Η δεξιά πολιτική βλάπτει σοβαρά την ΕΕ

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Τα τελευταία χρόνια η Ε.Ε. από όχημα εκπροσώπησης ελπίδων των ευρωπαίων πολιτών για ένα καλύτερο μέλλον σε περιβάλλον δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, έχει μεταπέσει σε μηχανισμό καταπίεσης μαζών και παράγοντα γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης ευρύτερων περιοχών στην ευρασία και την Αφρική.

Οι λόγοι είναι πολλοί και σε επανειλημμένες αναφορές μου εδώ και πολύ καιρό έχω επιχειρήσει να τους εντοπίσω, σε μια προσπάθεια να ανακοπεί η σημερινή αρνητική πορεία. Κι αυτό, στο πλαίσιο μιας αντεπίθεσης δημοκρατικής ευαισθησίας και πολιτικής και πολιτισμικής ποιοτικής αναβάθμισης της Ε.Ε., που θα μπορούσε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη μεγάλη απόπειρα ενοποίησης πολλών κρατικών συστημάτων, μερικών μάλιστα πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, πολιτισμικά, ιστορικά και εθνολογικά, και χωρίς επιβολές ή με τις λιγότερες δυνατές.

Η προσπάθειά μου αυτή συχνά αντιμετωπίστηκε με την παραμορφωτική επίπτωση της τρέχουσας πολιτικής θέασης των πραγμάτων, αν και τα ζητήματα είναι πολύ πιο εκτεταμένα από τον φιλο-ευρωπαϊσμό ή τον αντι-ευρωπαϊσμό, που συνθέτουν ένα πεδίο άγονης αντιπαράθεσης μεταξύ συριζαίων  και δεξιών αναγνωστών μου. Κάποιοι, το γεγονός ότι αναγνωρίζω τα ευγενή ιδρυτικά κίνητρα και τις θετικές αρχικές προθέσεις του εγχειρήματος καθώς και τις ανεξάλειπτες ευκαιρίες που προσφέρει ακόμη και σήμερα στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς για κάτι καλύτερο, οδηγούμενοι από την κακή σημερινή εικόνα της Ε.Ε., με κατατάσσουν στους συστημικούς φεντεραλιστές της ευρωπαϊκής ιδέας. Κάποιοι άλλοι, την ίδια την κριτική στην Ένωση, ανοήτως αποδίδουν σε δήθεν φιλο-συριζικές τάσεις μου, ιδίως στις φορτισμένες περιόδους του δημοψηφίσματος, αλλά και σήμερα, που η πρόδηλη απομόνωση της εγχώριας δεξιάς έχει εγκλωβίσει τη Ν.Δ. αλλά και σε σημαντικό βαθμό και το Κίνημα Αλλαγής υπό την κυρία Γεννηματά, σε αντι-ευρωπαϊκά φληναφήματα, έωλης αμφισβήτησης της πραγματικότητας για λόγους ακραία μικροκομματικούς.

Ωστόσο, αυτά είναι τα ελληνικά απόνερα ανάξιων τοπικών πολιτικών ηγεσιών και δεν αξίζει τον κόπο μιλώντας για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως το μέλλον της Ε.Ε., να τα ενθέτουμε στην πολιτική προβληματική μας.

Άλλωστε, είναι πια καιρός να ανοίξουμε τη σκέψη μας στα αίτια της πολιτικής δυσανεξίας που προκαλεί στους ευρωπαίους πολίτες η σημερινή δικαίως βαλλόμενη Ε.Ε. και να μην επιμείνουμε στις επιφανειακές εξηγήσεις περί λαϊκισμού. Ο οποίος περισσότερο ως «αριστοκρατική» ματιά στα πράγματα ενός συστήματος εξουσιών γίνεται κατανοητός από τις κοινωνικές δυνάμεις, παρά ως προϊόν ήρεμης πολιτικής ανάλυσης.

