+Plus

ΕΕ-Ουγγαρία: Αφέλεια ή πολιτικές τακτικές;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η απόφαση του ευρωκοινοβουλίου να καταδικάσει την Ουγγαρία για παραβάσεις των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα του άρθρου 7, σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των προσφύγων, τη διαφθορά, τους περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, χαιρετίστηκε -και ορθά-  ως σημαντικό βήμα της Ε.Ε.. Βήμα, για την  απομόνωση και την πολιτική καταδίκη ακροδεξιών νεοναζιστικών  και νεοφασιστικών δυνάμεων, κατάφωρα αντιδημοκρατικών, που απειλούν σοβαρά το μέλλον του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού και την ίδια τη συνοχή της Ένωσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η πρόταση καταδίκης της Ουγγαρίας του Όρμπαν υποστηρίχτηκε από την ευρωπαϊκή δεξιά, με την πλειοψηφία των μελών του συλλογικού πολιτικού εκπροσώπου της στην Ε.Ε. και το ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), να συναινούν στην παραπομπή της χώρας για τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Κυρώσεις, οι οποίες αφορούν πρωτίστως σε περικοπές προς τη χώρα από τα κοινοτικά προγράμματα, καθώς και σε αναστολή του δικαιώματος ψήφου για τη χώρα στις πολιτικές αποφάσεις της Ε.Ε..

Επίλεκτη, μάλιστα, θέση στην ελληνική πολιτική ειδησεογραφία κατέλαβε η είδηση ότι ο πρόεδρος της Ν.Δ., Κυριάκος Μητσοτάκης (όπως και ο εξαιρετικά συντηρητικός καγκελάριος της Αυστρίας, Σεμπάστιαν Κουρτς, κόμματα-μέλη αμφότερα του ΕΛΚ), στους ευρωβουλευτές του «έδωσε γραμμή» καταψήφισης της Ουγγαρίας.

Αντικρούω σθεναρά τις απόψεις που ακούω από ορισμένες πλευρές, εκατέρωθεν του πολιτικού φάσματος στην Ελλάδα, ότι οι κυρώσεις αυτές δεν είναι σοβαρές! Ορθότατα, φρονώ, η Ε.Ε. θεσπίζοντας το άρθρο 7 από το 1999 απέφυγε κυρώσεις δραματικής έκτασης και μεγάλων συνεπειών για τις χώρες-μέλη, περιοριζόμενη στον βαθύτατα συμβολικό και ήπια πρακτικό χαρακτήρα των προβλεπόμενων κυρώσεων. Η Ε.Ε., ιδίως ως σύνολο εθελοντικής συμμετοχής χωρών σε μια υπερεθνική διεθνή οντότητα, πολιτική και οικονομική, δεν θα μπορούσε να είναι ένας σιδηρούς τιμωρητικός μηχανισμός σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο πυρήνας της ενοποιητικής διαδικασίας ως προϊόν εκούσιας επιλογής των μελών του ευρωπαϊκού οχήματος είναι καταλυτικής σημασίας για την Ένωση. Αντιδιαστέλλεται, επιπροσθέτως, με τον αναγκαστικό χαρακτήρα που είχαν και έχουν και σήμερα στην Ευρώπη ανάλογες ενοποιήσεις (π.χ. παλιότερα στην ανατολική Ευρώπη στην περίπτωση της Ε.Σ.Σ.Δ. ή και σήμερα στην Ισπανία, στην πρόσφατη και ακόμη εν εξελίξει περίπτωση της Καταλονίας), ακριβώς για να υπογραμμίζεται η φύση και το μέλλον της Ε.Ε. ως αποτέλεσμα ώριμου δημοκρατικού προκρίματος των συνιστωσών δυνάμεων της Ένωσης, και όχι ως καταναγκασμός.

Από τη άλλη πλευρά, δεν μπορώ να κλείνω τα μάτια στην εν προκειμένω απολύτως ατελέσφορη συνέπεια των κυρώσεων! Για να αποφευχθούν οποιεσδήποτε τυχόν προσδοκίες ουσιαστικής μετατροπής της αρχικής απόφασης του ευρωκοινοβουλίου σε πρακτικές κυρώσεις, μάλιστα, η Πολωνία, λίγες ώρες μετά την απόφαση του ευρωκοινοβουλίου,  έσπευσε να διευκρινίσει ότι θα «μπλοκάρει» κάθε απόφαση κύρωσης σε βάρος της Ουγγαρίας, σ’ όλα τα πολιτικά όργανα της Ε.Ε. (συμβούλιο κορυφής, eurogroup κ.λπ.), ανακόπτοντας κάθε ενδεχόμενο να υπάρξει οποιαδήποτε κύρωση κατά της Ουγγαρίας, συμβολική ή πρακτική, από ‘δω και πέρα.

