+Plus

Η Ελλάδα σε μετάβαση – Ποιά θα είναι η κατεύθυνση;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Οι φονικές πυρκαγιές (πέραν του συλλογικού σοκ που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία ως η ευκρινέστερη απόδειξη των άμεσων συνεπειών από πολιτικές επιλογές δεκαετιών, αλλά και πιο πρόσφατων), συνιστούν εξ αντικειμένου τον επίλογο στον «καθαρό πολιτικό χρόνο» της διακυβέρνησης Τσίπρα. Από τον Σεπτέμβριο, και μάλιστα από νωρίς, ήδη από τη ΔΕΘ, η αντιστροφή μέτρηση για τις κάλπες ξεκινάει, βρίσκοντας την Ελλάδα σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Αναμφίβολα -και πέραν των αντιπολιτευτικών φληναφημάτων- η χώρα αφήνει πίσω της τη μαύρη μνημονιακή εποχή! Μαύρη, και ως αποτίμηση της περιόδου 2010-2018 για τον τρέχοντα βίο των πολιτών, αλλά και ως αξιολόγηση σχετικά με τη λειτουργία της δημοκρατίας μας. Εξ ίσου αναμφισβήτητο, από την άλλη πλευρά, είναι πως -ό,τι και να λένε οι ρητορείες περί πλήρους εξόδου από την κρίση- υπάρχει δρόμος ακόμη να διανυθεί  για την πλήρη δημοκρατική και οικονομική αποκατάσταση της χώρας.

Οι αστοχίες και οι εκατέρωθεν μικροπολιτικές έχω την εντύπωση πως δεν αφήνουν πολύ χώρο για μια ισορροπημένη θέαση των πραγμάτων από μεριάς του μέσου πολίτη. Τα κόμματα εξαντλούν την ψυχολογική πίεση που ασκούν στην κοινή γνώμη, με τον παραδοσιακό στόχο να υφαρπάξουν την ψήφο λογικά αποσταθεροποιημένων εξατομικευμένα συνειδήσεων, με συνέπεια αντί να διευκολύνουν τους πολίτες να κατανοήσουν την πραγματικότητα και να προσχωρούν στον αναγκαίο ειλικρινή διάλογο για την επόμενη φάση της Ελλάδας, να οχυρώνονται σε εκατέρωθεν άγονες αντιπαραθέσεις.

Μια απ’ αυτές, η τελευταία και καθ’ όλα τραγική, αφ’ ενός μεν η αντικειμενική πολιτική ευθύνη για τις πυρκαγιές, που θα βάρυνε κάθε κυβέρνηση και ανεξάρτητα από πολιτικές ταυτότητες, να επιχειρείται να αποδοθεί απολύτως σε πολιτικές δεκαετιών, αφ’ ετέρου δε, η επίσης αντικειμενική ευθύνη για τις οικιστικές και πολεοδομικές επιλογές που κατέστησαν τους Έλληνες προνομιακά θύματα της κλιματικής αλλαγής, να χρεώνονται σε κυβερνήτες των τελευταίων 3 ετών.

Πώς να γίνει έτσι συζήτηση για την Ελλάδα;

Ωστόσο, οι κοινωνίες και οι λαοί, ως τα υποκείμενα της ιστορικής εξέλιξης, σπανιότατα χαράσσουν το μέλλον τους με αποκλειστικά δικά τους μέσα. Παρά την πολυακουσμένη πομπώδη διακήρυξη πολιτικών ηγεσιών ανά την υφήλιο ότι «ο λαός θα πάρει τις τύχες του στα χέρια του», συνήθως η ιστορία κυλάει ως συνθήκη αναπόδραστη νομοτελειών αμάχητων, που ορίζουν τις εκάστοτε παγκόσμιες τύχες.

Η Ελλάδα, δηλαδή, αλλάζει και η αλλαγή της δεν έρχεται μόνη και ασύμπτωτα από τις μεταβολές στην Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Το μόνο που τελικά θα κριθεί εδώ -και μόνον εδώ- είναι σε ποιόν βαθμό η χώρα μας θα μπορέσει να ακολουθήσει τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα, κι αν ναι, αν αυτό θα επαρκούσε για ένα μέλλον πραγματικής προόδου για την Ελλάδα και τους πολίτες της. Για να αποκτήσουμε στοιχειώδη συνείδηση των πραγμάτων αρκεί να δούμε ότι σε ευθυγράμμιση με την παγκόσμια αστάθεια που ωθεί σε νέες ισορροπίες, ανάλογου βάθους δοκιμασίες καλούνται να διέλθουν πολίτες μεγάλου αριθμού χωρών, ισχυρότερων ή πιο αδύναμων από την Ελλάδα, και σ’ όλες τις ηπείρους.