Εξ άλλου, ακόμη και ο λαϊκισμός πολιτικές ταυτότητες της εποχής υποδηλώνει, για να συνεχίζουμε ατάραχοι τον διάλογό μας σχετικά με τις αιτίες της παρούσας ευρωπαϊκής κρίσης προσποιούμενοι ότι παραβλέπουμε τις αληθείς πολιτικές καταγωγές του σύγχρονου λαϊκιστικού φαινομένου.

Ο κοινός παρονομαστής στα αίτια τούτης της μεγάλης ευρωπαϊκής κρίσης (της μεγαλύτερης στην ιστορία της Ε.Ε.), που φυσικά δεν είναι κρίση οικονομική αλλά πλέον κρίση θεσμική και κυρίως υπαρξιακή, θεωρώ πως είναι η παρελθούσα εικοσαετία πολιτικών δεξιού προσήμου στην Ευρώπη.

Ήταν η μετάπτωση από την ηγεμονία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, στη συντηρητική στροφή που σημειώθηκε στην Ευρώπη έκτοτε και συνεχίζει να επικαθορίζει πολιτικά το ενοποιητικό ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Ωστόσο, έχει σημασία εδώ να υπενθυμίσω ότι ομιλώ περί «δεξιάς πολιτικής»! Μια διάκριση που θεωρώ αναγκαία, διότι δεξιά πολιτική εφαρμόστηκε και από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη και μετά τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζει να εφαρμόζεται σήμερα. Χαρακτηριστικά σημερινά παραδείγματα, τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Ελλάδα και το SPD στη Γερμανία!

Αν παρατηρήσουμε τα συνοδά στοιχεία των πολιτικών εξελίξεων σε ευρύτερες χρονικά πολιτικές περιόδους, θα καταγράψουμε ότι η ευρωπαϊκή συντήρηση επιχείρησε την αντεπίθεσή της έναντι των σοσιαλδημοκρατών, που για μια εικοσαετία κυριάρχησαν και με θετικά αποτελέσματα στην Ε.Ε., περισσότερο προσφεύγοντας σε ζητήματα ηθικών καταλογισμών και αναφορές περί διαφθοράς των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, παρά σε εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο για την Ε.Ε.. Παρ’ ό,τι, μάλιστα, οι αναφορές εκ δεξιών περί διαφθοράς των σοσιαλδημοκρατών σε πολλές περιπτώσεις ήταν δικαιολογημένες (όπως η περίπτωση Κράξι στην Ιταλία), η προσέγγιση της ευρωπαϊκής δεξιάς στο ζήτημα αποδεικνύεται σήμερα πόσο προσχηματικά χρησιμοποιήθηκε, αν δούμε πόσο συχνά οι κατηγορίες περί διαφθοράς ήταν προϊόν σκευωρίας, παρά πραγματικό πολιτικό δεδομένο.

Αναλόγως, ζητήματα με έντονη συντηρητική κοινωνική φόρτιση, όπως για παράδειγμα η προσωπική ζωή σοσιαλιστών ηγετών, επιστρατεύτηκαν σε μια πούρα δεξιά πολιτική στάση, για να αποδομήσουν ηγεσίες. Αφήνοντας τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, θυμίζω ότι ο δυστυχής Μιτεράν έως το τέλος της ζωής του επλήγη βάναυσα για την εξώγαμη κόρη του. Καθαρά δεξιές πολιτικές, από τις οποίες απουσιάζει επιδεικτικά κάθε προσπάθεια διατύπωσης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης και μόνο ανιχνευόμενο κίνητρό τους ως εξήγηση για τη χρησιμοποίησή τους παραμένει η άγρα της εξουσίας από μεριάς των δεξιών.

