Τί συμβαίνει με τις τράπεζες; (Μέρος A΄)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Το ερώτημα σχετικά με την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών έχει καταστεί απολύτως καίριο για τη συνέχεια της μετα-μνημονιακής ελληνικής οικονομίας! Η εξέλιξή του (σε συσχέτιση -αλλά και αυτονόμως- με τα συμβαίνοντα στην Ε.Ε., όπου σοβεί η ιταλο-ευρωπαϊκή διένεξη για τον κρατικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης του «τραμπικού» διδύμου ντι Μάιο-Σαλβίνι) φαίνεται να μετατρέπεται, δικαίως ή αδίκως, στο σημείο-κλειδί, από το οποίο σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί η γενικότερη οικονομική εικόνα της Ελλάδας την προσεχή περίοδο.

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι η φαινομενική «στεγανοποίηση» των δεδομένων  προβλημάτων του ελληνικού συστημικού τραπεζικού συστήματος από την ευρύτερη ελληνική οικονομία, όπως σχεδιάστηκε και επικοινωνιακά χτίστηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα, ήταν μια άστοχη επιλογή. Φυσικά, υπήρξε τμήμα μιας γενικότερης κίνησης της σημερινής κυβέρνησης στο πλαίσιο υλοποίησης του θεμελιώδους πολιτικού στόχου απεμπλοκής από τη μνημονιακή δεσποτεία. Τούτο, όμως, δεν ακυρώνει το γεγονός ότι είναι φρούδα η ελπίδα που ανεφύη απ’ αυτήν την «επικοινωνιακή» διαχείριση ενός αμιγώς νομισματο-πιστωτικού ζητήματος, ότι οι τράπεζες μας θα μπορούσαν είτε να καταστούν ουδέτερος παράγων για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, είτε ακόμη και να ανανήψουν τελικά, συμπαρασυρόμενες από την γενική βελτίωση.

(Ειδικά στην Ελλάδα, με τις αλλεπάλληλες διασώσεις ιδιωτικών τραπεζών δημοσία δαπάνη -και παρακάτω θα αναφερθώ στο εάν αυτή ήταν θετική ή αρνητική επιλογή- δεν είναι πλέον νοητή η αυτονόμηση οικονομίας-τραπεζών, στην κίνηση οριστικής απεμπλοκής της χώρας από την κρίση. Γενικότερα, μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της διεθνούς νομισματο-πιστωτικής κρίσης από την κατάρρευση της Lehman Brothers, έχει παγιωθεί ο σφιχτός εναγκαλισμός τραπεζών και εθνικών οικονομιών στις συνέπειες της γενικευμένης κρίσης χρέους. Στην Ελλάδα, όμως, αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν, δεδομένου ότι οι ελληνικές συστημικές τράπεζες «διεσώθησαν» με κεφάλαια που ενεγράφησαν στο δημόσιο χρέος, και δεν επισσωρεύτηκαν στο ιδιωτικό. Και υπ’ αυτήν τη στενή προσέγγιση, η παραμονή των 4 ελληνικών συστημικών τραπεζών σε ιδιωτικά χέρια, παρ’ ό,τι μέτοχοί τους είναι όλοι οι Έλληνες πολίτες, μέσω του συσσωρευμένου στις πλάτες τους ελληνικού χρέους, συνιστά ένα πανευρωπαϊκό εταιρικό παράδοξο…).

