Ευτυχώς αποτύχαμε!

Γράφει η Σοφία Τασσοπούλου

Μέρες τώρα αναλογίζομαι την πορεία της γενιάς μου, των σημερινών σαραντάρηδων δηλαδή. Οι περισσότεροι ζήσαμε μετρημένα στα παιδικά μας χρόνια, είχαμε ένα παντελόνι και όχι τρία, ένα ζευγάρι αθλητικά, πήγαμε σε δημόσιο σχολείο και όχι ιδιωτικό, ο κακός μαθητής ήταν τεμπέλης και όχι δυσλεκτικός, μαθαίναμε μία ξένη γλώσσα κι όχι τρεις. Παρόλα αυτά, δεν πεινάσαμε, δεν ζήσαμε πόλεμο, δεν ξενιτευτήκαμε, δεν πολεμήσαμε όπως οι προηγούμενες λαμπρές και τιμημένες γενιές.

Πολλά άλλαξαν με την πράσινη αλλαγή, την αναδιανομή της πίτας, η ιστορία είναι γνωστή σε όλους. Μέσα στο πλαίσιο των δεκαετιών του ’80, του ‘90 και του ’00, μεγαλώσαμε και αναπτύξαμε νέες νοοτροπίες, παράταιρες με τις ως τότε εμπειρίες μας. Ήρθε το χρήμα. Και η επίδρασή του υπήρξε δραματική στα πάντα.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς ξεκίνησε ο έχων λεφτά να είναι σπουδαίος, το ακριβό αυτοκίνητο να είναι κριτήριο αξιολόγησης, τα παπούτσια Τimberland ένδειξη κοινωνικού στάτους, δεν ξέρω πως η τσάντα Louis Vuitton έγινε απόλυτο must have item. Δεν ξέρω πραγματικά πότε άρχισε το ήθος να είναι τόσο αδύναμο μπροστά στο χρήμα, και από πότε ο πλούσιος δε χρωστούσε σε κανέναν παρά μόνο του χρωστούσαν.

Φαντάζομαι ότι θα ήταν μάλλον την ίδια περίπου εποχή που ο Κωστόπουλος έγινε ήρωας, προτείνοντας ένα και μοναδικό μοντέλο βίου, ασφυκτικό μονόδρομο για την κοινωνική αναγνώριση και την είσοδο στο γκέτο των γαμάτων. Αναφέρομαι στο μοντέλο σύμφωνα με το οποίο αν δεν διέθετες το εισιτήριο της ομορφιάς ή του χρήματος ήσουν ένας αδιάφορος αποτυχημένος, μια χλιαρή μετριότητα. Καμία ανοχή δεν υπήρχε στη διαφορετικότητα. Δεν πρέπει να έχει προηγηθεί άλλη εποχή με τόση έντονη δυσανεξία στη διαφορετικότητα. Πιάσαμε την πρωτιά σε κάτι, μπράβο μας.

Την ίδια περίοδο ανεφύη ο Θέμος Αναστασιάδης, άλλη σπουδαία περσόνα της εποχής, ο οποίος επίσης πρότεινε μοντέλο που δυστυχώς ευδοκίμησε. Χιουμοράκι, σημαντικοί καλεσμένοι στην εκπομπή του κατηγορίας μαϊντανού, που σχολίαζαν την ελαφριά επικαιρότητα, τόσο ελαφριά που εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς ποιος θα την αντέξει. Τελικά όχι μόνο την άντεξαν πολλοί, την αποθέωσαν κιόλας. Μια χαρά βολεύτηκαν ναρκωμένοι σε αυτή τη φούσκα. Μιλάμε για τον ίδιο Θέμο φυσικά που συνελήφθη πριν από χρόνια με ένα πορτμπαγκάζ φουλαρισμένο με κάτι μυριάκια, που κάπου τα πήγαινε στο εξωτερικό, έψαχνε τράπεζα καλή να τοποθετήσει τα χρήματα που είχε βγάλει με τον ιδρώτα του (?). Όλα αυτά διανθισμένα με ημίγυμνα κορίτσια που χόρευαν στο background της εκπομπής του κερδίζοντας την εύνοια του Θέμου και των απανταχού wankers. Σίγουρο είναι ότι οι ίδιες, εν αγνοία τους βέβαια δεν επιθυμούμε να τους προσάψουμε ευθύνη, δίδαξαν υπό την παρότρυνση του Θέμου, σε πολλά νεαρά κορίτσια το σίγουρο δρόμο της αβάσταχτης ελαφρότητάς τους.

Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών η λέξη ευκολία ήταν νομίζω ο κύριος τίτλος γραμμένος με μεγάλα έντονα γράμματα. Ευκολία στα πάντα. Στην απόκτηση χρήματος, στις ανθρώπινες σχέσεις, στη σκέψη ακόμα και στο φαγητό. Και η γενιά μας την υποστήριξε σθεναρά θεωρώντας ότι αυτός είναι ο δρόμος, έτσι θα προχωρήσουμε, ότι το κόκκινο χαλί θα είναι στρωμένο κάτω από τα πόδια μας για πάντα.

Φυσικά διαψευσθήκαμε. Η ακραία αντιδιαστολή με τη σημερινή κατάσταση αλλά και η προσαρμογή μας στις νέες συνθήκες προβάλει μπροστά στα μάτια μας την αποτυχία των επιλογών του παρελθόντος σε μεγέθυνση. Δεν είναι δίκαιο βέβαια να χρεώσει κανείς σε κάποιον τη συνολική ευθύνη για την αποτυχία αυτή, δεδομένο είναι όμως ότι ένα απογοητευτικά μεγάλο ποσοστό των σημερινών σαραντάρηδων, πίστεψε στο απαράδεκτο για στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο μύθο του Έλληνα «σταχτομπούτου», καβάλησε το άλογο και κάλπασε αγέρωχα.

Παρόλα αυτά, είναι βέβαιο ότι στην πλειοψηφία των εκπροσώπων της γενιάς μας, κάπου βαθιά, όταν έφυγε η λαμπερή χρυσόσκονη του χρήματος, επήλθε μία αναπάντεχη ανακούφιση, αυτή η αίσθηση της ανακουφιστικής επιστροφής από την εξαντλητική «ασυδοσία» στη θαλπωρή του ίσιου δρόμου. Δε μπορεί κανείς να προβλέψει ποια θα ήταν η κατάληξη της προηγούμενης πορείας μας αν δεν είχε διακοπεί από την οικονομική κρίση. Αντί προσωπικής εκτίμησης, ας μου επιτραπεί να παραθέσω μεταφορικά τη συνήθη κατάληξη του ποδηλάτου στην κατηφόρα, όταν ο ποδηλάτης αδυνατεί πια να ακολουθήσει με τα πόδια του την ταχύτητα περιστροφής των πεταλιών.

Ο καθένας θα κάνει την αυτοκριτική του, υπάρχουν πολλά και διαφορετικά κίνητρα για τις επιλογές που έκανε τότε ο καθένας, πολλοί θα έχουν ήδη αλλάξει γνώμη ακόμα και αν δεν το ομολογήσουν. Οι επιλογές του παρελθόντος πάντως θα βρίσκονται κάπου εκεί σε μια ενοχική μετανοημένη πια συνείδηση που θα συντηρήσει για πολλά χρόνια την κατάθλιψη του αποτυχημένου.

(Το κείμενο γράφτηκε 2013 αλλά είναι και πάλι επίκαιρο…)