Οι εξελίξεις στο σκοπιανό (Mέρος Δ΄ και τελευταίο – «Ναι ή όχι» στη συμφωνία;)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Έχοντας, λοιπόν, προσπαθήσει στα προηγούμενα μέρη  να θέσω το γενικότερο περίγραμμα της συμφωνίας για το σκοπιανό, ως ζητήματος με σοβαρές πολιτικές και θεσμικές αναδράσεις στον δημόσιο βίο μας και ως θέματος με ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον, έρχομαι στη συμφωνία και το περιεχόμενό της αυτό καθ’ αυτό.

Η συμφωνία είναι καλή για την Ελλάδα! Για 3 βασικούς λόγους:

1. Ανταποκρίνεται κατά γράμμα στην εθνική γραμμή, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα συμβούλια των πολιτικών αρχηγών και προσέλαβε τον χαρακτήρα θέσης της πατρίδας, όπως αυτή περιγράφεται στην επίσημη  ιστοσελίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών (https://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/).

2. Έρχεται σε μια στιγμή, κατά την οποία η χώρα μας επιδιώκει (και μετά από τεράστιες προσπάθειες) την ανάκτηση χώρου ανεξαρτησίας, σε ό,τι αφορά τη λήψη των αποφάσεων που αφορούν σ’ αυτήν και τους πολίτες της -όλους εμάς. Και εδώ δεν εννοείται μόνον η έξοδος από τη μνημονιακή επιτήρηση, αλλά κυρίως και εκ παραλλήλου η ανάκτηση διεθνούς λόγου, ανάμεσα στ’ άλλα για τις υποθέσεις του γειτονικού κράτους (που σχετίζονται ασφαλώς με δικά μας συμφέροντα, αλλ’ όχι μόνον αυτά), και ως απόρροια εκταμίευσης, επιτέλους- και μετά από μακρά περίοδο αναμονής και ωρίμανσης- των θετικών για την Ελλάδα παρεμβάσεων Ανδρέα Παπανδρέου (ενδιάμεση συμφωνία) και Κώστα Καραμανλή (βέτο έναντι της εισδοχής της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, στη σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου). (Σημειωτέον ότι τόσο η ενδιάμεση συμφωνία όσο και το ελληνικό βέτο στο ΝΑΤΟ στη σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου, εξ αρχής υπήρξαν και έκτοτε ουδέποτε κατέστησαν ρυθμίσεις μόνιμου διακανονισμού της διαφοράς. Αντίθετα, από τα ίδια τα τότε κείμενά τους ορίζονταν ως βάση μιας οψέποτε επιχειρηθησόμενης τελικής διαπραγμάτευσης, σ’ ένα πεδίο ευνοϊκότερο για την Ελλάδα, από εκείνο στο οποίο έχει καταλήξει το σκοπιανό τις τελευταίες δεκαετίες και από την αρχική εκδήλωσή του στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έως το 2008).

3. Περιέχει συντριπτικά ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για την Ελλάδα, σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη πρόταση έχει ποτέ συζητηθεί -πολύ περισσότερο συναποφασιστεί- με τη σκοπιανή πλευρά.

Μ’ αυτά τα 3 σημεία, τελειώνουμε, νομίζω, με την εξήγηση του γιατί κάθε αναφορά και απ’ οπουδήποτε στα περί «προδοτών», δεν έχει θέση σ’ αυτή τη συζήτηση. (Ή, τουλάχιστον και για να είμαστε απολύτως ακριβείς, δεν έχει θέση σε ανθρώπους που συνομιλούν με τους όρους που το κάνουμε εμείς. Διότι, αντιθέτως, ως ατζέντα πατριδοκαπήλων, ακροδεξιών και πολιτικών τυχοδιωκτών, αυτά είναι συνήθεις πρακτικές…)

Θα μπορούσε η συμφωνία να είναι καλύτερη;

Αναμφίβολα! …αλλά νομίζω πως αυτό είναι αυτονόητο!…

Μ’ όλ’ αυτά, λοιπόν, λέμε «ναι» ή «όχι» στη συμφωνία;

Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα!

