Ο πολιτικός και θεσμικός κατήφορος της ΕΕ – Τα αίτια – Το τέλος των ιδεολογιών της νομοτέλειας

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Το φινάλε του προηγούμενου αιώνα, ενός αιώνα που άφησε πίσω του τους μεγαλύτερους πολέμους της ιστορίας και εκατομμύρια θύματα σε αριθμούς που ποτέ άλλοτε δεν είχαν υπάρξει, ήταν επεισοδιακό. Λίγο πριν τελευτήσει ο 20ος αιώνας επιφύλαξε την κατάρρευση του ενός εκ των δύο τότε κυρίαρχων διεθνών πόλων -πόλοι πολιτικοί, στρατιωτικοί και οικονομικοί- και τον θρίαμβο του άλλου. Με την παγκόσμια οικονομία να (φαίνεται ότι) εισερχόταν έκτοτε σε μιαν εποχή μ’ έναν μόνο διαθέσιμο δρόμο να οδηγεί στην ανάπτυξη και την πρόοδο, εκείνον της έντασης πολιτικών κεφαλαιοκρατικού προσήμου, …κι αν κάποιος δεν τον ακολουθούσε …αλλίμονό του!

Φυσικά, η ψευδαίσθηση ότι η ανθρώπινη ιστορία έχει έναν μόνον τρόπο αναλυτικής και προβλεπτικής προσέγγισης, κατάληξε -όπως τόσες άλλες φορές- να είναι καταγέλαστη. Οι βεβαιότητες των οπαδών του στρατοπέδου που νίκησε, τις οποίες από νωρίς ο  Πασκάλ Μπρικνέρ είχε διαγνώσει ως προϊόντα αφελούς αλαζονείας των θριαμβευτών και όχι ως εκδηλώσεις γνήσιας αναλυτικής κατανόησης των συμβαινόντων, εδώ και κάποιον καιρό κλονίζονται σοβαρά. Τελευταία, μάλιστα, ο κλονισμός έχει γίνει ιδιαίτερα έντονος και αισθητός!

Επίλεκτο θύμα τούτου του κλονισμού είναι η Ε.Ε.. Εν μέρει αυτό είναι εξηγήσιμο, αφού πρόκειται για τον πλέον νεοπαγή -και λογικά και τον πλέον αδύναμο και ανώριμο- «παίκτη» εκ των ισχυρών στο πλαίσιο των παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης. …Και θεωρώ ότι η Ε.Ε. είναι ο νεώτερος πολιτικός θεσμός παγκόσμιας εμβέλειας, διότι φυσικά τόσο η Ρωσία όσο και η σημερινή Κίνα, που τυπικά εισέβαλαν στον παγκόσμιο σκηνικό με τη σημερινή μορφή τους μεταγενέστερα, μεθοδολογικά και ουσιαστικά, δεν θα μπορούσαν να διαχωριστούν από την «αυτοκρατορική» περίοδο της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, αλλά και πριν απ’ αυτήν, και της μαοϊκής Κίνας, των οποίων συνέχεια είναι η εποχή Πούτιν και η μετα-κομμουνιστική ασιατική υπερδύναμη των ημερών μας. Αντίθετα, η Ε.Ε. από την κατάρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» ενηλικιώνεται με σχετική ιστορική βιαιότητα (και με αμφίβολα αποτελέσματα) σε μια πορεία αυτονόμησης από τη δυτική ηγεμονία των Η.Π.Α.. Και το έκανε, αφού αυτήν την αυτονομία απέτυχε να υπερασπιστεί πειστικά τόσο στον κατακερματισμό της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας (που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με τον όψιμο  γύρο του Ανατολικού ζητήματος) όσο και με την απολύτως ατυχή διαχείριση της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης», που πλέον τείνει να μεταλλαγεί σε θρυαλλίδα μιας σοβαρής αποσταθεροποίησης της Ευρώπης, λόγω του προσφυγικού –πέραν των άλλων μεγάλων διεθνών συνεπειών της.