Και κάπως έτσι, εκόντες-άκοντες προσέτρεξαν πολλοί στη συζήτηση να αλλάξουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες και να μεταπηδήσει η Ε.Ε. σ’ έναν πολιτικά καταναγκαστικό υπερεθνικό μηχανισμό, για παράδειγμα με θέσπιση της αρχής της πλειοψηφίας στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, αντί του σήμερα ισχύοντος consensus. Άκουσα, μάλιστα, σχετική συνέντευξη ευρωβουλευτίνας της Ν.Δ., στην οποία η δεξιά εκπρόσωπός μας στο ευρωκοινοβούλιο εδικαιολογείτο για το γεγονός ότι οι αλλαγές στις ευρωπαϊκές συνθήκες είναι πολύ περίπλοκη διαδικασία και γι’ αυτό άμεσα δεν μπορούν τέτοιες αλλαγές να προχωρήσουν. Καμιά διαφωνία δεν άκουσα για την πολιτική μετάβαση της Ε.Ε. από διεθνή οντότητα εθελοντικού χαρακτήρα, σε καταναγκαστικό μηχανισμό!

Συμμετέχοντας σ’ αυτή τη συζήτηση εκθέτω ορισμένες σκέψεις:

– Η τιμωρητική λογική σε βάρος χωρών-μελών της Ε.Ε. (και ιδίως της ευρωζώνης, όπου επίσης κυριαρχεί η εθελοντική φύση της συμμετοχής στο κοινό νόμισμα), πολιτικά κυριάρχησε στην Ε.Ε. κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, εξ αφορμής της οικονομικής κρίσης. Το πνεύμα και το σαφές πολιτικό αποτύπωμα αυτής της στάσης αναδύεται εντυπωσιακά από πληθώρα αναφορών ευρωπαίων παραγόντων, με ενδεικτικότερες τις αναφορές σε τεμπέληδες και επιρρεπείς στην τρυφηλότητα νοτιο-ευρωπαίους, και άλλες ανάλογες δηλώσεις. Παρ’ ό,τι τυπικά για τη δικαιολόγηση τέτοιων αδιανόητων αναφορών γινόταν επίκληση σε παραβιάσεις ρυθμίσεων της ειδικής συνθήκης, την οποία υπογράφει κάθε χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος ευρωζώνης, τίποτα δεν μεταβάλλει την πολιτική ουσία βάναυσης καταπάτησης του πνεύματος και του γράμματος των ευρωπαϊκών συνθηκών για την εθελοντική συγκρότηση της Ε.Ε. από τα συνιστώντα κράτη-μέλη, με δεδομένο ότι η ευρωζώνη είναι πολιτικό υποσύνολο της Ε.Ε. και θα όφειλε να εφαρμόζει τις υπαρξιακές δεσμεύσεις της Ένωσης έναντι των ευρωπαϊκών πληθυσμών, αντί να τις παραβιάζει, με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία,

– Η τιμωρητική λογική για παραβιάσεις του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου (π.χ. με αποφάσεις του eurogroup, υπό τη διακηρυγμένη ανοιχτά πολιτική τεκμηρίωση επιβολής εμμέσως κυρώσεων σε χώρες-μέλη που ενεπλάκησαν στη δίνη της κρίσης χρέους), όχι μόνο δεν απέδωσαν (ακόμη και στην τομέα της οικονομίας, το όνομα του οποίου ελήφθησαν), αλλ’ αντιθέτως συνεβάλαν σημαντικά στην καίρια πολιτική αποδυνάμωση της Ε.Ε. και την ενίσχυση των ακόμη εντεινόμενων διαλυτικών φαινομένων της Ένωσης με την ενδυνάμωση  του δεξιού, λαϊκίστικου και ακροδεξιού πόλου στους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Μάλιστα, η περίπτωση του Brexit και η εμμονή των ευρωπαίων παραγόντων σε αναλόγως τιμωρητική στάση των Βρυξελλών έναντι της Βρετανίας, πιστοποιεί αναμφίβολα δύο στοιχεία: α. ότι υπήρξε απολύτως αφελής και πολιτικά αποτυχημένη η ανόητη προσπάθεια να εκβιαστεί η επιτάχυνση της πολιτική ενοποίησης, μέσω νομισματικών  καταναγκασμών και β. ότι εξ ίσου ανόητη και ατελέσφορη ήταν η ψευδαίσθηση ότι το ενιαίο νόμισμα θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για τα φαινόμενα πολιτικής αποσύνθεσης της Ε.Ε.,