Ας προσπαθήσω να τα εξηγήσω:

– Υποθέτω, εδώ μιλάμε υπό την ιδιότητά μας ως πολίτες και όχι ως αγκτιτάτορες, υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Προσωπική άποψη διαμορφώνουμε έκαστος, όπως τη χτίζει η στάση μας απέναντι στην πατρίδα, ως ρόλος εξατομικευμένος και επιδεχόμενος τις επιδράσεις από το βάρος της συναίσθησης ότι είναι σοβαρή εθνική υπόθεση απτόμενη κρισιμότατων συμφερόντων για μας. Έτσι θα πούμε «ναι» ή «όχι» ο καθένας από μας.

– Ως αποτέλεσμα μιας ιδεολογικού πολιτικού προσήμου επιλογής (προσέγγιση που προσπαθεί σ’ έναν βαθμό να πλασάρει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), αυτή η συζήτηση, πάλι, θαρρώ δεν έχει νόημα. Για 3 λόγους: α. διότι το επιχείρημα περί δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού των σκοπιανών, καταπίπτει και άνευ άλλου, από τη στιγμή που ο «αυτοπροσδιορισμός» που επικαλούνται απλούστατα θίγει μέρος του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού της άλλης πλευράς, β. διότι η ιδεολογία περί «αυτοπροσδιορισμού», ελέγχεται αυταπόδεικτα ως έχουσα ελάχιστη σχέση με αυθόρμητες πρωτοβουλίες πληθυσμών σ’ έναν αγώνα εντοπισμού ταυτοτικών στοιχείων και σε αναμέτρηση με την ιστορία. Οι «μακεδόνες» και ο «μακεδονισμός» ιδρυτικά προσδιορίζονται ως υπόθεση που ανακινείται από κεντρικές κρατικές εξουσίες -της τιτοϊκής ενιαίας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας εν προκειμένω- υποστηρίζονται από την Κομιντέρν υπό το βάρος των διεθνών συσχετισμών και των όρων παγκόσμιας συνύπαρξης της πιο σκληρής περιόδου του Ψυχρού Πολέμου και ανακινούνται και υποκινούνται από τις Η.Π.Α. μετά την κατάρρευση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και με την Ουάσινγκτον εκείνη την εποχή να αναζητεί νέες χώρες και κυβερνήσεις τοποτηρητές των υποχωρούντων συμφερόντων τους κατά τη μετα-τοτοϊκή εποχή στα Βαλκάνια. (Και αφήνω τη μετεμφυλιακή φάση του ζητήματος, ήδη πλατιάσαμε πολύ!…), και γ. διότι η σκληρή πολιτική και εθνική ταυτότητα του Μιλόσεβιτς, επιφύλαξε στην ιστορία (και ευτυχώς για την Ελλάδα) το περιστατικό ομολογίας ότι οι Σέρβοι δεν πιστεύουν στ’ αλήθεια στον «μακεδονισμό». (Αναφέρομαι στην αποκάλυψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι ο Μιλόσεβιτς είχε προτείνει να μοιραστούν το υπό συγκρότηση τότε κρατίδιο στα πρώτα βήματά του, με απλές συμφωνημένες κινήσεις του ελληνικού και του σερβικού στρατού μέχρις ότου διαμορφωθεί ελληνο-σερβική μεθόριος, που σήμερα δεν υφίσταται ακριβώς λόγω του κράτους της πΓΔΜ. Λίγα περισσότερα επ’ αυτού εδώ: http://www.kathimerini.gr/793936/article/epikairothta/politikh/k-mhtsotakhs-o-k-karamanlhs-htan-symfwnos–me-to-meikto-onoma).