Από την άλλη πλευρά, μία από τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν πολιτικά οι πληττόμενοι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες για να αντιμετωπίσουν τη δεξιά επίθεση σε βάρος τους, ήταν να αλλάξουν πολιτική και «να γίνουν δεξιοί στη θέση των δεξιών» για να διασωθούν στη διαχείριση της εξουσίας και να επιβιώσουν πολιτικά. Τα παραδείγματα Μπλερ και Σρέντερ, στη Βρετανία και τη Γερμανία, αντίστοιχα, είναι τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά όχι τα μόνα, με επίλεκτο εκπρόσωπο των εναπομενόντων τον Κώστα Σημίτη. Μάλιστα, στην ύστερη σημερινή φάση απαξίωσης της Ε.Ε., στην Ελλάδα με τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., στην Ιταλία με τις τυχοδιωκτικές παλινωδίες Ρέντσι, και στη Γερμανία με το δράμα του σχεδόν υπό καταναγκασμό συνασπισμού του SPD με τη γερμανική χριστιανική δεξιά, επαναλαμβάνεται το φαινόμενο σοσιαλδημοκρατών που προσβλέπουν σε προσβάσεις στην εξουσία με προτίμηση στην τακτική «να γίνουν δεξιοί στη θέση των δεξιών».

Φυσικά, τέτοιες πολιτικές επιλογές από κόμματα τύποις προοδευτικά, επειδή δεν προέρχονται από κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών προτάσεων προς ανεύρεση λύσεων στο διαφαινόμενο διευρωπαϊκό πολιτικό αδιέξοδο, καταρρέουν η μία μετά την άλλη. Αντίθετα, όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη επιχειρούν αντι-δεξιά στροφή, ενισχύονται, αφού εκ των πραγμάτων -ακόμη κι αν βρίσκεται σε πρωτόλεια φάση- αυτό συνιστά πρόταση εναλλακτικής πολιτικής έναντι της πολιτικής δεξιάς.

Στην Ελλάδα, για να πούμε δυο λόγια και για τα καθ’ ημάς ώστε να διευκολυνθούμε να κατανοήσουμε την πανευρωπαϊκή αρνητική επίπτωση της δεξιάς, η επίθεση κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, εξ αρχής προσέλαβε τον τόνο ηθικολογικής κυρίως τεκμηρίωσης. Ενδεικτικότατη είναι η «διαδήλωση της κατσαρόλας» του 1982, η φρασεολογία περί «πρασινοφρουρών» κ.α.. Η δεξιά όλη αυτήν την περίοδο και ως τις μέρες μας, αντί να ανασυνταχτεί και με άξονα την ιδεολογία της να καταρτίσει εναλλακτικό προγραμματικό λόγο, δρα μόνον προς απαξίωση του αποδεδειγμένα θετικού και πολιτικά προοδευτικού έργου των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με φρασεολογία του τύπου «χαμένη δεκαετία» κ.λπ.. Έτσι, υπαρκτά προβλήματα που παράγει η φθορά της εξουσίας σε οποιονδήποτε μακροημερεύει στην διαχείριση του μηχανισμού του κράτους, αντί να γίνουν τμήμα μιας ολοκληρωμένης κριτικής από τη δεξιά σε βάρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κατέστησαν αντιπολιτευτικός μονόλογος, με μικρή πειστικότητα έναντι των πολιτών. Κορυφαία απόδειξη της δεξιάς ανημπόριας να ασκηθεί σοβαρή πολιτική, είναι πως παρ’ ό,τι προσέφυγε η συντηρητική παράταξη στην πολιτική σκευωρία της υπόθεσης της Τράπεζας Κρήτης και υπό την ομόθυμη υποστήριξη των μέσων ενημέρωσης, η επικράτησή της δεν επιβίωσε και σύντομα ο κατηγορηθείς Ανδρέας Παπανδρέου κέρδισε και πάλι εκλογές και επέστρεψε στην κυβέρνηση.