Επίσης, έχει σημασία να υπογραμμιστεί ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην ευρωζώνη με οριστικά απαντημένο θετικά -αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους- το ερώτημα του φιλο-ευρωπαϊκού προσανατολισμού της, στην οποία ο κεντρικός τραπεζίτης βρίσκεται σε διαρκή διένεξη με την εκλεγμένη κυβέρνηση. Ένα στοιχείο, το οποίο αναμφίβολα επιβαρύνει ιδιαίτερα το πρόβλημα! Και η ευθύνη γι’ αυτό βαραίνει τόσο την ελληνική κυβέρνηση, όσο και την απερχόμενη διοίκηση της ΕΚΤ υπό τον Μάριο Ντράγκι. Διότι, αν μεν υπήρχε θέμα πολιτικής αμφισβήτησης στην Ελλάδα για την ευρωπαϊκή της ταυτότητα (όπως, καλώς ή κακώς  είχε προκύψει την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2015) θα ήταν κατά κάποιον τρόπο κατανοητό, γιατί η ΕΚΤ θα επέμενε άκαμπτα στην προστασία του Έλληνα κεντρικού τραπεζίτη από τις σε βάρος του πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να διαφυλάσσεται ο ιδιωτικο-οικονομικός χαρακτήρας των συστημικών μας τραπεζών και να αποτρέπεται μια ενδεχόμενη κρατικοποίηση που δεν θα επέλυε αλλά θα επιβάρυνε το πρόβλημα.  (σ.σ.: Και παρακαλώ εδώ τους αναγνώστες μου να μην υποκύψουν στην πρόκληση γενίκευσης της συζήτησης για τη «δημοκρατικότητα» της Ε.Ε., που είναι μια άλλη συζήτηση που δεν θα γίνει εδώ).

Όταν, όμως, δεν υπάρχει θέμα κρατικοποίησης των ελληνικών συστημικών τραπεζών, γιατί να παραμένει στη θέση του με τις ευλογίες Ντράγκι και την ανοχή της ελληνικής κυβέρνησης ένας αμφιλεγόμενων πολιτικών  κινήτρων κεντρικός τραπεζίτης, που ασφαλώς κοστίζει στις ελληνικές τράπεζες; Δεν υπάρχει στην Ελλάδα κάποιος άξιος να τον αντικαταστήσει; Η ελληνική κυβέρνηση δεν δικαιούται να θέσει το πρόβλημα στον κ. Ντράγκι; Αν δεν το κάνει, γιατί δεν το κάνει; Κι αν το έκανε και δεν τελεσφόρησε, γιατί αρκείται άνευ άλλης αντίδρασης πέραν των κουτσομπολίστικων διαξιφισμών δια του Τύπου, στο καθ’ όλα απρόσφορο πλέον πρόσωπο Στουρνάρα; Και ο κ. Ντράγκι, από μέρους του, γνώστης ασφαλώς της (για οποιονδήποτε λόγο) πολιτικής δυσανεξίας του σημερινού διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας απέναντι στη κυβέρνηση της χώρας του, πώς αποδέχεται μια κατάσταση που ασφαλώς επιβαρύνει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για το οποίο έχει την κύρια ευθύνη; Δεν μπορεί να βρεθεί πρόσωπο που να μπορεί να συνεννοηθεί με τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση και να ανταποκρίνεται στα «στάνταρντς Ντράγκι»;. Γιατί η παράταση αυτής της ιδιότυπης ασυλίας σ’ ένα πρόσωπο που κατά πάσα βεβαιότητα και τον κύκλο του έχει διαγράψει, και δεν προσθέτει αλλά αφαιρεί, και η περαιτέρω παραμονή του μόνον κακό κάνει στην ελληνική οικονομία και τις τράπεζές της;

