Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος*

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Αυτός ακριβώς ο στίχος του εθνικού ποιητή, όπως τον διαβάζουμε στο «Εις Φραγκίσκα Φράιζερ»*, μου ήρθε στο μυαλό τα τελευταία 24ωρα, οπότε και μαίνεται ένας άνευ προηγουμένου για τα ελληνικά δεδομένα επιχειρηματικός πόλεμος.

Η είδηση ότι το ξένο fund με την ονομασία QCM «χτυπά» την ελληνική εταιρία Folli Follie, της οποίας η μετοχή βρίσκεται στο ήμισυ της αξίας της, περνά από τις περισσότερες στήλες των εφημερίδων και από τα ενημερωτικά μέσα του διαδικτύου, σαν μια απλή είδηση.

Θα μου πείτε «τεχνοκρατικής φύσεως» είναι όλα αυτά. Μια έκθεση ξένου fund για μια ελληνική εταιρία. Ο ισχυρισμός αυτός, ίσως είχε μια δόση αλήθειας, εφόσον η ελληνική επιχείρηση ήταν μια απλή εταιρία, κι όχι ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες ελληνικούς επιχειρηματικούς Ομίλους με διεθνή αναγνώριση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον διεθνή ανταγωνισμό!

Είμαι καχύποπτος με το fund αυτό. Κι έχω το δικαίωμα να είμαι καχύποπτος, όσο έχουν κι οι εκπρόσωποι του fund αυτού το δικαίωμα να είναι καχύποπτοι με την ελληνική επιχείρηση. Άλλωστε είναι ξεκάθαρο ότι και οι δύο επιδιώκουν το κέρδος, οπότε οποιαδήποτε διαφορετική πρόθεση από πλευράς του ξένου fund, δηλαδή ότι «αγαπά την Ελλάδα» και χαίρεται που βγαίνει από την οικονομική κρίση, θα ήταν υποκριτική. Ειδικά όταν το fund αυτό επέλεξε να τοποθετηθεί στην Folli Follie ενόσω είχε ήδη προσφύγει η Ελλάδα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Κατ΄αντίθεση με την καχυποψία του Fund, η οποία επικεντρώνεται στον αριθμό των καταστημάτων Folli Follie και στα ταμειακά του διαθέσιμα, για τα οποία μάλιστα διατηρεί επιφυλάξεις, παρά τα στοιχεία που γνωστοποίησε η εταιρία, η δική μου καχυποψία εντοπίζεται στην …ιστορία. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι με την έναρξη της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αλλά και τα μνημόνια που τη συνόδευσαν, οι ελληνικές επιχειρήσεις-κρατικές ή μη- βρέθηκαν στο στόχαστρο των ξένων επιχειρήσεων. Άλλωστε έαν κατηγορείται για κάτι η ΕΕ δεν είναι άλλο από την έλλειψη δημοκρατίας, ως απόρροια του κορπορατισμού της!

Πολλές κρατικές εταιρίες άλλαξαν χέρια. Να θυμήσουμε ότι ο ΟΤΕ πέρασε σε γερμανικά, ο ΔΑΑ ήταν ήδη γερμανικός, τα περιφερειακά αεροδρόμια επίσης έγιναν γερμανικά. Οι σιδηρόδρομοι γίνονται ιταλικοί, το φυσικό αέριο επίσης θα περάσει σε ξένο επενδυτή. Στο βαθμό που οι μεταμνημονιακές συζητήσεις απαιτούν από την Ελλάδα «μεταρρυθμίσεις» και στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων, αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι τα επιπρόσθετα 10 δισ. από τις αποκρατικοποιήσεις θα προέλθουν από τη ΔΕΗ, εναντίον της οποίας γίνονται πράγματα και θαύματα, κι όποιου άλλου πλουτοπαραγωγικού τομέα διαθέτει αυτή η χώρα. Μην ξεχνάμε ότι οποιαδήποτε ΑΕ που έχει το κράτος-ΕΥΔΑΠ, Συγκοινωνίες-θα είναι εν δυνάμει προς πώληση, ενώ ακόμη και «φιλέτα» της Αθήνας που θα περάσουν υπό κρατική ΑΕ, μέσω της ανάπλασης της πρωτεύουσας, θα μπορούν να πωληθούν σε ξένους επιχειρηματικούς ομίλους. Εκεί που το Ελληνικό θα γινόταν πάρκο, θα γίνει τσιμεντόπουλη. Αντίστοιχα, λοιπόν, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και οι εργατικές κατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας θα μετατραπούν σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, έχοντας πωληθεί έναντι πινακίου φακής!

