Το ελληνικό ναυτικό στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940

Πολυσήμαντος και καθοριστικός ήταν ο ρόλος των δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού που έδρευαν στην Πάτρα κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, όπως προκύπτει από τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του υποπλοιάρχου Π.Ν.(Ο) Παναγιώτη Γέροντα, «Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945», έκδοση της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού.

Η επιλογή της Πάτρας, ως έδρας της Ναυτικής Αμυντικής Περιοχής Δυτικής Ελλάδας (Ν.Α.Π. -1), η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Ναυτική Διοίκηση Ιονίου, έγινε λόγω της γεωγραφικής της θέσης, δηλαδή πολύ κοντά στο Ιόνιο πέλαγος.

Συγκεκριμένα, σκοπός της Ν.Α.Π. – 1 ήταν η υπεράσπιση των παράκτιων περιοχών της Δυτικής Ελλάδας από εχθρικές θαλάσσιες, εναέριες ή και συνδυασμένες επιθέσεις, η συστηματικότερη οργάνωση της ανθυποβρυχιακής άμυνας, η προστασία των θαλάσσιων συγκοινωνιών και η πιο επωφελής χρήση και αξιοποίηση των ναυτικών και εναέριων δυνάμεων.

Η Ν.Α.Π. -1, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο βιβλίο, «ανταποκρίθηκε σε όλα της τα καθήκοντα, τα οποία αφορούσαν στην εξυπηρέτηση του μαχόμενου Στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας (εφοδιασμός, μετακινήσεις), την ανάληψη έργων άμυνας ξηράς, θάλασσας και αέρα, τις μυστικές υπηρεσίες, την παθητική αεράμυνα, την επιμελητεία, τη συνεννόηση, την υγειονομική υπηρεσία, καθώς επίσης και τη λειτουργία των ανθυποβρυχιακών φραγμάτων και ναρκάγρευσης. Από την εποχή της ειρήνης υπολείπονταν κάποια έργα στον Άραξο, όπως για παράδειγμα, τα έργα παθητικής αεράμυνας. Αυτά δεν είχαν συντελεστεί λόγω της κατεύθυνσης της κυβέρνησης εξαιτίας των απαιτούμενων δαπανών».

Η διοίκηση της Ναυτικής Αμυντικής Περιοχής Δυτικής Ελλάδας ιδρύθηκε ουσιαστικά τον Ιανουάριο του 1939, όταν ο πλοίαρχος Ευάγγελος Φλώκας ανέλαβε την οργάνωση της νέας υπηρεσίας.

Σχετικά με τις πρώτες ημέρες του πολέμου στην Πάτρα, ο συγγραφέας αναφέρει:

«Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος ξεκίνησε με έντονο βομβαρδισμό της πόλης της Πάτρας, με συνέπεια ένα τμήμα της πόλης να καταστραφεί.

Οι περισσότερες στρατιωτικές και οι λοιπές δημόσιες υπηρεσίες εγκατέλειψαν την πόλη, όμως η διοίκηση της Ν.Α.Π.-1 παρέμεινε, αφού αποπεράτωσε χωρίς καθυστέρηση τα θέματα στρατολογίας, επάνδρωσης των υπηρεσιών και της συγκέντρωσης, κινητοποίησης και μεταφοράς των στρατιωτικών δυνάμεων στα λιμάνια προορισμού.

Παράλληλα, υπήρχε στα σχέδια η λειτουργία Ναυτικού Νοσοκομείου στην Πάτρα.

Σύμφωνα με τις αρχικές μελέτες, επρόκειτο να ιδρυθεί εντός της πόλης με επίταξη κλινικής, αλλά εγκαταστάθηκε τελικά σε προάστιο της Πάτρας και τούτο, διότι οι προκαθορισμένες προς επίταξη κλινικές κατεστράφησαν αμέσως με τους πρώτους βομβαρδισμούς. Εντός του πρώτου μηνός, το νοσοκομείο οργανώθηκε όπως έπρεπε και απέδωσε άριστα.

Στο μεταξύ επανδρώθηκαν και οργανώθηκαν οι Ναυτικές Διοικήσεις Κέρκυρας, Αμβρακικού και Θεσπρωτίας (η οποία όμως κατόπιν καταργήθηκε, υπαχθείσα στην Κέρκυρα) και λίγο αργότερα, της Β. Ηπείρου και του Μεσολογγίου».

