Οι ζημίες από το ευρώ, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το χρέος

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η προχθεσινή ανάλυσή μου προκάλεσε πολλές, πάρα πολλές, αντιδράσεις.

Οι περισσότερες ασκούσαν κριτική στη θέση μου ότι με όρους οικονομικής επιστημονικής ανάλυσης η παραμονή της Ελλάδας και οποιασδήποτε άλλης μεσογειακής ελλειμματικής οικονομίας στην ευρωζώνη, δεν συμφέρει. Λιγότερες εξέφραζαν την απορία και την επιτίμησή τους έναντι της σκληρής κριτικής που εξαπέλυσα στην ίδια ανάλυση κατά της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και προσωπικά του πρωθυπουργού, για τη διαφαινόμενη εγκατάλειψη της θέσης ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και αν θα ήθελε κανένας να είναι σοβαρός και ειλικρινής για το μέλλον της οικονομίας της χώρας μας μακροπροθέσμως, θα υποστήριζε ότι χωρίς ονομαστική απομείωσή του (δηλαδή, «κούρεμα»), ούτε το χρέος θα εκλογικευόταν ως στοιχείο μιας δυνάμει ανανήπτουσας οικονομίας, ούτε η ελληνική οικονομία θα εξυγιαινόταν.

Επανέρχομαι, λοιπόν, για κάποιες παρατηρήσεις επί πλέον…

Σχετικά με το ευρώ και το κόστος του για τις χώρες που παραμένουν στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος:

1. Δεν θα επαναλάβω οικονομικά δεδομένα για να υπερασπιστώ την άποψη μου. Αντίθετα, θα επαναλάβω ότι με όρους οικονομικής επιστημονικής ανάλυσης είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι ελλειμματικές οικονομίες προσδεδεμένες σε πανάκριβο νόμισμα, είναι μη συμφέρουσα επιλογή. Η βασική αυτή αρχή θα ανατρεπόταν, εάν τυχόν με τεχνητούς όρους και πολυμερείς πρακτικές μεταφερόταν συστηματικά και με συναπόφαση πλούτος από τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά προς τον νότο. Θα ήταν αποδεκτή ακόμη και πρόσκαιρη αναδιανομή πλούτου υπέρ των πλουσιοτέρων χωρών της ευρωζώνης (θα ήταν δηλαδή συμφέρον να έμενε κάποια ελλειμματική χώρα στο ευρώ και υπό τέτοιες συνθήκες), εάν θα μιλάγαμε για έκτακτη ανάγκη (π.χ. σε συνθήκες κρίσης), για να συσσωρεύονταν έτσι πόροι και να ήταν αυτοί ασφαλέστεροι, ώστε μετά από σύντομο διάλειμμα να επαναλαμβανόταν η διακηρυγμένη στρατηγική της Ε.Ε. (γνωστή ως σύγκλιση πλούσιων και φτωχότερων οικονομιών), με ενεργότερη μεταφορά πόρων υπέρ των αδυνάμων.

Στη σημερινή Ε.Ε. δεν συμβαίνει αυτό! Λυπούμαι να πω πως ούτε καν ξεκίνησε έτσι η διαχείριση της κρίσης στην ευρωζώνη  και -ας πούμε- τα πράγματα άλλαξαν τα τελευταία 8 έτη εξ ανάγκης. Αντιθέτως! Εξ αρχής η ευρωζώνη διακήρυξε ότι η μέθοδος χειρισμού της κρίσης που επέλεξε ήταν περιοριστική οικονομική πολιτική για τις ελλειμματικές χώρες (και ένας πρωτοετής φοιτητής των οικονομικών επιστημών κατανοεί άνευ άλλου γιατί αυτό θα οδηγούσε αμέσως σε μεταφορά πόρων στις πλουσιότερες χώρες και σε απώλεια δυναμικής για τις προβληματικές οικονομίες). Ακόμη χειρότερα, για να μη «σκάσουν» οι ελλειμματικές οικονομίες της ευρωζώνης από την επιλογή τέτοιας περιοριστικής οικονομικής πολιτικής, ως μεθόδου χειρισμού της κρίσης στις φτωχότερες χώρες της ευρωζώνης, βρέθηκε η «λύση» του διακρατικού δανεισμού των αδυνάμων από τις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες, πρακτική γνωστότερη ως «διασώσεις». Φυσικά δεν πρόκειται περί λύσης! Η διατήρηση του χρέους σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, σε συνδυασμό με την αφαίρεση κυριαρχίας στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και εν είδει ανταλλάγματος για τον «διασωστικό» υπερδανεισμό, σήμερα έχει καταλήξει σε συστηματική ενδυνάμωση των πλεονασμάτων του βορρά, μέρος των οποίων προέρχεται από τις «διασωζώμενες» χώρες.

