Οι εξελίξεις στο σκοπιανό (Mέρος B΄ – To εθνικό θέμα και οι θεσμοί)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Το σκοπιανό, λοιπόν, με βάση την εθνική συνεκτική ουσία που συγκροτεί την αντίληψη των Ελλήνων για την ιστορία και το ρόλο τους καθώς και για την πορεία τους προς το μέλλον, ήταν αναπόφευκτο, θα έθετε σε δοκιμασία και τη λειτουργία των θεσμών και της δημοκρατίας μας.

Σ’ αυτήν την αναπόφευκτη -όπως ισχυρίζομαι- πτυχή των εξελίξεων ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση έχουν και όσα προσπάθησα να εκθέσω στο προηγούμενο μέρος Α΄ τούτης της σειράς αναλύσεων, σχετικά με την εν γένει ποιότητα του δημόσιου βίου μας.

Οι πολιτικές «αρπαχτές», που κατά βάση αποτελούν τα βασικά πεδία πολιτικής τακτικής όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων, συνιστούν αναμφίβολα πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση συμπεριφορών που προσβάλλουν το γράμμα και το πνεύμα των σχετικών ρυθμίσεων συνταγματικής και άλλης έννομης οργάνωσης του πολιτεύματος και των λειτουργιών του.

Η κυβέρνηση, από μεριάς της, ασφαλέστατα δεν έστερξε να φέρει τα κόμματα της Βουλής -ακόμη και τον σκληρότερο αντίπαλό της, την αξιωματική αντιπολίτευση- κοντά στις εξελίξεις και τη διαπραγμάτευση. Νομίζω πως με τη μικρότερη του αναγκαίου διάθεσή της για την επιδίωξη σχηματισμού ευρύτερων συναινέσεων η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχασε μια σπάνια ευκαιρία να κάνει επίδειξη ενωτικού  πνεύματος, ιδίως στο υπό συζήτηση αντικείμενο, το σκοπιανό, που φέρει σημαντικό εθνικό φορτίο. Θα ήταν μια ποιοτική και ουσιαστική αντίστιξη στον αντικειμενικά διχαστικό ρόλο Μητσοτάκη. Κυρίως, όμως, θα ήταν μια ισχυρή συμβολή, ως παρακαταθήκη ενότητας του πολιτικού κόσμου, από την οποία θεωρώ πως πολύ δύσκολα θα δραπέτευαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, (κυρίως εννοώ τη Ν.Δ. και το Κίνημα Αλλαγής), χωρίς να καταγράψουν σοβαρές απώλειες εντυπώσεων.

Ανάμεσα στους κακούς κυβερνητικούς χειρισμούς, εν προκειμένω, δεν πρέπει να ξεχάσω και να υποτιμήσω τον -κατά τη γνώμη μου- πολύ αρνητικό χειρισμό Κοτζιά, ο οποίος επιστράτευσε στη γενική επιχειρηματολογία υποστήριξης της κυβερνητικής προσπάθειας για λύση του σκοπιανού περιστατικά του 1977, που μάλιστα παρουσίασε με επιλεκτική αναφορά στα τότε γεγονότα, προσδίδοντας -εκουσίως ή ακουσίως- χαρακτήρα διαπαραταξιακής μάλιστα αντιπαλότητας περί ιστορικής αληθείας. Δεν έκανε μόνο λάθος αναφερόμενος στα όσα συνέβησαν τότε (πριν, δηλαδή, 40 χρόνια και πλέον), αλλά αντικειμενικά έβαλε κι αυτός το λιθαράκι του σε κατανομή των Ελλήνων σε παραταξιακά χαρακώματα, επί θέματος επί του οποίου θα έπρεπε να επιζητείται η ενότητα των πολιτών τούτης της χώρας. (… και αφήνω για κάποιο από τα επόμενα μέρη τούτων των αναλύσεων, τη συζήτηση γιατί ο κ. Κοτζιάς έκανε λάθος όταν παρουσίασε τα γεγονότα του 1977 όπως τα παρουσίασε…)

Η Ν.Δ. από μεριάς της παρασύρθηκε από την ηγεσία Μητσοτάκη σε ανυπέρβλητες θεσμικές αήθειες:

α. ενέπλεξε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε υποθέσεις που μόνο συντονιστικό και συμβολικό ρόλο θεσμικά διαθέτει. Μπορούσε να ζητήσει από τον Πρόεδρο να λάβει πρωτοβουλία για τη σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών. Μπορούσε να ζητήσει τη μεσολάβησή Του για να δοθούν στην αντιπολίτευση από μεριάς της κυβέρνησης περισσότερα στοιχεία για την εν εξελίξει διαπραγμάτευση. Μπορούσε ακόμη να ανταλλάξει απόψεις μαζί με τον κ. Παυλόπουλο σχετικά με το θέμα. Αντ’ αυτών, λες και φοβήθηκε τις επίσημες καταγραφές των απόψεών του (στις συνεδριάσεις του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών τηρούνται λεπτομερέστατα πρακτικά, η εγκυρότητα των οποίων ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί) ζήτησε από τον κορυφαίο πολιτειακό παράγοντα να ενεργήσει πραξικοπηματικά, υποκαθιστώντας εκλεγμένη κυβέρνηση στην άσκηση των καθηκόντων της. Ο βαθμός της αήθειας τεκμαίρεται από τις αποστάσεις που έλαβε το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Αμφιβάλλω αν ο κ. Μητσοτάκης διαθέτει το γνωσιακό και πολιτικά ηθικό απόθεμα να κατανοήσει τί έκανε. Όμως, είναι διπλά ένοχος για την τόσο ακραία αήθεια, για έναν ακόμη λόγο: Διότι η προσωπική αντιπαλότητά του με τον κ. Προκόπη Παυλόπουλο έχει «ιστορία»! Και δεν υπάρχει θλιβερότερη στιγμή για έναν πολιτικό, από εκείνην κατά την οποία μεταβάλλει προσωπικές απόψεις σε δήθεν θεσμικές ανάγκες. Ιδίως όταν το πράττει ενεργώντας στο πλαίσιο δικών του θεσμικών καθηκόντων, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τέλος, η αήθεια Μητσοτάκη είναι και παραταξιακά ανεπίτρεπτη! Διότι αυτή η πολιτική επιχείρηση κατά του Προκόπη Παυλόπουλου εντάσσεται στην απόπειρα «αποκαραμανλοποίησης» της Ν.Δ. (που ενορχηστρώνεται από εξωπολιτικά, -οικονομικά, επιχειρηματικά και μιτντιακά- κέντρα, όπως εξήγησα στο προηγούμενο μέρος Α΄ αυτής της σειράς αναλύσεων).

β. Ακόμη, η Νέα Δημοκρατία, με αφορμή την απορριπτική στάση έναντι της συμφωνίας για το σκοπιανό του ήσσονος κυβερνητικού εταίρου, των ΑΝ.ΕΛ., καιρό τώρα επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τη θέση ότι δήθεν γεννάται πρόβλημα δεδηλωμένης, για τη σημερινή κυβέρνηση.

Δεν διαθέτει κάποιον συνεργάτη ο κ. Μητσοτάκης, γνώστη των πραγμάτων, να τού εξηγήσει τα περί δεδηλωμένης, διερωτώμαι!

Η δεδηλωμένη δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε αναγωγή στα γενικά στοιχεία των εκάστοτε πολιτικών δεδομένων. Αντιθέτως, αποτελεί στενά «εμπράγματο» στοιχείο των πολιτικών συσχετισμών δυνάμεων, με αναφορά στο θεσμικό ζητούμενο σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία έτσι αποδεικνύει ότι φέρει δημοκρατική νομιμοποίηση. Μ’ άλλα λόγια, εδώ δεν υπάρχει περιθώριο για θεωρητική συζήτηση περί της βουλήσεως των κομμάτων. Είτε τα κόμματα δηλώνουν ότι στηρίζουν μια κυβέρνηση και αυτή θα πρέπει να συγκεντρώνει στην εθνική αντιπροσωπεία την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, είτε όχι. Πώς θα μπορούσε να καμφθεί η ρητή δήλωση στήριξης μιας κυβέρνησης από κάποιο κόμμα, χωρίς να απειλείται θεσμική εκτροπή; Όλα τα άλλα που ακούω ότι επειδή διαφωνούν με το σκοπιανό οι ΑΝ.ΕΛ. κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο διαπιστώνεται απώλεια δεδηλωμένης, είναι για τα πανηγύρια. Πολλώ μάλλον, όταν ουδέ καν έχει διεξαχθεί ψηφοφορία στη Βουλή για το συγκεκριμένο ζήτημα και η ψηφοφορία αυτή φαίνεται και ανακοινώνεται ότι θα καθυστερήσει. (Τολμώ, μάλιστα, να ισχυριστώ ότι ακόμη κι αν είχε γίνει ψηφοφορία για το κρίσιμο εθνικό θέμα, ακόμη κι αν την είχε χάσει η κυβέρνηση, δύσκολα εκ του γεγονότος αυτού και μόνο θα διαπιστωνόταν απώλεια της δεδηλωμένης που θα ενεργοποιούσε τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, με τον γύρο διερευνητικών εντολών και τα τοιαύτα, αν την ίδια ώρα από τις δηλώσεις των εν τη Βουλή κομμάτων συναγόταν δεδηλωμένη. Αν εμένα μού προέκυπταν (ευτυχώς δεν θα μού προκύψουν ποτέ…) τέτοιες εξελίξεις, ναι, θα απέρριπτα τέτοια στήριξη ως επαρκή για τη διαπίστωση της δεδηλωμένης και θα επιζητούσα προγραμματική συνάφεια στις θέσεις των κομμάτων που δηλώνουν τη στήριξή τους. Κι αν δεν μου την εξασφάλιζαν, θα υπεβάλα την παραίτηση της κυβέρνησής μου. Θα το έκανα, όμως, για λόγους τελειομανούς επιζήτησης της θεσμικής ευταξίας, ως προσωπική πολιτική επιλογή, και όχι επικαλούμενος δήθεν συνταγματική πρόβλεψη…)