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, λοιπόν, έχει καταδείξει ότι για τις ελληνικές επιχειρήσεις ο δρόμος είναι είτε η πώληση σε ξένους ομίλους, είτε το…λουκέτο. Και για την πρώτη και για τη δεύτερη περίπτωση, υπεύθυνες είναι οι κυβέρνησεις, δεδομένου ότι τα μνημόνια που εφάρμοσαν, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια συνταγή καταστροφής- όπως τα ίδια τα πολιτικά κόμματα, στο σύνολό τους, έχουν αναγνωρίσει. Μια καταστροφή που συνδυάζει τον περιορισμό της κίνησης των κεφαλαίων, τη μείωση της παραγωγής εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης και εν τέλει τη φορολογική εξόντωση των επιχειρήσεων,  η οποία προβλέπεται να είναι και διαρκείας, όπως άλλωστε και των νοικοκυριών -οι ίδιες οι επιχειρήσεις τα έχουν ανακοινώσει αυτά μέσω των Ενώσεων και των Επιμελητηρίων τους.

Πράγματι, τα μνημόνια δεν σκίζονται, αλλά εφαρμόζονται και κάποτε τελειώνουν-εν προκειμένω τον Αύγουστο καλώς εχόντων των πραγμάτων. Όμως, το πραγματικό πρόβλημα για την κοινωνία και την οικονομία τώρα αρχίζει, αφού το κρατικό ταμείο θα πρέπει να γεμίζει και να γεννά πλεονάσματα για δεκαετίες μπροστά, με μοναδικούς πόρους …τους φορολογικούς. Εξ’ου και οι «μεταμνημονιακές» πολιτικές για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Δηλαδή μειώσεις συντάξεων, αποκρατικοποιήσεις, κατάργηση αφορολόγητου-κεκαλυμμένα όλα αυτά με διάφορα τσιτάτα, όπως «κοινωνική δικαιοσύνη», «φορολογική δικαιοσύνη» και άλλα πολλά.

Ο στόχος της «βουλγαροποίησης» της Ελλάδας, όπως λεγόταν και γραφόταν πριν 10 χρόνια και χλευαζόταν από τους κυβερνώντες και δήθεν προοδευτικούς, σήμερα φαίνεται ξεκάθαρα. Πράγματι, το «δόγμα του σοκ» δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Το «βατράχι» δεν έπρεπε να πέσει στο βρασμένο νερό. Κι έτσι το άφησαν να σιγοβράζει. Κι όσοι ακόμη και σήμερα σπεύσουν να χλευάσουν τα γραφόμενα για μικροκομματικούς λόγους, ή απλούστερα λόγω …αβελτηρίας, ας αναλογιστούν ποια ήταν η κατάσταση και τι λεγόταν και γραφόταν, ποια ήταν τα συνθήματα στον τοίχο πριν 10 χρόνια και ποια είναι η κατάσταση σήμερα.

Το QCM, δηλαδή το ξένο fund που σφυροκοπά την Folli Follie τις τελευταίες μέρες, μας καλεί να είμαστε επιφυλακτικοί με όσα μπορεί να ανακοινώσει-ως απάντηση στις κατηγορίες του-η ελληνική εταιρία. Προφανώς, όμως, να μην είμαστε επιφυλακτικοί στις δικές του κατηγορίες. Παρά το γεγονός ότι η προσχεδιασμένη έκθεσή του-άλλωστε ο επικεφαλής του fund σε συνέντευξή του σε διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης, αποκάλυψε ότι καιρό τώρα είχε επιφυλάξεις για την ελληνική εταιρία και έκανε «ρεπορτάζ» χωρίς να το γνωρίζει η εταιρία-οδήγησε στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις του χρηματιστηρίου στην μείωση της αξίας της μετοχής της Folli Follie κατά το ήμισυ! Όλα αυτά επειδή το «ρεπόρτ-ρεπορτάζ» του fund για μια από τις λίγες ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται με επιτυχία στο εξωτερικό είναι «έγκυρο» και όχι «fake»;

Με το συμπάθειο, αλλά είμαι Έλληνας κι ως Έλληνας στηρίζω και θα στηρίζω την άποψη που εκφράζει μια επικερδής επιχείρηση της χώρας μου-επειδή εάν δεν ήταν επικερδής δεν θα είχε στοχοποιηθεί με τον τρόπο που στοχοποιείται. Το οποιοδήποτε ξένο fund μπορεί να δηλώσει οτιδήποτε θέλει. Ακόμη κι ότι «αγαπά την Ελλάδα», όπως ισχυρίζεται ο επικεφαλής του. Η διαφορά μας είναι ότι τα funds αγαπούν αυτό στο οποίο σκοπεύουν: το κέρδος. Εγώ, από την άλλη, επιμένω να αγαπώ τη χώρα μου. Τι πιο προοδευτικό από αυτό;