Κοντά σ’ αυτά η ιστορική και πολιτική «ανωμαλία» της αναπάντεχης (παρ’ ό,τι, τελικά, κάθε άλλο παρά απρόβλεπτης) προεδρίας Τραμπ, επιτείνει την αποσταθεροποίηση της Ε.Ε., η οποία πλέον βρίσκεται μεταξύ αντιμαχόμενων ισχυρότερων δυνάμεων (με συμπεριφορές από μέρους της που δείχνουν πως μάλλον αδυνατεί να κατανοήσει τη μειονεκτική θέση της και να διαμορφώσει τελεσφόρα στρατηγική θωράκισης της γεωπολιτικής αυτονομίας της – την όποια διαθέτει).

Ωστόσο, έχω την εντύπωση πως ως εξήγηση για την προβληματική πορεία της Ε.Ε. σήμερα λιγότερο ανιχνεύεται ως μείζον αίτιο η δυσμενής θέση της στο παγκόσμιο σκηνικό σαν τον πλέον αδύναμο παίκτη σε σύγκριση με τις άλλες 3 μεγάλες δυνάμεις (Η.Π.Α.-Ρωσία-Κίνα) και περισσότερο η ένδεια πλέον παραγωγής πολιτικών ιδεών από μεριάς της. Ρόλο, όπου πάντα είχε πρωταγωνιστικό λόγο η Ευρώπη, επιβάλλοντας τα όσα εδώ γεννήθηκαν από την αέναη διαπάλη του πνεύματος με τον αγώνα να ερμηνευτεί ο κόσμος και οι άνθρωποι, σ’ όλον τον πλανήτη και φυσικά στους οικονομικά και στρατιωτικά ισχυρότερους παγκόσμιους παράγοντες.

Αν προσέξει κανένας τα γεγονότα από τη δεκαετία του ’80 και μετά, το σύμπτωμα του πολιτικού λήθαργου στον οποίο φαίνεται να έχει βυθιστεί η άλλοτε σφύζουσα σε διαπάλη πολιτικών ιδεών Ευρώπη, συμπίπτει με τη χρεοκοπία των «ιδεολογιών της νομοτέλειας».

Από τη μία, δηλαδή, τον ιστορικό υλισμό (ιδίως όπως εξειδικεύτηκε από τον μαρξισμό-λενινισμό και σε αντίστιξη τελικά με τον επιστημονικό και ουτοπικό σοσιαλισμό), ο οποίος ως εφαρμοσμένη πολιτική στην Ε.Σ.Δ.Δ. δεν κατενόησε ότι ο μηχανίστικος τρόπος αυτοματοποιημένης κατανομής του πλούτου τύποις με δίκαιο τρόπο, επισσωρεύει στο εποικοδόμημα αντιδημοκρατικές δομές εξουσίας και λειτουργίες που περιθωριοποιούν τις κοινωνικές δυναμικές, και στο τέλος φέρνει αντιπαραγωγικά αποτελέσματα στην οικονομία. Μ’ άλλα λόγια, ο μαρξισμός-λενινισμός κατέληξε σε αντίρροπη θέση από την υπεσχημένη της χειραφέτησης των κοινωνικών μαζών και φυσικά κατέρρευσε.

Από την άλλη, πάλι, τον νεο-φιλελευθερισμό, ως το καταληκτικό απαύγασμα του καπιταλισμού και του μονεταριστικού παρακολουθήματός του στην οικονομία, ο οποίος παγιδευμένος στο δόγμα της μείωσης του κόστους των λειτουργιών του δημόσιου τομέα με προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα (υπό την πλάνη ότι ο ιδιωτικός τομέας θα ωφελούνταν διπλά, αφενός μεν αναλαμβάνοντας δημόσιες λειτουργίες με μείωση του δημοσιονομικού κόστους -λες και αυτό θα μπορούσε ποτέ να μείνει χωρίς επιπτώσεις στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών καθώς και πολιτικές επιπτώσεις απαξίωσης του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου κρατικής οργάνωσης μέσω της ενδυνάμωσης νεο-ναζιστικών και νεο-φασιστικών μορφωμάτων- αφετέρου δε διευρύνοντας τις χρηματοδοτήσεις προς ιδιώτες), επίσης σήμερα δοκιμάζεται έως της πλήρους αποδόμησης των προταγμάτων του.

