Η μάστιγα των δημοσιογράφων-πολιτευτών (και πως θα εκλείψει)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Ολοένα και περισσότεροι δημοσιογράφοι μεταπηδούν με εξαιρετική άνεση και αμετανόητη ευκολία από την Ενημέρωση στην Πολιτική, λες και τα εξ αντικειμένου συγκοινωνούντα δοχεία των δύο δραστηριοτήτων δεν είναι κάτι και πολύ διαφορετικό από την παράλληλη ενάσκηση του ίδιου περίπου δημόσιου λειτουργήματος.

Η ευκολία της μεταπήδησης αυτής συγκρούεται κατά μέτωπο με τα παλιότερα δημοσιογραφικά ήθη, κατά τα οποία τέτοια μεταπήδηση εθεωρείτο και για τους δύο κλάδους, Πολιτική και Δημοσιογραφία, μάλλον αδιανόητη και επιτρεπτή σε εξαιρετικά σπάνιες και κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις. Οι πολίτες, επίσης, ουδέποτε υπεδέχθησαν παλιότερα τέτοιες μεταπηδήσεις με ικανοποίηση, ως φορείς μιας νοητής αλλά τελικά πολύ συγκεκριμένης διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο μιας κεντρικής δημοκρατικής παραδοχής: Όποιος ασκεί την ιερή και συνταγματικά προστατευόμενη λειτουργία Ενημέρωσης της κοινής γνώμης για τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται, δεν μπορεί ταυτόχρονα να συγκταλέγεται σ’ εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις αυτές.

Γιατί; Απλούστατα, διότι ενημέρωση από τέτοιες πηγές, δεν ανταποκρίνεται στη θεμελιώδη αρχή της δημοσιογραφίας, που δεν είναι άλλη από τη διασφάλιση της ελευθερίας του δημοσιογράφου, σε ατομικό επίπεδο ως απόρροια προσωπικής του δέσμευσης να μεταδίδει αναλοίωτη την αλήθεια, και σε συλλογικό επίπεδο υπό το πλέγμα εγγυήσεων που τού παρέχουν τη δυνατότητα να μεταδίδει ειδήσεις σε απόλυτη ελευθερία και απαλλαγμένος από οποιαδήποτε δυνάμει δέσμευση θα μπορούσε να επηρεάζει την κρίση του.

Στις παλιότερες εφημερίδες και τα άλλα μέσα ενημέρωσης, μάλιστα, η τήρηση εμφανών αποστάσεων μεταξύ των δύο λειτουργιών αναλαμβανόταν πρωτίστως ως ευθύνη των δημοσιογράφων και όποτε κάποια πολιτική παράταξη ή πρόσωπο αποτολμούσε με οποιονδήποτε τρόπο να συσκοτίσει αυτήν την καθαρή απόσταση ή να την αμφισβητήσει, η διεύθυνση των μεσων ενημέρωσης αντιδρούσε σθεναρά και ενίοτε βιαίως.

Τέλος, για να μεταπηδήσει κάποιος δημοσιογράφος στην Πολιτική, κατά κανόνα μεσολαβούσε ένα ικανό χρονικό διάστημα απόσυρσης του πολιτευόμενου συναδέλφου, μεγαλύτερο ή μικρότερο, αλλά πάντως επαρκές για μια πειστική παροχή μιας επιβεβαίωσης προς την κοινή γνώμη ότι το μέσο ενημέρωσης από το οποίο προερχόταν δεν είχε επηρεαστεί κατά την συστηματική Ενημέρωση που προσέφερε προς τους πολίτες. Μερικά παραδείγματα, ακόμη και λίαν πρόσφατα: Παρ’ ό,τι η  κυρία Σπυράκη μεταπήδησε από το MEGA (κανάλι τότε με σαφή κομματική δεξιά προτίμηση από μεριάς της τότε ιδιοκτησίας του) στην Ν.Δ., κανένας δεν δικαιούται να τής καταλογίσει πως όταν έκανε ως δημοσιογράφος το ρεπορτάζ του σήμερα κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προσέφερε στους πολίτες κατευθυνόμενη Ενημέρωση.  Το ίδιο με τον κ. Ρουσόπουλο την περίοδο πρωθυπουργίας του Κώστα Καραμανλή. Ακόμη και η περίπτωση Μιχελάκη μετακινήθηκε από τη δημοσιογραφία στην Πολιτική και πίσω, με όρους αξιοπρέπειας και εικαζόμενης αυτονομίας επιλογών του ίδιου.

Η απαξίωση της Ενημέρωσης ενώπιον των πολιτών, από τη μακρά περίοδο επιχειρηματικής καταβαράθρωσης του κλάδου από ανάξιους και διακινητές συμφερόντων με ονοματεπώνυμο (ακόμη και των προσωπικών τους), έχει καταστρεψει σχεδόν απολύτως το κύρος της ελληνικής δημοσιογραφίας. Η ανεργία στον κλάδο κινείται σε αστρονομικά υψηλά επίπεδα, οι αμοιβές είναι προσβλητικές για τους πραγματικούς δημοσιογράφους και η μεγάλη θεσμική παρέμβαση αδειοδότησης των καναλιών δεν φαίνεται να επιλύει τα σοβαρά εργασιακά και ασφαλιστικά προβλήματα.

Έτσι, όσοι έχουν κάποιο «ονοματάκι» στην «πιάτσα» μας, αντί να το εκποιούν έναντι πινακίου φακής και σε περιβάλλον μεγάλης ανασφάλειας στην απασχόληση, προτιμάνε μια «αρπαχτή στην πολιτική».

Τίποτα το μεμπτό, γενικώς, κατ’ αρχάς! Όλοι οι κλάδοι επαγγελμάτων μπορούν να εκπροσωπηθούν στην ελληνική Βουλή, εφ’ όσον εκλεγούν όσοι εξ αυτών εκτέθηκαν στα ψηφοδέλτια των κομμάτων.

Όμως, εδώ το κακό παράγινε! Παραμένοντας σε θέση επαγγελματία δημοσιογράφου, οι συνάδελφοι όψιμοι εραστές πολιτικής καριέρας, προσδοκώντας την 4ετή σταθερή δουλειά του βουλευτή και τον μεγάλο μισό του, εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης τα οποία συνεχίζουν να τους προσφέρουν εργασία, αφαιρώντας έτσι την εργασία από άλλους ενεργούς συναδέλφους που την έχουν απόλυτη ανάγκη.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι ίδιοι ξεσπαθώνουν προκλητικά υπέρ του κόμματος με το οποίο θα πολιτευτούν αλλά και εναντίον των αντιπάλων κομμάτων, διακωμωδώντας πλήρως κάθε εναπομένουσα όρθια εντύπωση κύρους του κλάδου.

Μόνη λύση η άμεση παρέμβαση των Ενώσεων! Και για μονιμότερη λύση στον κατεξευτελισμό μας ως παραπαίδια των συμφερόντων που τσαλαβουτάνε στην κακώς νοούμενη πολιτική, η θεσμοθέτηση ελάχιστου χρονικού ορίου (π.χ. ένα εξάμηνο) που θα πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της παραίτησης από την ενάσκηση του επαγγέλματος και της ανακήρυξής τους από τα δικαστήρια ως κομματικών υποψηφίων.

Αίσχος!