Δεν χρειάζεται στο σημείο αυτό να επαναληφθεί η μοιραία (όχι μόνο για τις τράπεζες, αλλά για ολόκληρη την ελληνική οικονομία) συνέπεια «διάσωσης» των ελληνικών συστημικών τραπεζών, με εγγραφή των κεφαλαίων που απαιτήθηκαν στο δημόσιο χρέος της χώρας. Μοναδική περίπτωση στην ευρωζώνη! Με βαρύτατες συνέπειες. Η παταγώδης άλλωστε αποτυχία της ελληνικής μεθόδου «διάσωσης» των τραπεζών, δεν επαναλήφθηκε ουδέ καν ως σκέψη σε άλλες περιπτώσεις κρίσεων στη συνέχεια, τόσο διότι είναι ευθέως αντίθετη στις διατάξεις που ισχύουν στην Ε.Ε. -και οι οποίες ίσχυαν και όταν έγιναν οι διασώσεις με τέτοιον τρόπο, αλλά  παραμερίστηκαν απροσχημάτιστα για να περισωθούν ευρύτερες τραπεζικές αδυναμίες στη ευρωζώνη-, όσο και επειδή η «αιμομικτική» έκτοτε σχέση δημοσιονομικών πολιτικών με ιδιωτικές διαχειρίσεις κεφαλαίων παρήγαγε οικονομολογικές τερατογενέσεις, αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε ενδεχόμενο να τελεσφορήσει σε συνθήκες λιτότητας και απόλυτης ένδειας διαθέσιμων αναγκαίων  κεφαλαίων. Για να γίνει κατανοητό αυτό το τελευταίο σημείο, είναι σαν να προσπαθεί μια ιδιωτική επιχείρηση να εξυγιάνει τον ισολογισμό και την καθαρή κεφαλαιακή θέση της, μόνο με εξοικονομήσεις εσωτερικής αναδιοργάνωσης και ταυτόχρονη μείωση των διατιθέμενων κεφαλαίων κίνησης. Κι αυτό απλά δεν γίνεται! Ακόμη κι αν στο τέλος μια εξυγίανση με τέτοια μέθοδο καταλήξει να διασωθεί η ιδιωτική εταιρεία από την πτώχευση, θα παραμείνει σε κατάσταση παραγωγικής αφασίας, εφ’ όσον δεν διατίθενται φρέσκα κεφάλαια για την παραγωγική αναβίωσή της.

(σ.σ.: Με βάση το τελευταίο που ανέφερα και τηρουμένων των αναλογιών, δηλαδή με ανάλογη μέθοδο «διάσωσης» των δημόσιων οικονομικών, μόνο με εξοικονομήσεις δαπανών και σε συνθήκες αυστηρής δημοσιονομικής λιτότητας, μπορεί κανένας να καταλάβει γιατί τα μνημόνια ήταν η λάθος λύση και γιατί ποτέ οι μεταρρυθμίσεις που αναδείκνυαν οι ευρωπαίοι δανειστές μας και το ΔΝΤ ως εξήγηση της ελληνικής αδυναμίας οικονομικής ανάνηψης, δεν ήταν το αίτιο του αδιεξόδου).

Επιστρέφοντας, όμως στις τράπεζες, δεν μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για τα σημερινά προβλήματα, αν δεν προσφύγουμε στα θεμελιώδη της υπόθεσης! Ποιά είναι αυτά; Πριν και πάνω απ’ όλα η πλήρης άρση του εταιρικού σκοπού που διέπει την οργανωμένη τραπεζική δραστηριότητα: Δηλαδή, η απαξίωση -μέχρι τελικής σχεδόν εξαφάνισης- της κύριας τραπεζικής δραστηριότητας, που δεν είναι άλλη από την εμπορία χρήματος! Αν δεν πουλάς χρήμα, εξασφαλίζοντας και λογικό όφελος από την εκμετάλλευσή του, πως μπορεί να είσαι τράπεζα;

Εδώ η δυσκολία ήταν διττή για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες: Από τη μία «διασώθηκαν» χωρίς βασικό σημείο στα σχέδια διάσωσής τους να είναι η διασφάλιση κεφαλαιακής επάρκειας για χορηγήσεις δανεισμού. Από την άλλη η ουσιαστική απόσυρσή τους από την αποκλειστική και υπό την εγγυημένη στην ευρωζώνη εποπτεία ευθύνη χρηματοδότησης της ανάπτυξης, λόγω έλλειψης κεφαλαίων, απαξίωσε  την τραπεζική εταιρική δραστηριότητα αυτή καθ’ εαυτή. Έτσι, σήμερα οι 4 συστημικές ελληνικές τράπεζες δεν είναι άλλο από σχήματα διαχείρισης εταιρικών ελλειμμάτων, και φυσικά κάθε άλλο παρά οργανισμοί  κεφαλαιακής αιμοδοσίας της ανάπτυξης.

(To παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)