Ανέντιμη δημόσια συζήτηση για τις περικοπές συντάξεων

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Ακόμη και πριν την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια στις 20 του περασμένου μήνα διεξαγόταν έντονη δημόσια συζήτηση σχετικά με τις πρόσθετες περικοπές συντάξεων που έχουν προνομοθετηθεί προς εφαρμογή από 1/1/2019.

Η κυβέρνηση Τσίπρα δέχτηκε -και ορθότατα- απηνέστατη κριτική από την αντιπολίτευση για το ότι συμφώνησε στο μέτρο και υποχώρησε στις πιέσεις του ΔΝΤ (λόγω και της ανοχής των ευρωπαίων δανειστών μας έναντι των απαιτήσεων του Ταμείου). Και είναι ορθή η κριτική, διότι πρόκειται για μια εισοδηματική παρέμβαση σε βάρος ασθενέστερων, με καθαρά αχρείαστο και αντιαναπτυξιακό πρόσημο, ως πλήττουσα την κατανάλωση και με φθίνον δημοσιονομικό αποτέλεσμα, τη στιγμή που εξελίσσεται ένα αγωνιώδες αναπτυξιακό rebound της ελληνικής οικονομίας.

Δεν έχει σημασία αν για την κυβέρνηση ήταν δική της πολιτική, ή τής επιβλήθηκε έξωθεν, από οποιαδήποτε πλευρά και με την οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Στη διαπραγμάτευση εκείνης της περιόδου η σημερινή κυβέρνηση απέτυχε να πείσει τους θεσμούς ότι πρόκειται για ένα -όπως ήδη είπαμε-  αχρείαστο, αντιαναπτυξιακό και κοινωνικά άνισο μέτρο και πολύ σωστά καταλογίστηκε και καταλογίζεται ακόμη σε βάρος των κυβερνώντων η αποτυχία. Το μέτρο ήρθε στην ελληνική Βουλή, η οποία, όπως ελέχθη, το προνομοθέτησε προς εφαρμογή από 1/1/2019.

Έως εδώ κανένα πρόβλημα με την αντιπολίτευση, αντίθετα είναι αποδεκτή και επαινετή η σκληρή κριτική της, ασχέτως του ότι επί των ημερών μνημονιακής διακυβέρνησης Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. οι τότε περικοπές σε συντάξεις είχαν οριζόντιο, εξαιρετικά βίαιο κοινωνικά και πολύ ευρύτερο χαρακτήρα και πεδίο εφαρμογής σε σύγκριση με τις περικοπές συντάξεων επί διακυβέρνησης Τσίπρα. Ορθώς έχει επισημανθεί ότι παρ’ ό,τι ποσοτικά και ως πεδίο εφαρμογής οι περικοπές συντάξεων επί Ν.Δ.-ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι συντριπτικά μεγαλύτερες απ’ όσο επί ΣΥ.ΡΙΖ.Α., είναι το επί πλέον στοιχείο περικοπής στους ήδη σκληρά πιεζόμενους συνταξιούχους, που προσδίδει μεγάλη απαξία στην εν λόγω περικοπή που θέσπισε η σημερινή κυβέρνηση.

Όμως, η σημερινή συζήτηση δεν είναι πλέον η πολιτική και δημοσιονομική αξιολόγηση του μέτρου, αλλά το ενδεχόμενο μη εφαρμογής του! Τυχόν ακύρωσή του θα έχει μεγάλη πρακτική και συμβολική σημασία στην παρούσα αυτονόητα κρίσιμη πρώτη μετα-μνημονιακή περίοδο της Ελλάδας.