(Σημ.: Επί τη ευκαιρία να εξηγήσω εδώ -έχω υποσχεθεί να το κάνω σε προηγούμενο μέρος αυτής της σειράς αναλύσεων- γιατί κατά τη γνώμη μου ο Νίκος Κοτζιάς διέπραξε σοβαρή αήθεια και με ανιστόρητους όρους και με μόνο σκοπό να κερδηθούν υπέρ της κυβέρνησης μικροκομματικά οφέλη, επιστρατεύοντας στη διακομματική αντιπαράθεση παλαιότερα γεγονότα σχετικά με το σκοπιανό. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα του 1977, όπως κι άλλα μεταγενέστερα ή προγενέστερα, δεν μπορεί και δεν πρέπει οι σημερινοί πολιτικοί να τα επικαλούνται με ανακλαστικά πολιτικών εντυπώσεων που αφορούν στην εποχή μας. Τα γεγονότα εκείνα για να αξιολογηθούν θα πρέπει να τοποθετηθούν στο πλαίσιο της εποχής τους, στους συσχετισμούς δυνάμεων εκείνων των καιρών και στα ελληνικά διεθνή ζητούμενα της πρώτης μεταδικτατορικής περιόδου. Δεν μπορεί, λοιπόν, ο κ. Κοτζιάς να λέει ό,τι λέει σήμερα μεμφόμενος τις αποφάσεις της τότε ελληνικής κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, χωρίς να παραθέτει ταυτόχρονα, για παράδειγμα, ότι η Ελλάδα τότε -και εις ένδειξη διαμαρτυρίας για την στάση ανοχής και νομιμοποίησης των συνταγματαρχών από μεριάς του ΝΑΤΟ- είχε αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας και επιζητούσε διεθνή στήριξη πέραν της Δύσης, στο συγκεκριμένο σημείο από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και το Κίνημα των Αδεσμεύτων -όπου και το Κυπριακό είχε οφέλη από εκείνην την επιλογή. Ο κ. Κοτζιάς, επίσης, μιλώντας για εκείνα τα γεγονότα δεν ανέφερε ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο να θέσει τότε όρους η Αθήνα στο Βελιγράδι για το ομόσπονδο «μακεδονικό» κρατίδιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, διότι: α. ήταν ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις άλλης χώρας, αιφνιδίως, και για κρατίδιο που από πολύ καιρό υπήρχε στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, και β. διότι τότε απαράβατη αρχή των διεθνών σχέσεων, για την οποία ιδιαίτερα επίμονη ως προς την απαρέγκλιτη τήρησή της ήταν το Κίνημα των Αδεσμεύτων, ήταν η «αρχή της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλων χωρών». Αυτά τα ολίγα σχετικά με τον κ. Κοτζιά. Αν χρειαστεί θα επανέλθω…)

– Για να πω, επομένως, ως ένας τυχαίος πολίτης και κατόπιν όλων αυτών το «ναι» ή το «όχι» στη συμφωνία -επιτρέψτε μου να το ξεκαθαρίσω άπαξ και διά παντός ως προσωπική στάση- δεν μετράω την ορθολογική αποτύπωση των πραγμάτων, όπως προσπάθησα να κάνω ως εδώ σε 4 αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις επί του θέματος. Μετράω τί λέει η καρδιά μου, όπως έχει πλαστεί, δηλαδή, από τον κόσμο των δικών μου πραγμάτων και τη ζωή μου!… Αυτό, άλλωστε, νομίζω είναι το θεμελιώδες κριτήριο στη στάση κάθε πολίτη έναντι των πραγμάτων της συντεταγμένης πολιτικής διαδικασίας. Δεν είναι ο πολίτης τεχνοκράτης των πολιτικών διαδικασιών και γνώστης οποιουδήποτε ζητήματος τίθεται στη δημόσια ατζέντα και τυγχάνει διαχείρισης από το οργανωμένο πολιτικό σύστημα. Ο πολίτης δύο στοιχεία αντιλαμβάνεται και λαμβάνει υπόψη του για τη διαμόρφωση της στάσης του στην τρέχουσα πολιτική εξέλιξη: α. το συμφέρον του και το συμφέρον της πατρίδας, όπως το έχει κατανοήσει με δικά του αναλυτικά δεδομένα, και β. το πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται την επίδραση κάθε γεγονότος και κάθε απόφασης για τον τόπο του, συσχετίζοντάς το με την ιστορία και την αντίληψή του για το τί έπεται, επιζητώντας το καλύτερο για τις επόμενες γενιές. Και καλή ή κακή η αντίληψη κάθε πολίτη στο πεδίο αυτό, αυτή είναι, και δεν αλλάζει παρά μόνο με όρους γνωστικής και πολιτισμικής ανατοποθέτησης των πραγμάτων, δηλαδή ως μακρά και επώδυνη διεργασία.