Αλήθεια, το σφρίγος που ανάβλυζε από τη σκέψη της Άρεντ, την καστοριαδική ανάλυση και την ντερινταϊκή αμφισβήτηση -μερικά μόνο παραδείγματα, αναφέρω- ουδέποτε υποκαταστάθηκαν πειστικά στην Ευρώπη από ιδέες με τη δροσιά της γνήσιας αγωνίας ερμηνείας του κόσμου, της φύσης και των ανθρώπων. Εδώ τις αντικατέστησε μια άγονη φεντεραλιστική φιλολογία και ένα φιλο-ενωσιακός μονόλογος, που περισσότερο ανασφάλεια εξέπεμψε και εκπέμπει έναντι των ευρωπαίων πολιτών, παρά πειστικότητα. Υπ’ αυτήν την οπτική και η αναγόρευση της Ε.Ε. σε νομοτέλεια του κοινού ευρωπαϊκού πεπρωμένου, είναι η λογική που σήμερα χρεοκοπεί.

Μόνον που εδώ, στην Ευρώπη, αναμενόταν η παραγωγική αμφισβήτηση αυτής της νομοτέλειας, …η οποία, όμως, δεν ήλθε ποτέ! …Και αναμενόταν είτε ως αποκαθήλωση των ανεπαρκειών ενός ενοποιητικού αναμασήματος χωρίς αναφορές στα κοινωνικά πράγματα, που αργά ή γρήγορα θα απαξιωθεί απολύτως, είτε ως εναλλακτική πλατφόρμα ιδεών που θα μπορούσε να στηρίξει μια αναβίωση της ενωσιακής προοπτικής στα σημερινά νέα -«μετα-καπιταλιστικά» θα ‘λεγε, κιόλας, κανένας- δεδομένα.

Να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα αίτια των συμβαινόντων ήταν χρέος της ευρωπαϊκής παράδοσης που εκπροσωπεί η διανόηση της Γηραιάς Ηπείρου. Αντ’ αυτού εφηύραμε νομοτέλειες, πολιτικά αντίρροπες μεταξύ τους και στη συνέχεια στρογγυλοκαθήσαμε στον καναπέ της ιστορίας αναμένοντας εκατέρωθεν την επέλευσή τους και τη δικαίωσή μας. Κι έτσι σήμερα ζούμε την ήττα «όλης της πολιτικής», αφού καμιά εισηγήση εκ των διατειθέμενων δεν αρκεί για να δώσει απαντήσεις μερικού έστω φορτίου στα ζητήματα των καιρών μας.

Δεν υπάρχει θαρρώ μεγαλύτερη απόδειξη για όσα ως εδώ ισχυρίστηκα, από το γεγονός ότι η «θεωρία των παιγνίων» κερδίζει έδαφος στα οπλοστάσια αναλυτικών προσπαθειών της διεθνούς διανόησης. Δηλαδή, ενισχύει τη θέση της στον σημερινό κόσμο και την απόπειρά του να κατανοήσει τί συμβαίνει γύρω του, μια θεωρία που αξιολογεί  πιθανότητες επικράτησης της μίας ή της άλλης νομοτέλειας. Και μ’ αυτόν τον τρόπο έχει στερέψει η παραγωγή νέων αντιλήψεων για τον κόσμο και τις κοινωνίες, που ακριβώς αυτές τις ατελέσφορες νομοτέλειες των τελευταίων δεκαετιών όφειλε να αμφισβητεί.