– Πρακτική σημασία, διότι τυχόν ακύρωση των πρόσθετων περικοπών στις συντάξεις θα αφήσει πόρους για ενίσχυση της κατανάλωσης με χρήσιμο εισοδηματικό οξυγόνο για δαπάνη από τα νοικοκυριά και δεν θα μειώσει τα δημόσια έσοδα. Ενώ, ακόμη  κι αν εφαρμοστεί, θα ήταν δημοσιονομικά ατελέσφορο το μέτρο, για δύο λόγους: 1. Διότι οι δημοσιονομικοί στόχοι (προς διασφάλιση των οποίων άλλωστε επέμεινε το ΔΝΤ να θεσπιστεί το μέτρο) αποδεδειγμένα είναι επιτεύξιμοι και χωρίς την εφαρμογή του μέτρου, και 2. Διότι τυχόν εφαρμογή του θα ήταν εξελικτικά απρόσφορη μεσοπρόθεσμα, αφού αναφέρεται στην «προσωπική διαφορά», δηλαδή σε παλιούς συνταξιούχους (η συντριπτική πλειοψηφία τους έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν από περισσότερα από 10 χρόνια) και, επομένως, ο απόλυτος αριθμός τους θα μειωθεί δραματικά τα επόμενα έτη και το υπολογιζόμενο από το ΔΝΤ δημοσιονομικό έσοδο θα εξανεμιστεί.

– Συμβολική σημασία, διότι η μη εφαρμογή του μέτρου, θα ήταν μια σοβαρή ένδειξη αλλαγής πορείας στις ως τώρα πολιτικές διαχείρισης της κρίσης στην ευρωζώνη (και φυσικά και στην Ελλάδα), οι οποίες -ό,τι και να λέγεται πανταχόθεν- έχουν ανακηρυχτεί από τη μεγάλη πλειοψηφία αναλυτών και οικονομολόγων, ως οικονομικά εσφαλμένες και πολιτικά επικίνδυνες για τη δημοκρατική και κοινωνική συγκρότηση της ενωμένης Ευρώπης, αφήνοντας την οικτρά πλέον μειοψηφία των σοϊμπλικών επιγόνων να εθελοτυφλούν αγνοώντας το παραδεδεγμένο.

(Μια αναγκαία παρένθεση εδώ! Η πολιτική του ΔΝΤ ιστορικά έχει ξεκάθαρο πολιτικό και μονεταριστικό πρόσημο, κι ας καμώνονται οι εκπρόσωποί του ότι είναι μόνον τεχνοκράτες. Για παράδειγμα, ουδέποτε έχει προταθεί από το Ταμείο σε προγράμματα για διάφορες χώρες, ως μέτρο η αύξηση της φορολογίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων για την ενίσχυση των δημόσιων εσόδων, οριζόμενη ως αντιαναπτυξιακό μέτρο, μολονότι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων υπήρξε η ατμομηχανή της ανάπτυξης στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ουδέποτε επίσης έχει εξηγηθεί από το Ταμείο γιατί άραγε οι περικοπές εισοδήματος των ασθενέστερων που προτείνει έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα, παρ’ ό,τι μειώνουν την κατανάλωση, που κατά το manual του ισχύοντος διεθνούς καπιταλισμού είναι η πρώτη που πρέπει να υποστηριχτεί για να ανακάμψει μια οικονομία σε υφεσιακό γύρο. Φυσικά, υπάρχουν λόγοι για την αντιφατική με τον κλασσικό κεϋνσιανισμό σημερινή «πολιτική» του ΔΝΤ, που θα μπορούσα ίσως να εκθέσω σε μια άλλη συζήτηση με αυτό το αντικείμενο. Εδώ ας περιοριστούμε μόνο στο ότι η παγκόσμια κρίση χρέους έχει αλλάξει τα δεδομένα και η αναζήτηση πρόσθετων  κεφαλαίων για επένδυση από ιδιώτες ώστε να διευρύνεται η δραστηριότητά τους, εξαναγκάζει τον καπιταλισμό να επιζητεί να περάσει στα χέρια του το «λίπος» που έχουν συσσωρεύσει τα μικρομεσαία νοικοκυριά, επειδή η αποθήκευση «μαύρου χρήματος» από τις ίδιες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις που δήθεν έχουν σήμερα έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων για επενδύσεις έχει εξανεμίσει σε άγονα σεντούκια τα σε πρωτοφανή στην ιστορία κλίμακα κέρδη του ιδιωτικού τομέα).

