Η Δημοκρατία του ισχυρού στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Γράφει ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Η ιστορία της τελευταίας δεκαετίας της ΕΕ έχει καταδείξει ότι σημασία δεν έχουν τα φυσικά πρόσωπα, δηλαδή οι ηγέτες των χωρών, αλλά οι πολιτικές που εφαρμόζουν. Εάν, για παράδειγμα, κάποιος ισχυριστεί ότι οι πολιτικές που εφαρμόζει η σημερινή Αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας είναι αριστερές, θα προκαλέσει τουλάχιστον τον γέλωτα.

Από την άλλη πλευρά, οι παλαιότεροι ίσως και να θυμούνται εκείνη τη θρυλική-τελευταία συνέντευξη Τύπου του Ανδρέα Παπανδρέου μετά τη Σύνοδο των Καννών στις 27 Ιουνίου 1995. Τότε που το «μοναχικό λιοντάρι της Ευρώπης», όπως τον χαρακτήριζε ο διεθνής Τύπος, έλεγε ότι «είδε πράγματι το Διευθυντήριο να λειτουργεί». Πολλοί στους διαδρόμους έδιναν δίκιο στις ελληνικές θέσεις, αλλά ουδείς τολμούσε ούτε καν να ασκήσει κριτική σε όσα διατυπώνονταν πίσω από κλειστές πόρτες.

Για τους Έλληνες πολίτες, ενδεχομένως, να θυμίζει την περιγραφή μιας συνεδρίασης του Eurogroup, όπως μας την έχει περιγράψει ο Γιάνης Βαρουφάκης: Ουδείς γνώριζε τις ελληνικές θέσεις παρά το γεγονός ότι είχαν διατυπωθεί, ουδείς παρείχε ενημέρωση στα μέλη του Συμβουλίου. Τελευταία στιγμή τους δινόταν ένα συνταγμένο-από ολίγους τεχνοκράτες της Κομισιόν και της Γερμανίας-κείμενο, προκειμένου…να συμφωνήσουν.

Για το έλλειμμα Δημοκρατίας στην ΕΕ έχει χυθεί αρκετό μελάνι-περισσότερο ακαδημαϊκό και λιγότερο δημοσιογραφικό. Γεγονός είναι ότι εφόσον υπάρχουν υπερεθνικά όργανα χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, τότε ο ισχυρότερος θα επιβάλλει πολιτικές, επικαλυπτόμενες από ένα τρόπον τινά «νομικίστικο» περίβλημα «δημοκρατικότητας» και «αλληλεγγύης».

Η ΕΕ «κατασκευάστηκε» για να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου κι εξαρχής κινητήριος μοχλός της ήταν ο κορπορατισμός. Ο ίδιος συνεχίζει να είναι και σήμερα. Η μοναδική αλλαγή είναι στο ποιός είναι σήμερα ο ισχυρός στην ΕΕ και κατά γενική ομολογία ο ισχυρός δρων είναι η Γερμανία.

Για να επανέλθουμε, όμως, στο ζήτημα που θίξαμε εξαρχής, ότι δηλαδή το πρόβλημα εντοπίζεται στις πολιτικές και όχι στα πρόσωπα. Η ΕΕ έχει γράψει με μαύρο μελάνι την Ιστορία της, ειδικά την τελευταία δεκαετία, οπότε και πολλοί πρωθυπουργοί χωρών-μελών, οι οποίοι όρθωσαν ανάστημα εναντίον του «διευθυντηρίου», προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των χωρών τους, κυριολεκτικά εκπαραθυρώθηκαν.

Δεν έχει σημασία εάν συμπαθούμε ή όχι τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή τον Γιώργο Παπανδρέου. Σημασία έχει ότι σε μια λεπτή καμπή για τις δύο χώρες, Ιταλία και Ελλάδα αντίστοιχα, εξέπεσαν του αξιώματός τους εν μία νυκτί, μην έχοντας την εμπιστοσύνη των Μέρκελ-Σαρκοζί εκείνη την περίοδο, αλλά έχοντας ταυτόχρονα εξαγριώσει και την κοινή γνώμη των χωρών τους- οι λαοί, δηλαδή, ως κατευθυνόμενη«μάζα», ήταν το άλλοθι της εκπαραθύρωσης.