Σκέπτομαι μερικές φορές ότι -για να πήγαιναν τα πράγματα καλύτερα- θα αρκούσε να κρατούσαν για τον εαυτό τους οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης μία από τις δύο προνομίες που εξασφάλισαν με τις περιοριστικές πολιτικές που επιβλήθηκαν στις ελλειμματικές οικονομίες: Μπορούσαν να κρατήσουν οι ισχυροί της ευρωζώνης είτε τη μεταφορά προς όφελός τους πόρων του νότου και να άφηναν την κυριαρχία λήψης των οικονομικών αποφάσεων στις υπό διάσωση χώρες, είτε το αντίστροφο! Δεν το έκαναν! Με αρπακτικές πρακτικές σε μια Ένωση που όμνυε ότι ποτέ δεν θα ανεχόταν τέτοια στάση, θέλησαν και πήραν και τα δύο! Και πόρους έλαβαν και συνεχίζουν να λαμβάνουν και να συσσωρεύουν προερχόμενους από τις μεσογειακές οικονομίες και αφαίρεσαν την κυριαρχία λήψης των οικονομικών αποφάσεων από τις «διασωζώμενες» χώρες, για να λαμβάνουν και να επιβάλλουν εκείνες, οι ισχυρές, τις αποφάσεις. Αρπακτικές πρακτικές με απολύτως καταστροφικές συνέπειες!

Ένα παράδειγμα: στην Ελλάδα από την εποχή του 1ου μνημονίου, επιβλήθηκε (σε άγονη, ατελέσφορη και διαλυτική εφαρμογή των ούτω ή άλλως αντι-αναπτυξιακών συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας) η συμπερίληψη των ποσών από τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων στον υπολογισμό του δημόσιου ελλείμματος. Έτσι, κάθε περίπτωση επένδυσης απλά εξέπνευσε. Έτσι ερμηνεύεται και εξηγείται η αθροιστική ύφεση της τάξης του 25% κατά τη διάρκεια των διασώσεων, και όχι βέβαια με τις ανοησίες περί αστοχίας του «δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή», που επιστράτευσε το ΔΝΤ για να δώσει εξηγήσεις για την ελληνική αποτυχία. (Φυσικά και ο «δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής» ήταν ηχηρό σφάλμα, όμως, το αίτιο της μοναδικής στην ιστορία σε συνθήκες ειρήνης τόσο εκτεταμένης ύφεσης σε μια οικονομία, δεν μπορεί να είναι απόρροια τεχνικών αβλεψιών, αλλά πρόβλημα πρόδηλο στην αρχιτεκτονική της διάσωσης). Σημειωτέον ότι ούτε και σήμερα έχει αρθεί η οικονομολογική ανοησία να προσμετρώνται δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις στον υπολογισμό του δημόσιου ελλείμματος…

2. Οι υποστηρικτές της παραμονής της Ελλάδας (αλλά και οποιασδήποτε άλλης ελλειμματικής χώρας) στο ευρώ, για να αιτιολογήσουν (αφού να δικαιολογήσουν δεν γίνεται) την οικονομικά μη συμφέρουσα πρόσδεση στο ιδιαίτερα σκληρό νόμισμα, διατείνονται ότι ο υπολογισμός του συμφέροντος ή μη της υπόθεσης, αφορά σε ευρύτερες αποτιμήσεις κερδών και απωλειών για κάθε χώρα. Αυτό είναι σωστό! …υπό δύο όρους: α. ότι το ισοζύγιο είναι μεσοπρόθεσμα θετικό, και β. ότι όλες οι χώρες ωφελούνται με περίπου ανάλογο τρόπο. Αντιθέτως, βλέποντας: α. το ισοζύγιο για τον νότο της ευρωζώνης, μετά από μια 20ετία περίπου του ενιαίου νομίσματος, έχει καταλήξει σε παγίωση μιας κατανομής που ευνοεί τους πλουσιότερους (και αυτό δεν θα αρθεί όταν τελειώσει πραγματικά η κρίση), και β. μερικές χώρες έχουν συντριπτικά ενισχυθεί, ενώ άλλες έχουν περιέλθει σε δυσμενή θέση, καταρρίπτεται το επιχείρημα περί «γενικού οφέλους» των αδυνάμων της ευρωζώνης, ακόμη κι αν οι οικονομίες τους υποφέρουν.

