Τα σκάνδαλα, το ΚΚΕ και ο Σημίτης… (Mέρος Γ΄)

(Σε κορύφωση η πολιτική συζήτηση για την ύστερη μεταπολίτευση)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Περισσότερο ενδεικτικό πολιτικά, όμως, και από την εκλογή Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τους βουλευτές του Κινήματος, είναι ό,τι προηγήθηκε!

Πριν τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όπου εξελέγη ο Κ. Σημίτης, έλαβε χώρα μακρά και εξαντλητική συζήτηση στο εσωτερικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για το πώς θα προχωρούσε η διαδικασία διαδοχής. (Αν και η συζήτηση αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, περιορίστηκε σε επίπεδο κεντρικών στελεχών και δεν «πέρασε» στη βάση, όπως θα ήταν πολιτικά προσήκον για να ανταποκρίνεται στην παραταξιακή ιστορία).

Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι καμιά σαφής καταστατική πρόβλεψη δεν υπήρχε για τις διαδικασίες διαδοχής, δεδομένης της κυρίαρχης παρουσίας του ηγέτη από την ίδρυση του Κινήματος και εντεύθεν και της «διά βοής» (συμβολικός ο όρος) επιλογής του αρχηγού.

Το ερώτημα ήταν: Θα έπρεπε να προηγηθεί η εκλογή επικεφαλής του Κινήματος και στη συνέχεια η κοινοβουλευτική ομάδα να την επικυρώσει, ή το αντίστροφο; Ερώτημα κατά βάση τεθέν τεχνηέντως από κύκλους συμφερόντων που πάσχιζαν να αποδομήσουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. -όπως είχε ιδρυθεί και κυριαρχήσει πολιτικά ως τότε- και να επιβάλλουν στον δημόσιο βίο μας δυνάμεις και ηγεσίες επηρεαζόμενες από εκείνους.

Και ήταν αδόκιμο τέτοιο θέμα σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες διαδοχής του ιδρυτή, διότι οι ιδεολογικές αρχές, οι πολιτικές πρακτικές αλλά και η διαχείριση της  διακυβέρνησης από το Κίνημα καθ’ όλη τη διάρκεια της 22χρονης ως τότε ζωής του, έθετε σαφώς και απερίφραστα τον πολιτικό φορέα ως το μόνο αποδεκτό «όχημα» μεταβίβασης της κυριαρχίας του λαϊκού παράγοντα προς τα πάνω, προσδιορίζοντας και τον ρόλο των επί μέρους κέντρων λήψης των πολιτικών αποφάσεων. (Παρ’ ό,τι δεν είμαι συνταγματολόγος, έχω την εντύπωση ότι και συνταγματικά ορίζονται τα κόμματα ως φορείς εκπροσώπησης της λαϊκής κυριαρχίας και μεταβίβασης της άνωθεν …αλλά αυτή είναι μια συζήτηση που δεν μπορεί να γίνει τώρα και με αυτήν την αφορμή -ίσως με άλλη ευκαιρία, εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης…) Αντίθετα, η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑ.,ΣΟ.Κ., ως «μέρος» του πολιτικού φορέα, δεν θα μπορούσε με βάση τις παραταξιακές πρακτικές και παραδόσεις να είναι το δημοκρατικά επαρκές εκείνο τμήμα του Κινήματος, στο οποίο θα εναπόκειτο να λάβει τις αποφάσεις για το σύνολο των δυνάμεων που εγκολπώνονταν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ..

(Για την ιστορία οφείλω να πω ότι ανάλογο θέμα, τηρουμένων των αναλογιών  τέθηκε και κατά την Α΄ Πανελλήνια Συνδιάσκεψη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 1977 και τότε επικράτησε το Κίνημα, συλλογικά εκπροσωπούμενο, αντί της κοινοβουλευτικής ομάδας, ως το νομιμοποιούμενο πολιτικό «σώμα» για τη λήψη αποφάσεων τέτοιου βάρους. Με τον ευπατρίδη Κουτσοχέρα, μακαρίτη εδώ και πολλά χρόνια, να υπερθεματίζει (αν και βουλευτής τότε) με την αναφορά «…στη χούντα έχασα το μάτι μου από χτύπημα αστυνομικού, θα έδινα και το άλλο μου για να είναι το Κίνημά μας φορέας λαϊκής εξουσίας, αντί για μας τους βουλευτές…»)