Έτσι, λοιπόν, αν εμβαθύνει κανένας στον «πολιτικό χαρακτήρα» της επιμονής του ΔΝΤ να θεσπιστεί το μέτρο περικοπής των συντάξεων από 1/1/2019 θα διαπιστώσει ότι αφορά σε κατηγορίες συνταξιούχων, στους οποίους το ΔΝΤ έχει αποδώσει τη θεμελιώδη εξήγηση που έχει παράσχει ως αίτιο για την κατάρρευση του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος, που ισχύει στην Ελλάδα με επιτυχία από τη δεκαετία του ΄80, από το ασφαλιστικό που θέσπισε το ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Η προσέγγιση του ΔΝΤ στο πρόβλημα, προσκρούει αναμφίβολα στο ότι η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η οποία -όπως είπαμε- απέτυχε στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς να αποκρούσει την περαιτέρω περικοπή συντάξεων, από την άλλη πλευρά όμως πέτυχε να περισώσει την «προσωπική διαφορά» για τους παλιούς συνταξιούχους, στην περικοπή της οποίας ακριβώς στοχεύει το μέτρο του ΔΝΤ από 1/1/2019, εάν εφαρμοστεί.

Η χύδην καταγγελία του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος από το ΔΝΤ και τον νεο-φιλελευθερισμό, ως δήθεν «αποτυχημένου», λόγω του λογιστικού αδιεξόδου στο οποίο το ασφαλιστικό οδηγήθηκε από την αρχή της κρίσης του 2010, δεν μπορεί  να τεκμηριωθεί, αν στα αίτια της λογιστικής κατάρρευσής του δεν αναζητηθούν οι θηριώδεις απώλειές του από μη καταβολές εισφορών του ιδιωτικού τομέα, οι απώλειες από γελοία αξιοποίηση των τεράστιων αποθεματικών και της περιουσίας των ταμείων και οι απώλειες από την έκταση της ανασφάλιστης εργασίας. Πρόκειται για απώλειες, τις οποίες το ΔΝΤ (και οι νεο-φιλελεύθεροι συνοδοιπόροι του) ουδέποτε αποπειράθηκε να εκτιμήσει, πολλώ δε μάλλον να αναζητήσει τον βαθμό ενοχής τους στην κατάρρευση του συστήματος, ώστε να αποφευχθούν μελλοντικά τα ίδια λάθη. Για όλα έφταιγαν δογματικά οι -αναμφίβολα επιταχυντικές, υπαρκτές, μεμπτές και κατακριτέες- εύνοιες προς τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, απεφάνθη το ΔΝΤ, και η ελληνική κοινωνία, πληγωμένη και οργισμένη από τις συνέπειες της κρίσης και συγκεντρωμένη στις χρυσαυγήτικες πλατείες των «αγανακτισμένων», που ανέχτηκαν και σιγοντάρισαν η σαμαρική Ν.Δ. των Ζαππείων και ο τότε ακόμη περιθωριακός ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και καθοδηγούμενη  από τη σημιτική δημοσιογραφική νομενκλατούρα, έστρεξε να υιοθετήσει την εξήγηση!

