Τα σκάνδαλα, το ΚΚΕ και ο Σημίτης… (Mέρος Α΄)

(Σε κορύφωση η πολιτική συζήτηση για την ύστερη μεταπολίτευση)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με πρωτοβουλία της κυβέρνησης έγινε τις προηγούμενες μέρες μια συντονισμένη προσπάθεια να ανοίξει η ατζέντα μιας όψιμης συζήτησης σχετικά με την πολιτική αποτίμηση της περιόδου Σημίτη.

Το έναυσμα ήταν η προφυλάκιση του κ. Γιάννου Παπαντωνίου και η γενίκευση των αναφορών φιλο-κυβερνητικών αναλυτών και σχολιαστών στη διακυβέρνηση Σημίτη. Κοινός τόπος αυτών των αναφορών η συμπερασματική αναφορά σε μια πρωθυπουργία, επί των ημερών της οποίας έλαβαν χώρα πρακτικές διαφθοράς δημόσιων προσώπων, με συνέπεια να υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις στην πορεία της Ελλάδας προς το πτωχευτικό περιστατικό του 2010 και την δέσμευση της χώρας στις καταστροφικές μνημονιακές πολιτικές.

Θεωρώ την εξ αφορμής Παπαντωνίου άτσαλη γενίκευση που επιχειρεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σχετικά με την πολιτική αξιολόγηση της περιόδου Σημίτη, απολύτως λαϊκίστικη και  απόρροια δεξιάς αναλυτικής κοπής.

Και θεωρώ αναγκαίο να προσφερθεί στον δημόσιο διάλογο (όσο η αφεντιά μου έχει τον δικό της περιορισμένο λόγο) μια ουσιαστικότερη ματιά και από προοδευτική αναλυτική σκοπιά στο (όχι μόνον ελληνικό) φαινόμενο μεταστροφής σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε δεξιές πολιτικές ήδη από τη δεκαετία του 1990. Μεταστροφή, με συνέπειες φρονώ καταλυτικές για την ευρύτερη πλέον επικράτηση δεξιών και ακροδεξιών προταγμάτων στην εποχή μας και εν πολλοίς ερμηνεύουσα με επάρκεια την σημερινή εντυπωσιακή ενίσχυση της ακροδεξιάς διεθνώς.

Κατ’ αρχάς είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ουσιαστική πολιτική αξιολόγηση της διακυβέρνησης Σημίτη (απ’ οποιαδήποτε ιδεολογικοπολιτική σκοπιά) ουδέποτε έγινε. Η ίδια η εθελούσια δραπέτευση Σημίτη από την πρωθυπουργία και την ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. πριν τις εκλογές του 2004 και μόλις αντιλήφθηκε ότι η καταστροφή που είχε παράγει η διακυβέρνησή του εκόμιζε κατάρρευση, αποδεικνύει την απροθυμία του πρώην πρωθυπουργού να εναποθέσει την πραγματική αξιολόγηση των ημερών του στον μόνο αρμόδιο κριτή: τους Έλληνες πολίτες. Άλλωστε, ο κ. Σημίτης ελάχιστα θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στους λεγόμενους «λαοπρόβλητους» πολιτικούς. Προϊόν επικράτησης σε αμείλικτο εσωκομματικό παρασκήνιο είναι η εκλογή του στην ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι δε εκλογικές νίκες του το 1996 και το 2000, δύσκολα επίσης θα μπορούσαν να προσλάβουν τον προσωπικό τόνο που επιχειρούν χρόνια τώρα να προσδώσουν σ’ εκείνες οι υμνητές του!

Η αλήθεια είναι ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τον Ανδρέα Παπανδρέου σε αποδρομή και πρόδηλη την ανεπάρκεια εναλλακτικών κομματικών  και προσωπικών λύσεων από άλλες μεριές, με οποιονδήποτε κι αν εμφανιζόταν ενώπιον των πολιτών θα νικούσε! (Στην περίπτωση Σημίτη η επικράτηση του κινήματος υπήρξε όντως ευκολότερη, εκτιμώ, απλούστατα διότι το σύστημα εξουσίας -κομματικό, οικονομικό, επιχειρηματικό, μιντιακό- που εν τω μεταξύ είχε διαπλακεί με τη διακυβέρνηση του ασθενούντος και αδύναμου πλέον να ελέγξει τις εξελίξεις ιδρυτή του Κινήματος, υποστήριξε με μανία τον εκλεκτό του. Και μάλιστα, όλ’ αυτά, ενώ ήταν ακόμη πρόσφατη η στάση που είχαν τηρήσει όσοι υποστήριξαν μετά μανίας τον κ. Σημίτη για να επικρατήσει, λίγα χρόνια νωρίτερα, κατά την περίοδο της μεγάλης δεξιάς σκευωρίας κατά του ιδρυτή του Κινήματος, με όχημα τον μητσοτακισμό).

Εδώ αναφύεται και ο πρώτος κύκλος πολιτικής ανεντιμότητας που καταλογίζεται στον κ. Σημίτη. Κύκλος πολιτικής ανεντιμότητας, ο οποίος τότε εκδηλώθηκε με δύο τρόπους:

– Ο πρώτος τρόπος ήταν ακριβώς η προτίμηση συστράτευσης του κ. Σημίτη με δυνάμεις που ιδεολογικά και ταξικά αντιστρατεύονταν τις συστατικές παραταξιακές αρχές. Δυνάμεις, οι οποίες, όπως έχει πλέον αποδειχτεί ιστορικά, αποσκοπούσαν στην ανατροπή των πολιτικών  πραγματικοτήτων που με τεράστια λαϊκή νομιμοποίηση επέβαλε και εμπέδωσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Ελλάδα από το 1981 ως το 1989.

– Ο δεύτερος τρόπος ήταν η συνειδητή παραπλάνηση των πολιτών, που εξακολουθούσαν να θεωρούν -ακόμη και με τον Ανδρέα Παπανδρέου παροπλισμένο- το Κίνημα ως μόνη εγγύηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων τους, δηλαδή των συμφερόντων των πολλών και με προτεραιότητα τους πλέον αδύναμους και σε αντίστιξη με τη δεξιά επαγγελία υποστήριξης των ισχυρών, που απειλούσε να επανέλθει. Αυτό το δεύτερο σημείο συνιστά κατά τη γνώμη μου κορυφαία πολιτική αήθεια, διότι πρόκειται για συνειδητή -και ανομολόγητη, για πολύ καιρό μετά αυτά τα γεγονότα- επιλογή πολιτικού προσανατολισμού, που διέστρεψε κατάφωρα το περιεχόμενο της λαϊκής εντολής που δόθηκε στον Κώστα Σημίτη το 1996. Έτσι τέθηκαν οι βάσεις για την πλήρη ιδεολογικο-πολιτική και συστημική άλωση της παραταξιακής πραγματικότητας, από δυνάμεις με άλλη ιδεολογία και ταξική αναφορά και με συνέπεια τη γραφειοκρατική δεξιά συνέχεια (που από νωρίτερα είχε ξεμυτίσει, λόγω της φυσικής αδυναμίας του ιδρυτή να το αποτρέψει), η οποία σιγά-σιγά εδραιώθηκε.

(συνεχίζεται)

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)