Αυτό το δίλημμα τέθηκε τότε (επαναλαμβάνω, τεθέν εξωθεσμικά και αναρμοδίως), από το κύριο σώμα των κρατούντων μέσων ενημέρωσης, που λίγο νωρίτερα είχαν ενορχηστρώσει τη σκευωρία και οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο, με τη σύμπραξη του συντεταγμένου μητσοτακισμού. Δηλαδή, αυτό που τότε αμφισβητήθηκε ήταν η συστατική πολιτική αρχή του Κινήματος, που εξ ιδρύσεως έθετε τη λαϊκή κυριαρχία ως το μόνο αποδεκτό μέσο ενάσκησης Πολιτικής, άνευ νομιμοποίησης της οποίας τίποτα δεν θα ήταν συμβατό με τις παραταξιακές αξίες. (Οι άλλες δύο θεμελιώδεις ιδρυτικές αρχές, η Εθνική Ανεξαρτησία και η Κοινωνική Απελευθέρωση της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη, αφορούσαν στους μείζονες πολιτικούς στόχους της παράταξης για τη μεταδικτατορική Ελλάδα και όχι στα μέσα επίτευξής τους).

Στη συζήτηση αυτή αναμίχτηκαν τότε, όπως είπαμε, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της εποχής. (Εγκαινιάστηκε έτσι η περίοδος επέλασης μιας πολιτικής, επιχειρηματικής και μιντιακής παρεξουσίας, που εξελίχτηκε ακολούθως στο πανίσχυρο σύστημα δυνάμεων που έδρασε ως το 2015, επικαθορίζοντας σημαντικά τις τύχες της χώρας, με μεθοδεύσεις ανατροπής 2 εκλεγμένων πρωθυπουργών, επιβολές πολιτικών επιλογών με πεντακάθαρο πρόσημο συμφερόντων αντίρροπων με τα συμφέροντα των πολλών και σαφείς ταξικές αναφορές στους ισχυρούς). Φυσικά, έχει σημασία να υπενθυμίσω εδώ ότι οι εξωθεσμικές αυτές δυνάμεις προέρχονταν από την συντριπτική πολιτική ήττα που είχαν υποστεί στις εκλογές του 1993, τις οποίες ο ασθενών Ανδρέας Παπανδρέου είχε κερδίσει με ένα θριαμβευτικό comeback (όρα στο προηγούμενο Μέρος Β΄ αυτών των αναλύσεων), παρ’ ό,τι είχε προηγηθεί η κορυφαία αήθεια να συρθεί στο ειδικό δικαστήριο πρώην πρωθυπουργός. Και έδρασαν με μανιώδη επιμονή εκείνα τα κέντρα εξωθεσμικής εξουσίας, με κεντρικό πόλο τις εφημερίδες  και τα νεότευκτα τότε ακόμη κανάλια, για να τελειώσουν τον Παπανδρέου και την εποχή του.

Το σημείο αυτό είναι το πλέον κατάλληλο για να γίνει αναφορά στις τεράστιες ευθύνες της (ας την πούμε έτσι για να συνεννοούμαστε) «αριστεράς» πασοκικής πτέρυγας!

Η πλήρης γραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών που είχαν επιβάλλει οι της «αριστεράς» πτέρυγας στις κομματικές πραγματικότητες, επωφελούμενοι από την απουσία νωρίτερα του ιδρυτή στο Χέρφιλντ, την εποχή ακριβώς που αυτή η πτέρυγα κυριαρχούσε μέσα στο Κίνημα, προσδιόρισε σε σημαντικό βαθμό και τα αίτια της ενδοπαραταξιακής ήττας που υπέστησαν από τον Κ. Σημίτη στις διαδικασίες διαδοχής. Εκείνη η πτέρυγα του Κινήματος είχε δηλαδή εξ αντικειμένου αντιλαϊκό (και πολιτικά δεξιό) ρόλο στη διαδοχή, την εποχή ακριβώς που η παράταξη χρειαζόταν την αναβάπτιση στον καταλυτικό ρόλο του λαϊκού παράγοντα, ως ταυτοτικού και υπαρξιακού όρου για το ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Εκτός από τον εξ αντικειμένου πολιτικά συντηρητικό ρόλο της «αριστεράς» πτέρυγας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κυριαρχούσε τότε ανάμεσα στους εκφραστές της και η αλαζονεία της εξουσίας, που θα ‘λεγε κανένας, με όρους «πολιτικού αυτοματισμού» εξασφάλιζε ο ιδρυτής για τη στρατιά εκείνων των επίδοξων «αριστερών» επιγόνων του.

