταπάτηση της Συνθήκης της Λωζάννης στο θέμα της μειονότητας, γυρεύοντας έστω και ψήγματα νομικού ερείσματος.

Σενάρια επιστημονικής φαντασίας; Κάθε άλλο. Ειδικά όταν η τουρκική διπλωματία δεν συμπεριφέρεται επιστημονικά, δηλαδή με ορθολογικό τρόπο. Γι’ αυτό και εφόσον υπάρχει σχεδιασμός από το υπουργείο Εσωτερικών, δεδομένου ότι ο κ. Πάνος Σκουρλέτης επιμένει στην εφαρμογή απλής αναλογικής στις αυτοδιοικητικές εκλογές, θα πρέπει να τεθεί υπό επανεξέταση ακόμη και με τη συμμετοχή της ελληνικής διπλωματίας, από τη στιγμή μάλιστα που σε περιφέρεια της χώρας υπάρχει και αναγνωρισμένη μουσουλμανική μειονότητα.