Φυσικά, η κύρια πολιτική ευθύνη της εκτροπής του ασφαλιστικού αιτιολογείται και στοιχειοθετείται απολύτως από το ίδιο το ΠΑ.ΣΟ.Κ., μερικά χρόνια νωρίτερα! Όταν, με τους όρους με τους οποίους έθεσε ο Κώστας Σημίτης την Ελλάδα εντός του  ευρώ, έμπαιναν οι βάσεις και σχηματιζόταν ο πυρήνας των αιτίων που οδήγησαν την Ελλάδα στο πτωχευτικό περιστατικό του 2010. Τότε, δηλαδή την περίοδο 2000-’04, οπότε και κατά την φαρσοκωμωδία του ασφαλιστικού Σημίτη-Γιαννίτση-Σπράου, έλαβε χώρα η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια από τον ιδιότυπο σημιτικό νεο-φιλελευθερισμό να πληγεί ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας του συστήματος. Ίσως είναι μοναδική περίπτωση στην ιστορία που τόσο απροσχημάτιστα ζητήθηκε από τους εργαζομένους να σηκώσουν εκείνοι κατά κύριο λόγο και μόνοι στη συνέχεια την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική δαπάνη των ταμείων τους, ενώ τόσο προκλητικά οι εργοδότες θα έμεναν αλώβητοι. Προς υπενθύμιση εδώ, για να φωτίζονται τα πάντα, ότι τότε εκτός από την πρωτοφανή εισφοροδιαφυγή από μεριάς των εργοδοτών (αν και οι επιχειρήσεις κατέγραφαν τότε κερδοφορίες-ρεκόρ), βρίσκονταν στην Ελλάδα νεοαφιχθέντες περίπου 1 εκατ. Αλβανοί μετανάστες, για τους οποίους είναι αμφίβολο έστω και για έναν εξ αυτών, εάν είχε γίνει αναγγελία πρόσληψης, ώστε να στηριχτούν τα έσοδα των ταμείων. «Ζεστό χρήμα» υπέρ των εργοδοτών, στο «πλάσμα ανάπτυξης» που δήθεν απολάμβανε τότε η Ελλάδα, στην τραγική ευρω-μέθη όλων μας. Αν βρείτε έστω και ένα σοβαρό μέτρο στο ασφαλιστικό Σημίτη-Γιαννίτση για την πάταξη της εισφοροδιαφυγής και την αντιμετώπιση του χαίνοντος προβλήματος της «μαύρης εργασίας», τότε θα είχα άδικο. …αλλά δεν θα βρείτε!

Κι όμως, παρά την ακύρωση τελικά της αηθέστατης απόπειρας του Κώστα Σημίτη να αλώσει υπέρ των ιδιωτών τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών  ταμείων επιβαρύνοντας με συντριπτικά μονομερή τρόπο τους εργαζομένους και φαλκιδεύοντας τον εξ ορισμού τριμερή και αναδιανεμητικό χαρακτήρα του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος, τα ίδια αυτά ταμεία θα μπορούσαν με λελογισμένες περικοπές να ξεπεράσουν ακόμη και μια κρίση του βάθους του 2010! …αν, όμως, εν τω μεταξύ, δεν μεσολαβούσε το PSI! Όταν, δηλαδή, ο φύσει δημόσιος χαρακτήρας των ασφαλιστικών οργανισμών, δεν παραβλεπόταν και δεν παραβιαζόταν βιαίως και δεν εξισώνονταν τα ασφαλιστικά ταμεία της Ελλάδας, με τα ανά την υφήλιο κερδοσκοπικά fund, αλλά και με τις ελληνικές τράπεζες, καταδικαζόμενα να εγγράψουν απώλειες της τάξης του 70-90% από ελληνικά ομόλογα που διακρατούσαν. Προσοχή: Ελληνικά ομόλογα, στα οποία δεν είχαν αποφασίσει από μόνα τους τα ταμεία να επενδύσουν, αλλά υποχρεώθηκαν να το πράξουν, ξεκινώντας ήδη από την περίοδο Αλογοσοκούφη και με κορύφωση την περίοδο Παπαθανασίου.

Ακούω στ’ αυτιά μου, ακόμη και τώρα, την αδιανόητη εξήγηση για το έγκλημα, την οποία έχει δώσει ο Βαγγέλης Βενιζέλος, που είναι ο υπεύθυνος για το τεχνικό μέρος του PSI.  Δεχτήκαμε να «κουρευτούνε» τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούσαν τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, έχει πει ο κ. Βενιζέλος, επειδή αν δεν το δεχόμαστε  θα το απέρριπταν και οι άλλοι ιδιώτες που έχουν επενδύσει στα ίδια ομόλογα και εγγράφουν και αυτοί πολύ μεγάλες ζημίες. Λες και δεν ήταν δική του υποχρέωση να εξηγήσει και πείσει για τη διαφορά των περιπτώσεων. Και καλά, ως εδώ, θα ήταν μια ηχηρή πολιτική αποτυχία του κ. Βενιζέλου. Όμως, ο ίδιος στη συνέχεια επιδόθηκε σε μια μανιώδη προσπάθεια να πείσει ότι ήταν μεγάλη επιτυχία του, σε μια μοναδική παράσταση κομπασμού για την καταστροφή!