Η στάση αυτή της δεξιάς στην Ελλάδα επέφερε μεγάλο κόστος στην χώρα μας και τους πολίτες της. Πέραν της μεγάλης ψυχολογικής επιβάρυνσης νεώτερων γενεών που δηλητηριάζονται με τη εντύπωση μιας καταστροφής (ενώ η πραγματικότητα μαρτυρεί περί του αντιθέτου), οδηγεί τους πολίτες σε γενικευμένη απαξίωση και αμφισβήτηση του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου κρατικής οργάνωσης, με συνέπεια ροπή προς την πολιτική ακροδεξιά. Το φαινόμενο, φυσικά, έχει πανευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Η κατάρρευση της πειθούς του μοντέλου οργάνωσης του κράτους στην Ευρώπη επιτείνεται και κυριαρχεί κατά την επέλευση της κρίσης στην Ευρώπη. Έτσι, γεννάται ως ερώτημα της εποχής το πόσο πολιτικά ηλίθιοι θα μπορούσαν να είναι όσοι μετέτρεψαν την ΕΕ από προτιμησιακή επιλογή πληθυσμών, σε καταναγκαστική πορεία και μάλιστα υπό συνθήκες αμφίβολης δημοκρατικής νομιμοποίησης. Όμως, αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά τον πολιτικό πυρήνα τούτου του ερωτήματος θα βρει μάλλον εύκολα την πολιτική απάντηση: Είναι η δεξιά πολιτική!

Εξετάζοντας τη σημερινή Ευρώπη, διαπιστώνουμε ότι στην Ουγγαρία, την Αυστρία, τη Βρετανία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα μέχρι πριν τρία χρόνια, και αλλού, ήταν η δεξιά πολιτική που κατέστησε την Ε.Ε. δέσμια μιας καθυστέρησης που κοντεύει να τήν κάνει να χάσει το τρένο της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του πολιτισμού των αξιών. Σ’ όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, πιο προσεκτική ματιά στα πράγματα αποδεικνύει ότι σ’ αυτόν τον πολιτικό χώρο θεριεύει και ο λαϊκισμός. Ενδεδυμένος, μάλιστα, με τα πιο μελανά χρώματα των εσωτερικών πολιτικών μικροκομματισμών, με τη θρυαλλίδα του προσφυγικού. (…αλλά όχι μόνον ένεκα τούτου, για παράδειγμα η κοινωνικά άδικη  κατανομή του παραγόμενου πλούτου ή των βαρών της διάσωσης από την οικονομική κρίση που ταλανίζει τις κοινωνίες της Ε.Ε., αποτελεί τυπική εφαρμογή δεξιάς οικονομικής πολιτικής, προς όφελος φυσικά των ισχυρότερων). Ο Σαλβίνι, ο Ζεεχόφερ, ο Κουρτς, ο Ορμπάν και άλλοι, όπως στη Βρετανία η Μέι και ο προκάτοχός της, Ντέιβιντ Κάμερον, όλοι δεξιοί, επέφεραν και συνεχίζουν να επιφέρουν βαρύτατα πλήγματα στην Ε.Ε.. Αντίθετα, σε όποιες χώρες επιχειρήθηκε στροφή απεμπλοκής από την πολιτική κυριαρχία της δεξιάς, όπως στην Πορτογαλία, την Ελλάδα, τη Γαλλία και πρόσφατα την Ισπανία, ελπίδες αναζωογονούν την προσδοκία για καλύτερες μέρες και περισσότερη δημοκρατία, συναπαρτίζοντας τα οχήματα δραπέτευσης της Ε.Ε. από την πολιτική αναξιοπιστία και την πορεία φθοράς, απειλώντας την ακόμη και με διάλυση.

Μ’ άλλα λόγια, η προοδευτική πολιτική στροφή στην Ε.Ε. τείνει να γίνει όρος απαράβατος για την επιβίωση των αξιών του ενοποιητικού ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Θα είναι μια αργή διεργασία, με παλινωδίες και ξεπετάγματα προς τα εμπρός, όπως δηλαδή συμβαίνει πάντα με τη ζώσα πολιτική, όποτε χρειάζεται η αλλαγή των στερεοτύπων που κυριαρχούν κατά εποχή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσες χώρες μείνουν εκτός αυτής της πολιτικής κίνησης και οι ίδιες θα μείνουν πίσω.

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)