Κατόπιν περιγράφονται οι επόμενες δράσεις της Ν.Α.Π. -1 κατά την διάρκεια του ελληνο-ϊταλικού πολέμου: «Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του πολέμου που αφορούσε στην κινητοποίηση και συγκέντρωση του στρατού σύμφωνα με τα καταρτισθέντα σχέδια, ο πόλεμος για τη Ναυτική Περιοχή πέρασε στη δεύτερη και μονιμότερη φάση. Αυτή είχε να κάνει με τον ανεφοδιασμό του μαχόμενου στην Ήπειρο στρατού, κάτι που κατορθώθηκε κυρίως με πλωτά μέσα. Λόγω των συχνών αεροπορικών επιδρομών όμως, το έργο είχε γίνει εξαιρετικά δυσχερές. Αεροπορικές επιδρομές υπέστησαν η Κέρκυρα, η Πρέβεζα και οι προσβάσεις του Πατραϊκού.

Οι μεταφορές γίνονταν τη νύχτα κυρίως με βενζινόπλοια, όπου, χάρη στο μικρό εκτόπισμά τους, δεν παρουσίαζαν μεγάλους στόχους. Εξαίρεση ήταν οι σοβαρότερες μεταφορές ανδρών, κτηνών, υλικού και πυρομαχικών, οι οποίες εκτελούνταν με ατμόπλοια είτε σε νηοπομπή είτε μεμονωμένα, συνήθως με συνοδεία μικρών σκαφών. Κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών αυτής της φάσης, δεν υπήρξε σχεδόν καμία απώλεια λόγω της ενεργού αντιαεροπορικής άμυνας και της αστοχίας του εχθρού».

Μάλιστα, όσον αφορά τη αντι- αεροπορική άμυνα, περιγράφονται μεταξύ άλλων:

«Η ενεργός επίγεια αντι-αεροπορική άμυνα εγκαταστάθηκε κυρίως στην Πάτρα, την Πρέβεζα, τους Αγ. Σαράντα και στην περιοχή Μεσολογγίου-Αγρινίου. Έδρασε επιτυχώς μην αφήνοντας τα εχθρικά αεροσκάφη να κατέλθουν σε χαμηλότερα ύψη. Το Δίκτυο Επιτήρησης λειτούργησε άψογα και τα αποτελέσματα υπήρξαν ωφελιμότατα για τον πληθυσμό. Η συν τω χρόνω οργάνωση των παθητικών μέσων άμυνας ελάττωσε στο ελάχιστο τα θύματα και επέτρεψε στους εργαζομένους των λιμανιών να εκτελούν τις φορτοεκφορτώσεις μεθοδικότερα και χωρίς νευρικότητα».

Ειδικότερα, σχετικά με το θέμα των μεταφορών, σημειώνονται τα εξής. «Τα Λιμεναρχεία εργάστηκαν με ζήλο, ενώ τα πλωτά μέσα (πολεμικά, βοηθητικά, πλωτά νοσοκομεία, επιτεταγμένα φορτηγά ή επιβατηγά) και κυρίως, τα βενζινόπλοια επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος των στρατιωτικών μεταφορών. Το Γραφείο και Υπηρεσία Ελέγχου Ναυσιπλοΐας ανέλαβε τη ρύθμιση ολόκληρης της κίνησης των πλωτών μέσων της Δ. Ελλάδας βάσει των διαταγών του Γ.Ε.Ν. και των τοπικών αναγκών. Αυτήν την αποστολή, το Γραφείο την εκτέλεσε επιτυχώς, αφού οργάνωσε την υπηρεσία παρακολούθησης των κινουμένων ή αγκυροβολημένων μέσων, όπως και την ταχεία φόρτωση και εκφόρτωση στα λιμάνια, η οποία γινόταν είτε με επιτροπές λιμένος (Πάτρα) είτε με τους λιμενάρχες (Αργοστόλι, Κέρκυρα) είτε με μάχιμους αξιωματικούς εκεί όπου η πυκνή κίνηση και η πιο έντονη πίεση του εχθρού απαιτούσαν στενότερη παρακολούθηση (λ.χ. Πρέβεζα, Αγ. Σαράντα)».