Σαφώς και το ζητούμενο σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η Οικονομική και φυσικά και αναπόφευκτα η Πολιτική Ένωση. Αυτός, άλλωστε, είναι ο στόχος και κάθε χώρα-μέλος το γνωρίζει. Γι’ αυτό το λόγο επίσης δημιουργήθηκαν και τα υπερεθνικά όργανα της Ένωσης, προκειμένου αφενός να μην υποκύπτουν σε επιμέρους πολιτικά συμφέροντα, αφετέρου να συνθέτουν τις απόψεις-ειδικά στο θέμα της σύνθεσης υπάρχει ένα ζητούμενο για το ρόλο της Κομισιόν σήμερα, για το κατά πόσο δηλαδή συνθέτει ή επιβάλλει μονομερώς πολιτικές.

Όμως, από τη «συνθετική» χάραξη πολιτικής με στόχο την πλήρη Ένωση, μέχρι την επιβολή των ισχυρότερων στους αδύναμους, δηλαδή αυτό που συμβαίνει σήμερα στην ΕΕ, η απόσταση είναι τεράστια.

Το ελληνικό παράδειγμα υπήρξε αποκαλυπτικό του τρόπου επιβολής και υφαρπαγής της πολιτικής δικαιοδοσίας μιας χώρας, είτε αυτή η υφαρπαγή έγινε οικειοθελώς και στο πνεύμα μιας «μελλοντικής πολιτικής ένωσης», είτε βιαίως. Αναφέρουμε τη λέξη βία όχι τυχαία, αλλά επειδή στην παγκόσμια Ιστορία η βία έχει αποτελέσει κεντρικό μοχλό σε αυτό που αποκαλούμε…πρόοδο. Όμως, μια τέτοιου είδους εκ των άνωθεν επιβολή για έναν κοινό σκοπό είναι «θεμιτή» μόνον εφόσον ο σκοπός είναι «κοινός» και δεν αφορά στις επιδιώξεις των ισχυρών-όπως προαναφέραμε.

Καλώς ή κακώς οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και επαναλαμβάνω ότι δεν αφορούν σε καθεαυτά τα πρόσωπα, όσο στις πολιτικές που εφαρμόζουν. Σε τελευταία ανάλυση, εάν ο προπηλακισμός ενός δημάρχου, όπως ο Γιάννης Μπουτάρης, συγκρίνεται από κυβερνητικούς παράγοντες με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, παρά το γεγονός ότι ο δήμαρχος εξύβρισε τον ελληνισμό-μακεδονικό και ποντιακό-κατ’ αντίθεση με τον βουλευτή της ΕΔΑ που στηλίτευε το πολιτικό και πολιτειακό κατεστημένο της χώρας, τότε κάλλιστα κάποιος μπορεί να συγκρίνει τη συμπεριφορά του Ιταλού Προέδρου με την αντίστοιχη του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου.

Δια του ιταλικού Συντάγματος ο κ. Ματταρέλλα είχε τη δυνατότητα να απορρίψει έναν υπουργό, ο οποίος είχε την υποστήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ωστόσο δεν κατέφυγε στις κάλπες προκειμένου να λυθεί αυτή η «διχογνωμία» ανώτατου άρχοντος και εντολοδόχου πρωθυπουργού, παρά προτίμησε να δώσει διερευνητική εντολή σε έναν τεχνοκράτη! Ακόμη κι αν η κυβέρνηση που θα κληθεί να σχηματίσει ο κ. Κοτταρέλλι, θα είναι «υπηρεσιακή», προκειμένου να ψηφιστεί ένας προϋπολογισμός και να οδηγηθεί η χώρα εκ νέου σε εκλογές-περίπτωση Παπαδήμου για το PSI- η ιταλική λαϊκή ετυμηγορία ποδοπατείται από τον θεματοφύλακα του ιταλικού Συντάγματος.

Επιπλέον, εφόσον ο κ. Κοτταρέλλι δεν τύχει της εμπιστοσύνης της ιταλικής Βουλής, τότε θα συνεχίσει να δρα «υπηρεσιακά» έως ότου ο κ. Ματταρέλλα κρίνει κατά το φθινόπωρο ότι πρέπει εν τέλει να γίνουν εκλογές. Μέχρι τότε ο «κατεψυγμένος» πρωθυπουργός θα έχει την εμπιστοσύνη των Βρυξελλών, οι οποίες από την πλευρά τους, σε συνδυασμό με τις αγορές, θα σφυροκοπούν τη βούληση του ιταλικού λαού…

Συγκρινόμενη με την ελληνική συνταγματική ιστορία, η κατάσταση στη γειτονική χώρα θυμίζει έντονα τη διχογνωμία Κωνσταντίνου με Γεώργιο Παπανδρέου, δηλαδή κατά πόσο επιτρέπεται στον ανώτατο άρχοντα να επιβάλει την πολιτική του θέση στην εκλεγμένη κυβέρνηση, την ώρα που δια του Συντάγματος απαγορεύεται στον ανώτατο άρχοντα να έχει πολιτική θέση.

Θυμίζει, όμως, εξίσου έντονα και την «ασθένεια» του Κωνσταντίνου, η οποία εμπόδιζε επί σειρά μηνών την ορκωμοσία της δεύτερης κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου, προκειμένου να αναβληθεί το αναπόφευκτο: η συμμετοχή της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρότι, εν τέλει, ο Ελευθέριος Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, δεν κράτησε πολύ επειδή και πάλι ο ανώτατος άρχοντας αρνήθηκε να συναινέσει στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Ξανά εκλογές, λοιπόν. Εκλογές έως ότου ο λαός συναινέσει με την άποψη του ανώτατου άρχοντος και όχι ο τελευταίος να σεβαστεί τη λαϊκή ετυμηγορία.

Οι ηγεσίες της Λέγκας και των Πέντε Αστέρων κατήγγειλαν αυτή τη συμπεριφορά, η οποία δεν είναι πρωτόγνωρη για την Ιταλία. Αντιθέτως έχει δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής αστάθειας στη γειτονική χώρα εδώ και δεκαετίες, καθιστώντας την πολιτική ζωή επιρρεπή σε ξένες επιρροές Κι εδώ δεν έχει σημασία εάν η άποψη αυτή εκφράζεται από τους ηγέτες των ακροδεξιών κομμάτων, ή την Γαλλίδα Μαρί Λεπέν. Σημασία έχει η «πράξη» και όχι ποιοι τη στηλιτεύουν αυτή την πράξη. Άλλωστε, η ίδια η πράξη επανακαθορίζει τους θύτες και τα θύματα, κι όχι η ιδεολογία τους.

Δυστυχώς, οι εξελίξεις στη γειτονική Ιταλία αποτελούν μία ακόμη μαύρη σελίδα στην ιστορία της σύγχρονης ΕΕ. Μία από τις πολλές μαύρες σελίδες, επειδή την τελευταία δεκαετία μόνο τέτοιες γράφονται. Κι αυτές δεν οφείλονται στα ακροδεξιά κόμματα, αλλά στις πολιτικές του διευθυντηρίου των Βρυξελλών. Άλλωστε, είναι αποδεδειγμένο ότι τα ακροδεξιά κόμματα ενισχύονται όταν υπάρχουν ακραίες και αντιλαϊκές πολιτικές. Δεν μπορείς να θες το ένα και να απορρίπτεις το άλλο, αν και το «διαίρει και βασίλευε» φαίνεται ότι αποτελεί πάγια τακτική των ισχυρών, ταυτόχρονα με την ταμπέλα του “λαϊκιστή”. Όμως, όπως δήλωσε εσχάτως και ο αγαπητός στην ελληνική Αριστερά και ιδρυτής των Πέντε Αστέρων, Πέπε Γκρίλο: «Υπάρχει κάποιος ο οποίος μιλά, υποκαθιστώντας εκατομμύρια πολίτες. Οι αγορές σήμερα είναι το ψευδώνυμο του χειρότερου καπιταλισμού, του αρπακτικού αυτού που υφίσταται στην Ιταλία».