Τσίπρας: Το τέλος της αθωότητας

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Από τις πρώτες κιόλας μέρες της πρωθυπουργίας Τσίπρα η φρενήρης αντιπολίτευση της Ν.Δ. και της τότε ΔΗ.ΣΥ. άρχισαν να διακινούν την αντίληψή τους για το ανατρεπτικό για τις σταθερές του μεταδικτατορικού δημόσιου βίου μας φαινόμενο διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Σύμφωνα με την άποψη αυτή των 2 μοναδικών ως τότε «κομμάτων εξουσίας», η διακυβέρνηση από ένα «κόμμα μη εξουσίας», δεν προέκυψε από την κατάρρευση και τα τεράστια σφάλματα του έως τότε κυρίαρχου κομματικού συστήματος, εκπροσωπούμενου από τη Ν.Δ. και τα εναπομένοντα υπολείμματα του μετα-παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά ήρθε ως συνέπεια του λαϊκισμού Τσίπρα. Προσδίδοντας, μάλιστα, η αντιπολίτευση στον όρο «λαϊκισμός» όλη αυτή την μεταφυσική διάσταση που τού προσδίδουν οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες με πανάρχαια αναλυτικά μέσα και γερασμένες ιδεολογίες αδυνατούν να ερμηνεύσουν την επέκταση του λαϊκιστικού φαινομένου, στην Ελλάδα, την Ευρώπη κι όλο τον κόσμο, ως απόρροια των χρεοκοπημένων και εν τοις πράγμασι αντιλαϊκών και ατελέσφορων πολιτικών της δεξιάς αλλά και της αριστεράς -παραδοσιακής και σοσιαδημοκρατικής.

Φυσικά, η σαθρή πολιτική βάση ενάσκησης αντιπολίτευσης με τέτοια αναλυτικά μέσα  και τέτοιες θέσεις, δεν απέδωσε! Μάλιστα, σε κάποιο βαθμό συνέτεινε στην περαιτέρω εδραίωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε ρόλο διακυβέρνησης, όπως δείχνει το εκλογικό αποτέλεσμα στις εκλογές της 28ης Σεπτεμβρίου 2015, με δεδομένο ό,τι είχε προηγηθεί και το δημοψήφισμα, στο οποίο οι αντι-συριζα πολιτικές δυνάμεις άθροισαν τo καθαρά μειοψηφικό ποσοστό του 39,7%.

Παρά την αποτυχία αυτής της αντιπολιτευτικής τακτικής, της οποίας άλλωστε απόδειξη ήταν η ανόητη προσδοκία που διέσπειρε ο Σαμαράς με το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης», η βασική τακτική της Ν.Δ. επί Κυριάκου Μητσοτάκη και του ΚΙΝ.ΑΛ. επί Φώφης Γεννηματά, δεν άλλαξε. Έτσι, την ώρα που ο «λαϊκισμός του Τσίπρα» κυβερνούσε, η Ελλάδα πέρασε στη μετα-μνημονιακή εποχή, ρυθμίστηκε το ελληνικό χρέος, η Ελλάδα ανέκτησε μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, η διαδικασία εκμετάλλευσης των ελληνικών υδρογονανθράκων προχώρησε, το Κυπριακό επανατοποθετήθηκε με καίριο για πρώτη φορά σημείο της σημερινής διαπραγμάτευσης την άρση του συστήματος εγγυήσεων, το Σκοπιανό εξελίχθηκε όσο δεν είχε εξελιχθεί εδώ και δεκαετίες, καθώς και πολλές πρακτικές και θεσμικές ρυθμίσεις αναγκαίες για την εποχή (αλλά που ως το 2012 λίμναζαν) προχώρησαν (κτηματολόγιο, διασφάλιση δικαιωμάτων κοινωνικών μειονοτήτων, τηλεοπτικές άδειες κ.λπ.).

Πρέπει να υπογραμμιστεί, επιπροσθέτως, ότι όλ’ αυτά δεν έγιναν σε συνθήκες ευημερίας και πολιτικής «ησυχίας», αντίθετα η μνημονιακή δεσποτεία, η λειτουργική κατάρρευση του ελληνικού κράτους και μάλιστα με καθαρό ταξικό πρόσημο σε βάρος των ασθενέστερων, καθώς και η διαφθορά και όλα τα φαινόμενα σήψης του συστήματος που έχτισαν και κληροδότησαν στον Τσίπρα οι απελθόντες και η σημερινή Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛ. -που συνιστούν τους φυσικούς απογόνους τους-, δυσκόλεψαν πολύ το κυβερνητικό έργο.

Έτσι, περίπου, εξηγείται και η σημερινή αντιπολιτευτική δυσανεξία Μητσοτάκη και Γεννηματά, να καταστούν ιδία βουλήσει μέρος του επερχόμενου πολιτικού πλαισίου λύσεων και δυνάμεων που έχει ανάγκη η Ελλάδα για να βαδίσει στον 21ο αιώνα. Και πως, άλλωστε να γινόταν αυτό, όταν ακόμη και σήμερα Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ. εξαντλούν τον δημόσιο λόγο τους, επιχειρηματολογώντας για τις ανεπάρκειες, τα λάθη τα εγκλήματα, -όπως θέλετε πείτε το- του Τσίπρα και το μόνο διακριτό πολιτικό «προϊόν» που εγκυμονούν και αντιλαμβάνονται οι πολίτες είναι το «να φύγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.».