Οι δυνάμεις εκείνες, απομακρυσμένες από την παραταξιακή «ψυχή», αρκέστηκαν στα «πλάσματα πολιτικής» των μηχανισμών που είχαν συγκροτήσει, με την φρούδα ελπίδα ότι εκείνοι οι μηχανισμοί θα τους πρόσφεραν τη διαδοχή ως το «ώριμο φρούτο», μιας παράταξης διοικούμενης από τους ίδιους. Η Πολιτική, όμως δεν είναι μηχανισμοί αλλά ιδέες και κοινωνικές δυνάμεις…

Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι, δεν κατανόησαν τη ρητή προειδοποίηση του ιδρυτή από τις Κάννες, όταν στην ευρωπαϊκή  σύνοδο κορυφής στις 27/6/1995, αναφέρθηκε ρητά στα διευθυντήρια που βήμα-βήμα έρχονταν για να υποκαταστήσουν τις νομιμοποιημένες από τη λαϊκή κυριαρχία ηγεσίες. (Το ιστορικό βίντεο –https://youtu.be/_R9xwXcyXok– είναι γνωστό και το επαναλαμβάνω εδώ, με την παράκληση όσοι το δείτε ή το ξαναδείτε, να το αξιολογήσετε ως στοιχείο μιας σοφής ενδοπαραταξιακής προειδοποίησης -αν και σε άλλον χώρο και με άλλες αφορμές- την οποία αγνόησαν οι «αριστεροί», τρομάρα τους, ενός ως τότε γνήσιου λαϊκού κινήματος. Κινήματος, που άλλαξε καταλυτικά και σε θετική κατεύθυνση την ιστορία της χώρας, και οι επίγονοι της πρώτης παρουσίας του απέτυχαν παταγωδώς να τιμήσουν τις αξίες του έως τις μέρες μας).

Έτσι, επικράτησε τότε η προσχηματική άποψη ότι του πολιτικού φορέα προηγείτο η κυβερνητική πολιτική υπόσταση του. Όπως επέμεναν, δηλαδή, οι εξωθεσμικοί κύκλοι, που επιζητούσαν επίμονα την άλωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Και ήταν προσχηματικό αυτό, διότι θα ακολουθούσε, ούτως ή άλλως, η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης από τη Βουλή, οποιονδήποτε κι αν εξέλεγε το Κίνημα, και όχι η κοινοβουλευτική ομάδα του -με έκτακτες συνεδριακές, φυσικά, διαδικασίες.

Όμως το ζητούμενο για εκείνους τους εξωθεσμικούς μηχανισμούς ήταν να περάσει ο πρώτος λόγος από τις λαϊκές δυνάμεις (φύσει ανεξέλεγκτες πολιτικά) σε ομάδα προσώπων επιρρεπή σε πιέσεις. Και έτσι να επικαθοριστεί και η παραταξιακή ηγεσία, που ο Κ. Σημίτης επίσης κέρδισε, αλλά ως διαχειριστής πλέον πρωθυπουργικής εξουσίας, επηρεάζοντας αναμφίβολα δι’ αυτής της ιδιότητάς του τις εξελίξεις στην παραταξιακή ηγεσία.

Τρεις μέρες πριν το συνέδριο που εξέλεξε τον Κ. Σημίτη ως πρόεδρο του Κινήματος (και αφού ο ίδιος είχε εκλεγεί νωρίτερα πρωθυπουργός από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.), ο ιδρυτής πεθαίνει. Η σιωπή του είναι ίσως η ηχηρότερη διαμαρτυρία των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσώπησε στην κυριολεξία ανατρέποντας τα πολιτικά δεδομένα στην μεταδικτατορική Ελλάδα. Όμως, όσοι τον διαδέχτηκαν δεν παρέκλιναν του σκοπού να διαστρέψουν το συγκλονιστικό έργο του προς όφελος άλλων συμφερόντων, και όχι του λαϊκού παράγοντα.

Αυτή τη συνέχεια θα δούμε στο επόμενο…

(συνεχίζεται)