Τα Βαλκάνια σείονται. Η Βρετανοί και οι Αμερικανοί (ο αγγλο-σαξωνικός άξονας του δυτικού κόσμου) έχουν το Brexit και τον νεο-απομονωτισμό του Τραμπ, που είτε θα επικρατήσει είτε θα ανασταλεί. Η Ε.Ε., ιδίως οι ισχυρές χώρες-μέλη με αυξημένο λόγο στις γενικότερες υποθέσεις του κλαμπ, αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην εκτίναξη προς την πρόοδο, και την επιστροφή στις χειρότερες μνήμες της γηραιάς ηπείρου, με το σκηνικό από χώρα σε χώρα να κινείται προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση, σηματοδοτώντας τη σχιζοφρένεια στον ταυτοτικό προσδιορισμό του μεγαλύτερου ενοποιητικού εγχειρήματος στην ιστορία. Η Ρωσία συμπεριφέρεται με τη διπλωματική φιλαρέσκεια μιας επανακάμπτουσας υπερδύναμης, ενώ καμώνεται πως δεν βλέπει ότι με την Κίνα επί σκηνής, ποτέ οι υπερδυνάμεις του 20ου αιώνα δεν θα είναι πλέον μόνες. Η Κίνα, με τη σειρά της, υιοθετεί πρακτικές ξεπερασμένων  επεμβατικών μεθόδων πέραν της επικράτειάς της, διακινδυνεύοντας να καταστεί μισητή σε πληθυσμούς που έχουν βιώσει τραυματικά την ανάμιξη των ξένων παραγόντων στις δικές τους υποθέσεις.  Και τούτο για τις δύο χερσονήσους, επί των οποίων γράφεται η ιστορία μεγάλου μέρους της Ασίας, της Ινδοκίνας και της Κορέας, εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για την ειρήνη. Τέλος, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή (όπου εντάσσω και την Τουρκία, για την οποία -αν και Έλληνας- δεν θα ξόδευα ξεχωριστό κεφάλαιο) δοκιμάζεται ένα μεγάλο μέρος των πραγμάτων που θα κρίνουν την τύχη του μετα-αραβικού προτάγματος για το παγκόσμιο ισλαμικό τόξο.

Στην Ελλάδα, κατά μια μάλλον καλή εκδοχή της εξέλιξης, ταυτόχρονα τίθεται υπό κρίση τόσο ο ιδεολογικο-πολιτικός προσανατολισμός της ηγεσίας υπό την οποία η χώρα θα κινηθεί προς το μέλλον, όσο και δημοκρατική ετοιμότητα του κομματικού μας συστήματος να αποστασιοποιηθεί από την υιοθέτηση ανιστόρητων και τελικά επικίνδυνων επιλογών που κομίζει η ενίσχυση της ακροδεξιάς. Στο δεύτερο ζήτημα, με τις κατά κυριολεξία γειτονικές μας χώρες, να έχουν κυλήσει, λες «αύτανδρες», στην ευκολία της «πειρατείας» σε βάρος των ζωών δύστυχων ανθρώπων, που κατά κύματα φτάνουν στη «γη της σωτηρίας», σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφύγουν τον λιμό, τις αρρώστιες και τον θάνατο από τους τυφλούς πολέμους των παντός είδους φανατικών. Η επιλογή για την Ελλάδα, επομένως, στις ερχόμενες κάλπες, πολύ δύσκολα «θα χωρέσει» σε δημοσκοπικά κριτήρια, ποσοτικών ή ποιοτικών αποτιμήσεων τεχνοκρατικού εντοπισμού.

Αντίθετα, υποψιάζομαι (ίσως το ελπίζω) ότι κάτω από τη γύμνια των αδιέξοδων αντιπαραθέσεων για τα ελάσσονα, όταν τα μείζονα καλούν σε γενική επιφυλακή, ενδημεί μεταξύ των πολιτών μια σπάνια για τις τελευταίες δεκαετίες συναίσθηση ευθύνης για το τί θα επιλέξουν στις ερχόμενες κάλπες. Δεν μου φαίνεται πως ο επιφανειακός πολιτικός λόγος που κυριαρχεί ανταποκρίνεται και αντανακλά τον πραγματικό εσωτερικό διάλογο που λαμβάνει χώρα στο συνειδησιακό πεδίο του κάθε πολίτη, που δεν παραχωρείται σε κομματικά σχήματα.

Τα 3 βασικά σημεία στα οποία θαρρώ πως εγκολπώνεται η προβληματική αυτού του ανομολόγητου εσωτερικού μονολόγου υπευθυνότητας, είναι:

–          Η προσδοκώμενη και αντιλαμβανόμενη εισοδηματική προοπτική εκάστου εξ ημών, ανάλογα με τις θέσεις των κομμάτων εξουσίας, δηλαδή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της Ν.Δ.. Σημείο καίριο, εκτιμώ, και μη επιδεχόμενο καταγγελία ως εκδήλωση «λαϊκισμού», δεδομένων των θυσιών που έχουν προηγηθεί από τα νοικοκυριά επί 8ετία,

–          Η «αίσθηση ασφάλειας» για τη χώρα και τους πολίτες της, με εντεταγμένη την Ελλάδα στο γεωπολιτικό σκηνικό που αφορά στον ζωτικό εθνικό της χώρο, και

–          Η διαμόρφωση του «δημοκρατικού πλαισίου» εντός του οποίου θα εξελιχτούν οι προσεχείς πολιτικές εξελίξεις.

Σε μια από τις αναλύσεις μου, εδώ και καιρό, είχα αναφερθεί στο ενδεχόμενο ο Αλέξης Τσίπρας να γινόταν συν τω χρόνω «ένας ακόμη πρωθυπουργός της κρίσης». Σίγουρα αυτό δεν επιβεβαιώθηκε. Αυτό που απομένει είναι να διαφανεί ποια θα είναι η συνέχεια για τον ίδιον και την παράταξη της οποίας ηγείται.

Το ερώτημα αυτό θα απαντηθεί στις ερχόμενες κάλπες. Και η έκβασή του σχετίζεται στενά με την απάντηση που καλούνται να δώσουν οι Έλληνες πολίτες στις ίδιες κάλπες σχετικά με την πολιτική κατεύθυνση της χώρας εκτός μνημονίου.

(H παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)