Σ’ αυτές τις συνθήκες ξέσπασε η κυβερνητική κρίση, με την παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών!

Η παρούσα κρίση, που συμπίπτει με την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ανακάμψει δημοσκοπικά και να ανακτήσει τις προσβάσεις του σε κοινά αποστασιοποιημένα, κυρίως λόγω φθοράς διακυβέρνησης και όχι λόγω πειθούς του λόγου της αντιπολίτευσης, αντικειμενικά ανακόπτει την απόπειρα ανάκαμψης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Επίσης, πρέπει να ερμηνευτεί, δοκώ, ως φυσική συνέπεια της ενδοκυβερνητικής διαφωνίας ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΑΝ.ΕΛ. για τη συμφωνία των Πρεσπών, και όχι ως μέρος μιας φθίνουσας κυβερνητικής πορείας, απόρροια φθοράς και κόπωσης λόγω διακυβέρνησης.

Παρά ταύτα, η αποπομπή Κοτζιά -διότι περί αποπομπής πρόκειται- σηματοδοτεί τη μετάβαση Τσίπρα από την εποχή της πρωθυπουργικής αθωότητας, στην εποχή της πραγματικής διαχείρισης των υπαρκτών και αναπόφευκτων πολιτικών τριγμών, που εκδηλώνονται από την παραμονή στην εξουσία μετά από μια ικανή χρονική περίοδο.

Παράλληλα, στα πολιτικά χαρακτηριστικά της κίνησης Τσίπρα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε:

– Την ενδυνάμωση των στοιχείων προσωποπαγούς, και όχι συλλογικής -ή εν πάση περιπτώσει υπό συλλογική ανοχή- ηγεσίας,

– Την αδυναμία αποτελεσματικής ενσωμάτωσης της ενδοκυβερνητικής κρίσης που ξέσπασε με την πρωτοβουλία  Καμμένου να παρουσιάσει plan B για το σκοπιανό, παρακάμπτοντας τη συμφωνία των Πρεσπών, ένδειξη απώλειας του έως σήμερα τουλάχιστον εμφανιζόμενου ως πλήρους ελέγχου των κυβερνητικών πραγμάτων από τον Αλέξη Τσίπρα,

– Την «παραδοξότητα» να απομακρύνεται μέλος του υπουργικού συμβουλίου που προδήλως οι απόψεις του συμπίπτουν με εκείνες του Τσίπρα και να διασώζεται  μέλος του υπουργικού συμβουλίου που προδήλως οι απόψεις του αντίκεινται σ’ εκείνες του Τσίπρα,

– Την ατυχή προσπάθεια να προσδοθεί δια της αποπομπής υπουργού εικόνα «ισχυρής ηγεσίας», ενώ μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα προκύπτουν, ιδίως στις εκτός ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κοινωνικές και πολιτικές αναφορές Τσίπρα, οι οποίες θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην κάλπη,

– Την -εκούσια ή ακούσια, δεν έχει σημασία-  προτίμηση Τσίπρα να δείξει ανοχή σε εκ της πολιτικής δεξιάς καταγόμενο κυβερνητικό παράγοντα και να φανεί άτεγκτος απέναντι σε εξ αριστερών ως σήμερα συμπαραστάτη του, πράγμα που εξαϋλώνει σημαντικά, νομίζω, την «ηθική» πολιτικής απεύθυνσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προς προοδευτικές δυνάμεις με διακηρυγμένο ζητούμενο τη στρατηγική συνεργασία στην Ελλάδα και την Ευρώπη, και

– Την εμπέδωση της δημόσιας εικόνας Τσίπρα, ως πεδίου ενάσκησης συντεταγμένων πρωθυπουργικών  καθηκόντων και όχι -όπως ήταν ως σήμερα- ως «πολιτικής πρωθυπουργίας εναλλακτικού τύπου», με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, καθαρά αριστερό και απολύτως διακριτής από το «αντίπαλο μοντέλο» εικαζόμενης πρωθυπουργίας Μητσοτάκη.

Σ’ αυτό πλαίσιο τροποποιημένων πολιτικών δεδομένων, η κίνηση Τσίπρα να αποπέμψει τον Νίκο Κοτζιά και μάλιστα διά της μεθόδου της «εκδίωξης ανεπιθύμητου υπουργού», ανοίγει την ατζέντα αναδιαπραγμάτευσης των έως σήμερα περίπου αναμφισβήτητων ενδοπαραταξιακών ισορροπιών περί τον Αλέξη Τσίπρα, καθιστώντας και τον ίδιο τμήμα της αναδιαπραγμάτευσης και όχι βασικό τελικό ρυθμιστή της.

Η επιβάρυνση μιας ήδη δύσκολης προεκλογικής περιόδου, από, ‘δω και πέρα, με ζητήματα ενδοπαραταξιακού ενδιαφέροντος δεν μπορεί να λογίζεται ως σώφρων επιλογή!

Φυσικά, δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες, που ίσως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο! Όπως και να ‘ναι, όμως, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την επικύρωση αδυναμίας συνύπαρξης στην ίδια κυβέρνηση με τον Νίκο Κοτζιά, ενώ δηλούται σ’ όλους τους τόνους δυνατότητα συνύπαρξης με τον Πάνο Καμμένο.

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)