– Η απολύτως ατελέσφορη, λοιπόν, απόφαση καταδίκης της Ουγγαρίας από το ευρωκοινοβούλιο, τί αποκαλύπτει; Ότι χρειάζεται να επιταθεί ο αναγκαστικός χαρακτήρας των αποφάσεων της Ε.Ε; Ή ότι παραμένει ως μείζον ζητούμενο για το μέλλον της Ε.Ε. η ουσιαστική πολιτική ανασυγκρότηση της Ένωσης, με επιβεβαίωση και ενδυνάμωση των δημοκρατικών αρχών και με πολιτική απομόνωση της ακροδεξιάς και των νεοφασιστικών και νεοναζιστικών αποθρασύνσεων;

– Πέραν των καταλογισμών σε βάρος της Ουγγαρίας από το ατελέσφορο ευρωπαϊκό «τυπικό», θα αναληφθούν από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) πολιτικές ουσιαστικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών δημοκρατικών αρχών; Θα κινηθούν διαδικασίες κυρώσεων ή αποβολής από το ΕΛΚ, κομμάτων μελών του, που σε χώρες υπό τη διακυβέρνησή τους το ευρωκοινοβούλιο διαπίστωσε προσβολές και των ευρωπαϊκών δημοκρατικών αρχών, ή όχι;

Η ουσία του ζητήματος, λοιπόν, θεωρώ πως βρίσκεται στην έκδηλη πολιτική αποδυνάμωση των θεμελιωδών αρχών ίδρυσης, συγκρότησης και λειτουργίας της Ε.Ε.. Αρχές, που κλονίζονται υπό το πρόσχημα του προσφυγικού, με συνέπεια την ενίσχυση της ακροδεξιάς στα κράσπεδα του ρατσισμού και των νεο-ολοκληρωτισμών του 21ου αιώνα. Και τις οποίες η συντεταγμένη Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύεται ανήμπορη -αν όχι απρόθυμη- να εγγυηθεί, χωρίς καινούρια ρητή επικύρωση της ισχύος τους. Η ανάγκη αυτή δεν μπορεί να κάμπτεται ενώπιον της πολιτικής ανάγκης της ευρωπαϊκής δεξιάς, να χαριεντίζεται με τους διάφορης μορφής αλλά απολύτως όμοιους μεταξύ τους ναζισμούς και φασισμούς, που σηκώνουν ξανά κεφάλι στην Ευρώπη.

Στο κάτω-κάτω πόσο αξιόπιστο μπορεί να είναι να καταγγέλλεται η Ουγγαρία για παραβίαση δημοκρατικών αρχών της Ε.Ε. και την ίδια ώρα στην Ελλάδα η ΝΔ να έχει αντιπρόεδρο προβεβλημένο ακροδεξιό, ενώ στην Αυστρία ο Κούρτς να συγκυβερνά με το FPO του Στράχε;

Αν δεν το κάνει το ΕΛΚ, ο εμπαιγμός είναι σαφής και προκλητικός κατά των ευρωπαίων πολιτών! Διότι, κρυμμένη πίσω από την απόφαση του ευρωκοινοβουλίου κατά της Ουγγαρίας, η ευρωπαϊκή δεξιά θα συνεχίσει να συμπράττει πολιτικά με τον κ. Όρμπαν και τους ομοίους του, θα συνεχίσει να κλείνει το μάτι στους νεοναζιστές και τους νεοφασίστες, στάση που αποδεδειγμένα τούς ενισχύει, και την ίδια ώρα θα εμφανίζεται ταυτόχρονα ως αντίπαλός τους, εκφράζοντας τη λύπη της για το ότι η απόφαση επιβολής κυρώσεων του ευρωκοινοβουλίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί.