+Plus

Υπαναχωρεί η κυβέρνηση για το χρέος; | Οι ευθύνες του Αλέξη Τσίπρα

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Διαβάζοντας κανένας τα στοιχεία που ανακοινώνονται για την οικονομία της ευρωζώνης από μια σειρά οικονομικά  ινστιτούτα και επίσημους ή ημιεπίσημους φορείς, αν θα ήθελε να διατηρήσει ουσιαστική επαφή με την επιστημονική οικονομικά πτυχή των ανακοινώσεων αυτών, οφείλει να διερωτηθεί: Συμφέρει την Ελλάδα η παραμονή της στην ευρωζώνη, ή όχι;

Γενικεύοντας, με αφορμή την κλιμάκωση της από δεκαετίας υποβόσκουσας ιταλικής οικονομικής κρίσης, θα όφειλε μάλιστα ο ίδιος να διερωτηθεί, αν μια ελλειμματική οικονομία, στην οποία χύδην συγκαταλέγονται ιστορικά όλες ανεξαιρέτως οι μεσογειακές χώρες της Ε.Ε., ωφελείται μακροπρόθεσμα από την πρόσδεσή της στο «σκληρότερο» νόμισμα της εποχής, ή όχι.

Αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, ότι το ερώτημα αυτό δεν απαντάται μονοσήμαντα θετικά ή αρνητικά, με βάση τις οικονομικές επιδόσεις (εκατέρωθεν, των μεσογειακών χωρών, από τη μία, και των βορειοευρωπαϊκών χωρών, από την άλλη), αλλά χρειάζεται «πολλή πολιτική ανάλυση» για να απαντηθούν τα ερωτήματα.

Τί, όμως προηγείται και τί έπεται;

– Η ανάλυση των οικονομικών δεδομένων είναι ένα καίριο στοιχείο, που υποχρεούται να συνεκτιμήσει ο πολιτικός αναλυτής για να αποφανθεί;

– Ή, μήπως, προειλημμένοι πολιτικοί σκοποί -αγαθών κινήτρων, λέγω εγώ- απλώς επιστρατεύουν την οικονομία για να αιτιολογηθούν πολιτικές αποφάσεις;

– Ή, τέλος, -κι αυτό είναι το χειρότερο- επιλεκτική παρουσίαση σημείων των οικονομικών  αναλύσεων καταλήγουν σε μείζονες μαζικές πολιτικές πλάνες, εκούσιες ή αθέλητες;

Έχω την εντύπωση ότι εάν τυχόν εκλογικευόταν και τεχνοκρατικά ενδυναμωνόταν η απάντηση στο ερώτημα συμφέρει, ή όχι, τις μεσογειακές οικονομίες το ευρώ, δεν θα βρεθεί σοβαρός οικονομολόγος να αποφανθεί ότι συμφέρει! Μάλιστα, αν κανένας προσέθετε την επί δεκαετία τώρα αθροιστική μεταφορά πόρων (άψυχων και έμψυχων) από τη μεσογειακή Ε.Ε. προς τη βόρεια Ευρώπη, η εικόνα θα ήταν ενδεχομένως επιβεβαιωτική της υπόνοιας που τρέφω, ότι η πρόσδεση στο ευρώ, είναι συνταγή μακροπρόθεσμης ταλαιπωρίας της οικονομίας, της δικής μας και των γειτόνων μας.

Ακούω με μεγάλη προσοχή τον αντίλογο ότι για την αυριανή αναιμική ελληνική οικονομική πραγματικότητα, την οποία μας επιφυλάσσουν, λάβαμε ανταλλάγματα διάσωσής μας από πτωχευτικά περιστατικά! Μα, όσο και αν μας έσωσαν οι δανειστές, η εκτόξευση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας σε επίπεδα της τάξης του 180% του ΑΕΠ μας, μπορεί για οποιονδήποτε οικονομολόγο να θεωρείται διάσωση; (Και για να μη πιστευτεί ότι το περιορίζω στην χώρα μας, ανάλογα τίθεται το ερώτημα για όλες τις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας. Από τη μνημονιακή λαίλαπα των «διασώσεων» αυτών, μόνο η Ιρλανδία διέφυγε, κι εκείνη επειδή το Brexit που πλησίαζε θα έπρεπε να γίνει παν ό,τι δυνατό για να εμποδιστεί. …αλλά ακόμη κι εδώ απέτυχαν!)

Ακούω, επίσης, ότι παρά το ύψος του χρέους, επειδή είναι διασφαλισμένη η εξυπηρετησιμότητά του λόγω απροθυμίας και δέσμευσης των δανειστών να προκαλέσουν πτωχευτικό περιστατικό στη δανειζόμενη χώρα, η οικονομία της υπερδανεισμένης χώρας είναι ασφαλής και έτσι θα μπορέσει να ενισχυθεί. Αυτά, φυσικά είναι ανοησίες ουρανομήκεις! Ποιά οικονομική θεωρία, από ποιόν και πότε διατυπωμένη, διατείνεται ότι αρκεί η εξυπηρετησιμότητα του εξωτερικού χρέους μιας κυρίαρχης χώρας, για να θεωρηθεί αυτή η οικονομία ασφαλής; Κι αν αύριο, εκλεγούν ακροδεξιές κυβερνήσεις σε κάποιες χώρες της Ε.Ε. (σενάριο κάθε άλλο παρά απίθανο, πλέον) και αρνηθούν να τηρήσουν τη σημερινή πολιτική δέσμευση ότι δεν θα απαιτήσουν τα χρεωστούμενα από την υπερδανεισμένη χώρα, τί μέλλει γενέσθαι; (…και μην ακούσω, παρακαλώ, ότι «αυτά δεν γίνονται»! Σήμερα που μιλάμε, συλλογικά ειλημμένες αποφάσεις για τις ποσοστώσεις κατανομής προσφύγων στις χώρες-μέλη της Ε.Ε., έχουν καταλήξει στη μη εφαρμογή ειλημμένων  αποφάσεων από την Ε.Ε. για το προσφυγικό, όπως επιβάλλουν «με τον τσαμπουκά τους» χώρες με ακροδεξιές κυβερνήσεις…)