Άλλωστε, οι υποστηρικτές του at any cost ευρώ, αυτά τα λένε τώρα, που είναι παραδεδεγμένο ότι οι «διασώσεις» δεν ήταν παρά οικονομικές αστοχίες ευρείας κλίμακας. Στην αρχή οι υποστηρικτές του at any cost ευρώ έλεγαν (π.χ. στην Ελλάδα) ότι φταίνε «οι μεταρρυθμίσεις που δεν προχώρησαν» για το ατελέσφορο των οικονομικών «διασώσεων». Σ’ άλλες χώρες έφταιγε, φερ’ ειπείν, το τρυφηλό μεσογειακό ταμπεραμέντο των πολιτών τους. Και πάλι ένας πρωτοετής φοιτητής των οικονομικών επιστημών κατανοεί ότι οι κλίμακες των δημοσιονομικών επιρροών που προκαλούσαν οι περίφημες «μεταρρυθμίσεις», ποτέ δεν θα ήταν το μέγεθος εκείνο που θα διέσωζε την ελληνική οικονομία! Όσο για το ταμπεραμέντο, …υγιείς οικονομίες εκτός ταμπεραμέντου των ανθρώπων που τις «τρέχουν» δεν μπορώ να δω πώς μπορεί να υπάρξουν…

Από γερμανικά χείλη άκουσα δύο αντιλόγους σε όσα ισχυρίζομαι:

Α. Ο σοσιαλδημοκράτης Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, σε συνέντευξή του στον Spiegel, διαμαρτυρήθηκε ότι «…Αρκετοί στην Ευρώπη μάλλον φοβούνται μια τόσο ισχυρή θέση της Γερμανίας».

Έχει δίκιο! Μόνον που δεν πρόκειται για έναν μεταφυσικό φόβο! Στην ιστορία και τις σημερινές πρακτικές της Γερμανίας, ανιχνεύονται τα αίτια του φόβου…

Β. Ο παλιότερα υπουργός Οικονομικών, Τέο Βάιγκελ, απολογιστικώς για την κρίση, σε συνέντευξή του στη μικρή ελβετική εφημερίδα Finanz und Wirtschaft, απεφάνθη: «Κανείς δεν ανάγκασε την Ελλάδα να ξοδεύει περισσότερα απ’ ό,τι εισπράττει».

Φυσικά δεν μας υποχρέωσε κανένας, κατά τον αναγκαστικό χαρακτήρα που είχαν  τα μνημόνια από το 2010 και εντεύθεν. Όμως, αν δεν το έκανε η Ελλάδα, θα έμενε πίσω παρασάγγας ως οικονομία, όταν όλοι γύρω δανείζονταν προς συσσώρευση ιδιωτικού πλουτισμού (που σήμερα όλοι μέμφονται, ενώ τότε ευλογούσαν), και όχι για αναπτυξιακές επενδύσεις. Ιδίως ένας Γερμανός θα όφειλε να αποφύγει τέτοια αναφορά! Με τον αντι-αναπτυξιακό «στενότατο κορσέ» που η Γερμανία επέβαλε με τις συνθήκες του Μαάστριχτ και τη Λισαβόνας σ’ όλην την ευρωζώνη, ήδη από τη δεκαετία του 1990 και με τόσο σκληρό νόμισμα, μόνο με υπερδανεισμό θα είχε κάποια αδύναμη οικονομία της ευρωζώνης κάποιες ελάχιστες ελπίδες να ανταγωνιστεί τη γερμανική οικονομία, με όρους στοιχειώδους ισότητας ευκαιριών.

Σχετικά με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τη διαφαινόμενη απόσυρσή του από τη  θέση ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς ονομαστική απομείωσή του (δηλαδή «κούρεμα»):

1. Μη διαμαρτύρεστε όσοι αντιδράσατε στη σκληρή κριτική μου! Εάν δεν ισχύει -όπως λέτε μερικοί- θα φανεί μέχρι το τέλος Ιουνίου.

2. Εάν, όμως, αποδειχτεί πως ισχύει, τότε η τελική και στο συμβολικό πεδίο του ζητήματος του ελληνικού χρέους προσχώρηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο αφήγημα ότι με μνημόνια σώζεται η ελληνική οικονομία -αρκεί να τα υλοποιεί ο ίδιος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εκτός από υπαναχώρηση από θεμελιώδεις θέσεις, θα συνιστά πολιτικό κατεξευτελισμό. Διότι, εντάξει, την ανατροπή των μνημονίων απέτυχε να επιβάλλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και εξ ανάγκης τα αποδέχτηκε προσπαθώντας για το καλύτερο -και εν πολλοίς αυτό απέδωσε.  Δήλωση αυτοξαίρεσης, όμως, από τη διεκδίκηση ουσιαστικής απομείωσης του ελληνικού χρέους, δεν αφορά σε εφαρμογή μιας πολιτικής που δεν πιστεύεις σ’ αυτήν και την υλοποιείς  εξ ανάγκης, αλλά αφορά σε δήλωση πεποιθήσεών σου για το δέον γενέσθαι.

Αιδώς Αργείοι, επαναλαμβάνω!