Στο βιβλίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη δράση του Σημαιοφόρου του Πολεμικού Ναυτικού, Πύρρου Σπυρομήλιου. Συγκεκριμένα ο συγγραφέας περιγράφει δυο περιστατικά:

«Ενώ ο Ελληνικός Στρατός προέλαυνε στη Βόρεια Ήπειρο και οι Άγιοι Σαράντα είχαν απελευθερωθεί, ο σημαιοφόρος Π. Σπυρομήλιος ΠΝ, ο οποίος υπηρετούσε στη Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ηπείρου ζήτησε από τον διοικητή του να τεθεί επικεφαλής του αποσπάσματος που θα κατελάμβανε την πόλη της Χειμάρρας, διότι ήθελε να είναι αυτός πρώτος που θα έμπαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η άδεια δόθηκε και ετέθη επικεφαλής αποσπάσματος από 25 χωροφύλακες και ένα ναύτη εθελοντή.

Αργότερα όμως, την 1η Μαρτίου του 1941, ο σημαιοφόρος Σπυρομήλιος έδειξε απαράμιλλο θάρρος. Λόγω διαταγής του υπουργείου Ναυτικών για χρησιμοποίηση του όρμου Πανόρμου της Χειμάρρας για ανεφοδιασμό, ο σημαιοφόρος Σπυρομήλιος διετάχθη από τον διοικητή της Ν.Δ. Βορείου Ηπείρου να διενεργήσει γρίπιση ναρκών. Για τον σκοπό αυτόν, διατέθηκαν δύο μικρά επίτακτα πετρελαιοκίνητα πλοία. Στο πρώτο, επέβη ο Σπυρομήλιος με έναν υπαξιωματικό και έναν ναύτη και στο δεύτερο, ο αρχικελευστής Καλαμποκίδης. Το πρώτο, για οπλισμό είχε ένα φορητό πολυβόλο, ενώ το δεύτερο, για άμυνα δεν είχε παρά το περίστροφο του αρχικελευστή Καλαμποκίδη. Κατά τα μεσάνυκτα, δίπλα τους ανεδύθη ιταλικό υποβρύχιο. Ο σημαιοφόρος Σπυρομήλιος διέταξε να ποντιστεί το σύρμα της γρίπισης και ταχύτατα με το πλοίο του κινήθηκε ανάμεσα στο υποβρύχιο και τον ανυπεράσπιστο Καλαμποκίδη, βάλλοντας παράλληλα με το φορητό πολυβόλο εναντίον του υποβρυχίου. Το ιταλικό υποβρύχιο απάντησε με το πολυβόλο του και τα δύο αντιαρεπορικά πολυβόλα του. Η μάχη κράτησε δέκα λεπτά, οπότε και το ιταλικό υποβρύχιο κατεδύθη».

Το κεφάλαιο του πολέμου κλείνει με την εισβολή των Γερμανών:

«Κατά τον ελληνο-γερμανικό πόλεμο, διενεργήθηκαν σφοδρότατοι βομβαρδισμοί σε όλες τις περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Αυτό είχε ως συνέπεια την απώλεια σχεδόν όλων των πλωτών μέσων. Παράλληλα, επλήγησαν σοβαρά πολλές περιοχές και από την πόντιση ναρκών (Πάτρα, Μεσολόγγι, Πύλος, Πύργος κ.λπ.). Τα ληφθέντα μέτρα διασποράς και απόκρυψης συνετέλεσαν μόνο στη μείωση των θυμάτων. Η έντονη αεροπορική δράση του εχθρού επηρέασε το ηθικό του προσωπικού και διέκοψε την τηλεφωνική επικοινωνία με τα λιμάνια και τις περιοχές της Δυτικής Ελλάδος. Ως εκ τούτου το Δίκτυο Επιτηρήσεως λειτούργησε πλημμελώς, με αποτέλεσμα αεροπορικούς αιφνιδιασμούς με δυσμενή αποτελέσματα για τον πληθυσμό. Τις τελευταίες ημέρες του πολέμου η τηλεφωνική και τηλεγραφική επικοινωνία της υπηρεσίας με την Αθήνα είχε οριστικά διακοπεί».

ΑΠΕ-ΜΠΕ