Εν προκειμένω στην Ελλάδα οι πολίτες -και δεν θα έλεγα αδίκως- διατηρούν την υποψία ότι ανεξαρτήτως των μεγάλων υποχωρήσεων της γειτονικής χώρας (θα ήταν βραδύνους ή θεόστραβος όποιος δεν τις βλέπει), η πΓΔΜ δεν αίρει τη στρατηγική επιδίωξή της να υποβλέπει ελληνικά συμφέροντα, με επίκεντρο την Μακεδονία. Δεν πιστεύω κι εγώ πως οι γείτονές μας θα το κάνουν ποτέ αυτό. Ούτε ο αδύναμος χαρακτήρας του κράτους τους, συνιστά λόγο να το παραβέπουμε αυτό. Η συνεκτική και συγκροτητική αφετηρία της δημιουργίας του κράτους αυτού με τη Μακεδονία είναι αυταπόδεικτη. Και σε κάθε περίπτωση προσωπικά αδυνατώ να αντιληφθώ πως η ηγεσία και οι πολίτες της πΓΔΜ, εις αναζήτηση ταυτοτικών αυτοπροσδιορισμών, εθνικών, ιστορικών και πολιτισμικών, παραμερίζουν την αναμφίβολη και κυριαρχούσα εδώ σλαβική προέλευσή τους, για μια ιστορικά και επιστημονικά τόσο αμφιλεγόμενη εθνική και πολιτισμική οντότητα, όπως ο «μακεδονισμός», χωρίς άλλα κίνητρα. Άλλωστε, αν υπάρχουν άλλα τέτοια αγαθά κίνητρα, ας τα εξηγήσουν!

Υπάρχει, τέλος, και η Ιστορία, η οποία αποδεικνύει πόσο επιθυμητή είναι για τις χώρες της πέραν της Ελλάδα βαλκανικής χερσονήσου η έξοδος στο Αιγαίο. Τόσο επιθυμητή, ώστε να έχει φέρει ένοπλες επιθέσεις από βορρά κατά της Ελλάδας, με ομολογημένο ή ανομολόγητο σκοπό την αφαίρεση εδαφών της Μακεδονίας από την Ελλάδα.

Τί πάω και θυμάμαι τώρα;… Μα, αυτή είναι η συλλογική μνήμη μας ως Έλληνες! Και καμιά θεωρητική ή τεχνοκρατική εξήγηση ή διαβεβαίωση, απόρροια πολιτικών κινήσεων, ακόμη και των αγαθότερων προθέσεων, δεν μπορεί να παραμερίσει αυτή τη μνήμη…

«Όχι» στη συμφωνία, λοιπόν! Αυτό λέει η καρδιά μου –νομίζω πως και πολλών άλλων το ίδιο λέει!

Όμως, με όσο πάθος υποκινείται αυτό το «όχι», με άλλο τόσο θα σταθώ απέναντι σ’ εκείνους που κάνουν το ζήτημα αυτό υπόθεση μικροκομματικών επιδιώξεων. Χειρότερη παρακαταθήκη αυτού του «όχι» για τις επόμενες γενιές θα ήταν να αφήναμε η γενιά μας πίσω τη «μελανιά» ότι ήταν τα κομματικά προτάγματα του καθενός από μας που κινητοποίησαν τη δυναμική του «όχι», αντί της αίσθησης περί του ιστορικώς δικαίου των Ελλήνων απέναντι στο ζήτημα.

( Η παρούσα σειρά αναλύσεων δημοσιεύεται και  στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)