γ. Τέλος, ο κ. Μητσοτάκης, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης ένεκα του σκοπιανού. Εδώ, τυπικά, ουδέν πρόβλημα. Επί της πολιτικής ουσίας, όμως, μερικά ερωτήματα: 1. Η απόρριψη της πρότασης δυσπιστίας συμπαρασύρει άραγε και σε ποιόν βαθμό σε νομιμοποίηση της κυβέρνησης να συνεχίσει την υλοποίηση της συμφωνίας, έως ότου αυτή κυρωθεί από τη Βουλή; Αν ναι, με δεδομένο ότι ο κ. Μητσοτάκης γνώριζε ότι θα έχανε κατά πάσα βεβαιότητα την ψηφοφορία για την πρόταση δυσπιστίας, έπραξε καλά ή σημείωσε ένα εντυπωσιακό αυτογκόλ στην διακηρυγμένη από τον ίδιο προσπάθειά του να σταματήσει τη συμφωνία με κάθε μέσο;  2. Θα δεχόμουν την εξήγηση ότι ο κ. Μητσοτάκης το έκανε για λόγους συμβολικούς, ανεξάρτητα του αναμενομένου απόρριψης της πρότασης δυσπιστίας. Όμως, ο κ. Μητσοτάκης κατέθεσε την πρόταση δυσπιστίας ενεργών πολύ προσεκτικά ως προς τον χρόνο υποβολής της. Διέρρευσε οργανωμένα ότι την καταθέτει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας για την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου (την οποία ο ίδιος καταψήφισε), υπονοώντας ότι ως στάση ευθύνης από μέρους του δεν επιθυμεί να θέσει σε κίνδυνο την πορεία εξόδου από τα μνημόνια. Μα, καλά, το σκοπιανό δεν είναι θέμα πρώτης και άκαμπτης προτεραιότητας, όπως διατείνεται ο κ. Μητσοτάκης; Αν ναι, γιατί έπρεπε να επιδειχθεί προσοχή στα θέμα της πορείας εξόδου από το μνημόνιο; Δεν έπρεπε όλα -συμπεριλαμβανομένης και της εξόδου από το μνημόνια- να έχουν παραμεριστεί για το σκοπιανό; Κι αν μεν ο κ. Μητσοτάκης υπερψήφιζε το νομοσχέδιο εξόδου από τα μνημόνια θα μπορούσε να αναζητηθεί κάποια ελάχιστη λογική! Αλλά εκείνος καταψήφισε το νομοσχέδιο! Πώς εξηγούνται όλα αυτά, χωρίς να προσφύγουμε στην ερμηνεία ότι είτε πρόκειται για συντεταγμένο πολιτικό τυχοδιωκτισμό, είτε για μνημειώδη γκάφα, που έφερε στο κόμμα μια ακόμη πολιτική ήττα;

Οι θεσμοί, όμως, καταταλαιπωρούνται από τέτοιες συμπεριφορές. Και είναι διπλή αήθεια και πολιτικός εφιάλτης ότι τέτοια καταταλαιπώρηση γίνεται με την επίκληση κρίσιμου εθνικού θέματος, με πρώτον φέροντα την ευθύνη για όλ’ αυτά τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη…

(Στο επόμενο μέρος Γ΄ η συμφωνία στο διεθνές πλαίσιο εξελίξεων)

(Η παρούσα σειρά αναλύσεων δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)