Φυσικά, η σημερινή εικόνα, δεν ήταν εξ αρχής αυτή. Το όραμα της πολιτικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, όταν αρχικά εξαγγέλθηκε και στη συνέχεια υπηρετήθηκε από σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες της ηπείρου μας, έθετε ως απαράβατη προϋπόθεση της πολιτικής πειθούς του προς τους συνδεόμενους πληθυσμούς ότι συν τω χρόνω θα μεταφέρονταν πόροι από τον Βορρά προς τον Νότο για να υπηρετηθεί η σύγκλιση. Αλλιώς, ποιόν πολιτικό λόγο θα είχε μια χώρα να συνδεθεί με την Ε.Ε. (τότε ΕΟΚ), αν θα επρόκειτο να συμμετάσχει στην αντίστροφη επιλογή; Δηλαδή, να χάνει βαθμιαία εισόδημα, από χρονιά σε χρονιά, ώστε οι πλούσιοι της Ε.Ε. να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι και να βαθαίνει η απόκλιση;

Προσεκτική παρατήρηση των σημερινών δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στις μέρες μας η απλή, θεμελιώδης και ιδρυτική δέσμευση της Ε.Ε. περί διαρκούς μεταφοράς πόρων από τις πλούσιες βόρειες χώρες της Ευρώπης στις αδύναμες μεσογειακές, για να υπηρετείται η σύγκλιση, έχει εγκαταλειφθεί!

Το χειρότερο! Όχι μόνον έχει εγκαταλειφθεί, αλλά έχει υποκατασταθεί από μια άλλη παραδοχή του δηλούμενου ως δήθεν συναποφασισμένου κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντός μας: Πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού ο πλεονασματικός χαρακτήρας των βορειοευρωπαϊκών οικονομιών, απομυζώντας τις μεσογειακές οικονομίες της Ε.Ε., για να αθροιστεί ισχύς, οικονομική και πολιτική, υπέρ των πλουσίων!

Είναι αυτή η σημερινή Ε.Ε.; Και προς αυτήν προ 15ετίας η Ελλάδα ενέκρινε τη μεταφορά κυριαρχίας της χώρας, για να υπηρετηθεί (με αμοιβαίο όφελος, βεβαίως, αλλιώς πώς;…) ο υψηλός ενοποιητικός ευρωπαϊκός σκοπός; Όχι βέβαια!

Ακόμη και επιδερμική προσφυγή στα οικονομικά στοιχεία αποδεικνύει ότι την τελευταία δεκαετία, οι φτωχότερες χώρες της Ε.Ε. πληρώνουν τα αυξανόμενα πλεονάσματα του ευρωπαϊκού βορρά. Η συζήτηση, μάλιστα, στα όργανα της Ε.Ε. επισήμως δεν αναζητεί λύσεις για την άρση του σημερινού οικονομικού ευρωπαϊκού «τέρατος», αλλά παράγει οικονομικές πολιτικές ενίσχυσης και διαιώνισής του.

Κι αυτό, όσο παρατείνεται και δεν αλλάζει το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας και των άλλων μεσογειακών χωρών θα προδιαγράφεται ζοφερό!

(Υγ.: Κίνητρο της σημερινής ανάλυσης, η αναφορά ανωνύμου κυβερνητικού στελέχους -το οποίο είχε σήμερα νωρίτερα συνομιλίες στο Παρίσι με τους πιστωτές της Ελλάδας από την ευρωζώνη και το ΔΝΤ αναφορικά με την επεξεργασία μιας συμφωνίας ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Αν και το ΔΝΤ θα προτιμούσε τα μέτρα ελάφρυνσης χρέους να προχωρούν πέραν της προσφοράς της ευρωζώνης, ο ίδιος Έλληνας κυβερνητικός αξιωματούχος φέρεται να έχει δηλώσει ότι στην κυβέρνηση της Αθήνας, «…με βάση τη δική μας ανάλυση, δεν το χρειαζόμαστε (την περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους που ζητεί το ΔΝΤ, εννοούσε ο «ποιητής»).

Αλήθεια, αυτή είναι η θέση της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;

Δεν χρειαζόμαστε την ουσιαστική απομείωση του ελληνικού χρέους στην έκταση που ζητεί το ΔΝΤ; Και για λάβουμε τα «νερόβραστα» μέτρα απομείωσης του χρέους μας που διατίθεται να παραχωρήσει το Βερολίνο, θα παραχωρήσουμε και επί πλέον δεσμεύσεις που θα στερούν πόρους από τον δημοσιονομικό χώρο που χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να «παλέψει» την εξυγίανσή της;

Η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και προσωπικά ο πρωθυπουργός  έχουν την υποχρέωση να διαψεύσουν τέτοια καταστροφική και ανέντιμη στάση έναντι των θυσιών των Ελλήνων πολιτών, από μια τυχόν τέτοια επιλογή της σημερινής κυβέρνησης.

Αν δεν το κάνουν, πόσο θα διέφεραν από τις δηλώσεις Σαμαρά του 2012, ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο και δεν χρειαζόμαστε  απομείωσή του;…

Αιδώς Αργείοι!

( Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)