Το «κούρεμα» σε βάρος των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων, επίσης αποδόθηκε στην ανάγκη να εξισωθούν αυτά με τα ευρωπαϊκά ασφαλιστικά ταμεία άλλων χωρών-μελών της Ε.Ε., που επίσης διακρατούσαν ελληνικά ομόλογα που θα «κουρεύονταν». Μόνον που η εξίσωση είναι κίβδηλη! Γιατί; Διότι α. οι ιδιώτες των fund διακινούν ιδιωτικό και όχι δημόσιο χρήμα, όπως τα αποθεματικά των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων (άλλωστε ένα μέρος του αποθεματικού τους προέρχεται ευθέως από τον κρατικό προϋπολογισμό στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης), και β. διότι τα ασφαλιστικά ταμεία άλλων χωρών-μελών της Ε.Ε. εντεταγμένα σε fund (κατά προτροπή, κυρίως, των κεντρικών τραπεζών των χωρών τους) επέλεξαν και διακρατούσαν ελληνικά ομόλογα, με συμβατικούς μάλιστα όρους δυνητικής εγγραφής απωλειών. Αντίθετα, τα ελληνικά ταμεία, καθ’ υποχρέωση και εμμέσως βρέθηκαν με ελληνικά ομόλογα ανά χείρας, αφού τα αποθεματικά τους κατατέθηκαν σε ελληνικές τράπεζες, εν πολλοίς ερήμην τους μεταλλάχθηκαν σε «επενδυτικά κεφάλαια» και επενδύθηκαν σε ελληνικά ομόλογα. Μάλιστα, επενδύθηκαν ακόμη και με την κρίση να έχει ήδη ξεκινήσει, σε μια μάταια προσπάθεια του Γιώργου Παπακωνσταντίνου να περισώσεις τις αξίες των ελληνικών ομολόγων, περίπου σε μια κατάσταση άδηλου  υποχρεωτικού δανεισμού, με προνομιακά θύματα τα ασφαλιστικά ταμεία.

Αυτά, για τη μακρά παρένθεση, που κλείνει εδώ, όμως ήταν αναγκαία, για να τεθεί στο συνολικό πλαίσιο του μεγάλου ζητήματος του ασφαλιστικού).

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στη σημερινή πια συζήτηση σχετικά με τους χειρισμούς των κομμάτων στην προσπάθεια να αποφευχθεί ένα κακό και κοινωνικά βαρύ μέτρο, που θα πληγώσει την τάξη των  συνταξιούχων…

Πολιτικά πρόκειται για ένα άκρως κρίσιμο ζήτημα, η έκβαση του οποίου πιθανότατα θα μετρήσει περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος, οποτεδήποτε κι αν γίνουν οι ερχόμενες εκλογές. Αν το μέτρο δεν εφαρμοστεί η κυβέρνηση Τσίπρα θα δικαιούται να ισχυρίζεται ότι διαπραγματεύτηκε στο πλαίσιο των αντικειμενικά οριακών συνθηκών του 2015 και για επιτύχει το μείζον (δηλαδή μια εξελικτική πορεία απεμπλοκής από τη μνημονιακή παγίδα, από την οποία κανένας από τους προηγούμενους δεν κατόρθωσε να απεμπλακεί) υποχώρησε στο άδικο και ατελέσφορο μέτρο, μόνο τακτικά και πάντως όχι οριστικά. Θα πρόκειται για μια πανίσχυρη παρακαταθήκη πολιτικής αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας υπέρ του Αλέξη Τσίπρα. Αλλιώς, το πολιτικό κόστος των θιγομένων θα τον σκεπάσει.

Η αντιπολίτευση, από μεριάς της για το θέμα αυτό αποδίδει σήμερα στον Τσίπρα μια παρασκηνιακή συμφωνία με τους δανειστές, για να μην εφαρμοστεί το μέτρο της περικοπής των συντάξεων από 1/1/2019, με τον Έλληνα πρωθυπουργό φερόμενο να επιλέγει ο ίδιος τον χρόνο που πολιτικά τον συμφέρει να ανακοινώσει την ακύρωσή του μέτρου, για να ωφεληθεί στην κάλπη.