Ένα παράδειγμα εφαρμοσμένης πολιτικής, για να γίνει απολύτως αντιληπτό τί εννοώ: Η αποτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ανατρέψει τη νομοτελειακού τύπου πολιτική των αποτυχημένων μνημονίων της αδιέξοδης δημοσιονομικής πίεσης, φυσικά δεν μπορεί να ερμηνευτεί από τις ανοησίες της «κωλοτούμπας», τις οποίες μας προσφέρουν οι μεταφυσικές δεξιές πολιτικές θεάσεις της Ν.Δ. και των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ..  Η αποτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να τηρήσει τα πολιτικώς υπεσχημένα σε ο,τι αφορά τον γενικό προσανατολισμό των εξελίξεων υπό την επιρροή της διακυβέρνησής του, αντιθέτως, εύκολα κατανοείται αν την αποδώσουμε στις χρεοκοπημένες ιδεολογικοπολιτικές αναφορές, μιας αριστεράς «γεωγραφικού» και όχι αξιακού τύπου! Μ’ άλλα λόγια, τη σοϊμπλικής έμπνευσης και νομοτελειακής τεκμηρίωσης πολιτική επιχείρησε να ανατρέψει μια εξ ίσου ανιστόρητη αριστερή νομοτέλεια! Και φυσικά η δεύτερη ηττήθηκε, αφού σε τέτοιες συνθήκες υπερισχύει η ωμή δύναμη, ακόμη και νικώντας την απλή λογική.

Νομίζω πως ένας από τους βασικούς λόγους για την παράταση της αδυναμίας να παραχθούν νέες ιδέες σήμερα, είναι ότι έχουμε εθιστεί στην αναζήτηση σχεδίων πολιτικής, υπό την πλάνη ότι θα βρούμε κάποια στιγμή ένα ερμηνευτικό εργαλείο των κοινωνικών εξελίξεων, που θα μας πάρει από το χέρι και θα μας οδηγήσει με ασφάλεια ως το τέλος της ιστορίας. Δηλαδή, αναζητούμε υποκατάστατα των ηττημένων θεωριών της νομοτέλειας, ψάχνοντας μια άλλη νομοτέλεια για να τις αντικαταστήσει. Απ’ αυτήν την πλευρά πράγματι μόνον το Κ.Κ.Ε. στην Ελλάδα λέει την πολιτική αλήθεια, αφού σε τίποτε άλλο δεν στοχεύει από τη νομοτέλεια της αστικο-δημοκρακτικής ωρίμανσης, που αργά ή γρήγορα -αλλά πάντως ιστορικώς αναπόφευκτα, όπως πιστεύει το κόμμα- θα καταλήξει στην πολιτική επικράτηση της εργατικής τάξης. Μόνον τον ρόλο επιταχυντή επιφυλάσσει στις κοινωνικές δυνάμεις αυτό το σύστημα πεποιθήσεων. Από την άλλη πολιτική όχθη, εξ ίσου μόνον η Χρυσή Αυγή λέει τη δεξιά αλήθεια, αφού δεν κρύβει ότι επιζητεί ένα κράτος-μηχανισμό καταστολής, για την καθυπόταξη των όποιων κοινωνικών κινήσεων.

Φυσικά, και οι δύο είναι σε αντίρροπη τροχιά με τη ρύμη του ιστορικού χρόνου και γι’ αυτό δεν έχει καμιά πολιτική πρακτική αξία για τις κοινωνικές δυνάμεις να περιμένουν απαντήσεις απ’ αυτές τις πλευρές.

Βεβαίως, δεν γνωρίζω εάν, από πού και πότε θα έλθει στο προσκήνιο μια καινούρια συστοιχία ιδεών, που θα μας μεταφέρει από την αναζήτηση των ιδεολογικών βεβαιοτήτων που ψευδαισθητικά βιώνουμε εδώ και δύο δεκαετίες μέσω των θεωριών της νομοτέλειας, στην προσπάθεια να βρούμε μια ταπεινή αναλυτική μέθοδο, που απλά θα μας βοηθάει να εξηγούμε τα συμβαίνοντα με σχετικά ικανοποιητικό τρόπο. Δύναμη της πειθούς προς τις μάζες, τελικά, δεν είναι να προσφέρεις λύσεις βεβαιοτήτων, που από την ίδια ιστορία λίγο αργότερα καταρρέουν ως καταγέλαστες απόπειρες κατανόησης της αλήθειας, αλλά να ορίζεις την αβεβαιότητα ως μόνη ασφαλή αρχή, ώστε κάθε φορά οι κοινωνίες να κινητοποιούνται για να εφευρίσκουν λύσεις στα αδιέξοδα που γεννά η εξέλιξη.

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)