Όποιος θέλει το πιστεύει αυτό! Ομολογώ πως εγώ δυσκολεύομαι πολύ να πιστέψω τη συνωμοσιολογική αυτή θεωρία, που θέλει τον Τσίπρα και τους ευρωπαίους δανειστές να συνωμοτούν από κοινού για να διευκολυνθεί εκλογικά ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Προτιμώ την εξήγηση ότι οι ευρωπαίοι δανειστές, απελευθερωμένοι σε σημαντικό μέρος από τους καταναγκασμούς που ως τώρα έθετε το ΔΝΤ, κατανοούν όσα ανέπτυξα στη μακρά παρένθεση ανωτέρω για το ατελέσφορο του μέτρου και ομονοούν με τη δηλωμένη ανοιχτά εκτίμηση της Αθήνας ότι περαιτέρω περικοπή των συντάξεων είναι αχρείαστη. Όπως προτιμώ την εξήγηση ότι πρόκειται για την ακύρωση ενός μέτρου, που η ανακοίνωσή της και από μεριάς των  ευρωπαίων δανειστών χρειάζεται προσεκτική διαχείριση, για να αποφευχθούν αντιδράσεις σοϊμπλικών δυνάμεων, μειοψηφικών πια, αλλά υπαρκτών και με ισχύ, που θα μπορούσαν να περιπλέξουν τα πράγματα.

Όμως, εδώ, εκτός από τα πολιτικά παιγνίδια, υπάρχει και ένας κόσμος τον οποίο αφορά το θέμα με άμεσο και θα έλεγα δραματικό τρόπο. Είναι οι ίδιοι οι συνταξιούχοι, που αγωνιούν για την έκβαση της υπόθεσης!

Έναντι αυτών όλα τα κόμματα οφείλουν σεβασμό και καθαρή δέσμευση ότι το κάθε κόμμα από μεριάς του και με όσες δυνάμεις διαθέτει θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί  για να ακυρωθεί το μέτρο!

Από τον Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη άκουσα ότι έχει καταρτίσει τεχνοκρατική και πολιτική επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα ακύρωσης της περικοπής των συντάξεων. Στοιχεία, τα οποία με οργανωμένο και μεθοδευμένο τρόπο θα εκθέσει στους δανειστές επιζητώντας  να συμφωνήσουν από κοινού την ακύρωση εφαρμογής του μέτρου. Θα κριθεί εκ του αποτελέσματος!

Η αντιπολίτευση από μέρους της, αντί για τους επαίσχυντους λαϊκισμούς που επανέλαβε η κυρία Γεννηματά στη Θεσσαλονίκη με την επικίνδυνη και ανεύθυνη πρόταση νόμου για μονομερή κατάργηση του μέτρου από την Ελλάδα (που πολιτικά πεντακάθαρα στοχεύει να πλήξει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και όχι να συμβάλλει σ’ ένα ρεαλιστικό ελληνικό μέτωπο για την ακύρωση του μέτρου προς όφελος των συνταξιούχων), οφείλει να αναλάβει ουσιαστική δράση! Θα πάει η κυρία Γεννηματά στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και θα δώσει τη μάχη να πείσει τον κ. Όλαφ Σολτς να συναινέσει στην ακύρωση εφαρμογής του μέτρου; Έτσι θα υποστηριχτούν ουσιαστικά οι Έλληνες συνταξιούχοι και όχι με προτάσεις νόμων μικρομματικών εντυπώσεων!

Θα πάει ο κ. Μητσοτάκης στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, για να δώσει τη μάχη να πείσει το κόμμα των Μέρκελ-Σόιμπλε- Ζεεχόφερ να συναινέσουν στην ακύρωση του μέτρου; Έτσι θα σταθεί η αξιωματική αντιπολίτευση στο πλευρό των συνταξιούχων και δεν θα εργαλειοποιήσει τη δυστυχία τους, για να μαζέψει ψήφους!

Ιδού η Ρόδος…

Διαφορετικά, τα λόγια σου με χόρτασαν και το ψωμί σου φά’ το!…

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)