Τα σκάνδαλα, το ΚΚΕ και ο Σημίτης… (Mέρος E΄)

(Σε κορύφωση η πολιτική συζήτηση για την ύστερη μεταπολίτευση)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Η κατάληψη της εξουσίας από τον μηχανισμό του Κ. Σημίτη το 1996 έγινε με όρους «αλλαγής φρουράς», σε ό,τι αφορά τον παραταξιακό μετασχηματισμό από φορέα κινηματικής σχέσης με τη βάση, σε άθυρμα διακανονισμών κορυφής νομής προνομίων.

Σε σύντομο χρόνο τα λαϊκά χαρακτηριστικά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εξαλείφονται και υποκαθίστανται από διαδικασίες, κέντρα εξουσίας και πρόσωπα, μιας δημόσιας νεο-αριστοκρατίας, πολιτικών-τεχνοκρατών. Το Κίνημα, «κυβερνοποιείται» πλήρως και οι ελάχιστες εναπομένουσες δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό του προσλαμβάνουν προσχηματικό και μόνο χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ενδεικτικότερη επιβεβαίωση αυτού, από τα συνέδρια που ακολούθησαν, στα οποία -σε όλα ανεξαιρέτως, έως την επέλευση του Γ. Παπανδρέου στην προεδρία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.-  επαναλαμβάνεται το σκηνικό αναμέτρησης ενδοπαραταξιακών μηχανισμών διαχείρισης εξουσίας και μάλιστα χωρίς να μεταβάλλονται σχεδόν καθόλου οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των φατριών.

(Και είναι, γι’ αυτό, τεράστιου βάρους οι καταλογισμοί που αποδίδονται στην «αριστερά» πτέρυγα εκείνης της περιόδου, η οποία ομοθύμως στρογγυλοκάθεται στην άνωθεν συμφωνημένη  ποσόστωση κατανομής της εξουσίας 70%-30%. Ποσόστωση, που εφαρμόζεται με θρησκευτική ευλάβεια από τα υπουργικά χαρτοφυλάκια που παραχωρούνται, έως και τις κατανομές σε κατώτερες θέσεις στελεχών του τότε ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Φυσικά, αυτή η μεθόδευση εξομαλύνει τις διαφορές που αν εκδηλώνονταν ανοιχτά θα μπορούσαν να κατακερματίσουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ., σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν είναι Πολιτική! Πολύ περισσότερο, δεν είναι Πολιτική υποκείμενη σε νομιμοποιήσεις δημοκρατικής έγκρισης και ακόμη περισσότερο δεν πρόκειται για προοδευτική Πολιτική).

Με όχημα το πολιτικά, ταξικά και ιδεολογικά ουδέτερο εφεύρημα του «εκσυγχρονισμού», επελαύνουν έκτοτε στον δημόσιο βίο πρόσωπα που κομίζουν καθαρά δεξιές πολιτικές αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ισχυρότερων, τις οποίες εφαρμόζει συστηματικά το έως τότε σοσιαλιστικό κίνημα, χάνοντας μέρα με τη μέρα όλο και πιο ευκρινώς την αυτοπροσδιορισμένη εξ ιδρύσεως  ταυτότητά του  ως φορέας εκπροσώπησης της λαϊκής βούλησης.

Το πλαίσιο δημόσιας απεύθυνσης των διαχειριστών της εξουσίας εκείνης της περιόδου μέσω του σημιτικού ΠΑ.ΣΟ.Κ. (που, βεβαίως, δεν συνιστούν ιδεολογία, ουδέ καν πλέγμα πολιτικών απόψεων -σαν ένα πρόπλασμα προβληματισμών, μια δυνάμει νέα συστοιχία πολιτικών ιδεών, έστω), εμπεδώνεται ωστόσο στην πολιτική μας ζωή. Το άμεσο αποτέλεσμα εμπέδωσης μιας πολιτικής κατά βάση απογυμνωμένης από ιδεολογικοπολιτικές αυτο-αναφορές, είναι καίριο και μεγάλο! Σε τέτοιο περιβάλλον φύονται ακραία φαινόμενα πολιτικού ατομικισμού, με έντονα τυχοδιωκτικά χαρακτηριστικά. Η επιζήτηση αποκόμισης εξατομικευμένου οφέλους από δημόσιους πόρους και θέσεις γίνεται βάση μιας «δημόσιας ηθικής νέου τύπου», που -ανάλογα και με την απόδοσή της πάντα σε εξατομικευμένο επίπεδο-  καθίσταται το φυτώριο ανάδειξης νέων στελεχών της δημόσιας ζωής μας. Όποιος αποδεικνύεται αποτελεσματικότερος σ’ αυτό το παιχνίδι εξουσίας, θεωρείται ικανότερος και άξιος για ψηλότερα.

Κατά τούτο η περίοδος Σημίτη διαφοροποιείται από το πλέγμα αιτίων της κλασσικής στην ιστορία διαφθοράς δημόσιων λειτουργών και αποκτά μια ιστορική «μοναδικότητα», που μόνο με πολύ παλιές εποχές θα ήταν συγκρίσιμη. Δεν ήταν, δηλαδή, ένα κοινωνικό φαινόμενο συνδεόμενο με τη διαχείριση εξουσίας, όπως απαντάται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη τη γης και σ’ όλες τις εποχές, και με διάφορες μορφές εκδηλώνεται σε κάθε κρατική δομή οργάνωσης και λειτουργίας, ανεξαρτήτως πολιτικής και ιδεολογικής προέλευσης των διοικούντων. Ήταν ένα σύστημα κανόνων ανομολογήτως ηθικά προσδιορισμένων στο πλαίσιο του υπό δόμηση πολιτικού συστήματος υπό τον Κ. Σημίτη, εντός του οποίου επιτρέπονταν ως δημόσια στάση πολύ περισσότερα απ’ όσο ήταν ως τότε δεδομένο, αρκεί να προαγόταν ένας σκοπός, ατομικός ή συλλογικός, που φυσικά καμιά πολιτική νομιμοποίηση δεν είχε και ούτε ποτέ διεκδίκησε να αποκτήσει.

Μ’ αυτόν τoν τρόπο αποτύπωσης της αντιλαμβανόμενης ατομικής ευθύνης για τη διαχείριση δημόσιων υποθέσεων από κρατικά πόστα, ή από πόστα «εξ ονόματος» του δημοσίου, μεταβάλλονται άρδην τα περιθώρια του πολιτικώς ανεκτού, με διεύρυνσή τους τόσο εκτεταμένη, ώστε να γίνονται βήμα-βήμα όλο και πιο αδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο πολιτικώς ορθό και την έννοια της νομιμότητας. Οι παλιότεροι κλασσικοί  καταχραστές της διαδικασίας δημοκρατικής εκπροσώπησης και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί (που όπως σ’ όλες τις χώρες του κόσμου υπήρξαν τέτοιοι και στην ελληνική πολιτική ιστορία) τουλάχιστον είχαν συναίσθηση ότι καταπατούσαν αρχές. Την περίοδο Σημίτη, αυτό δεν ήταν ποτέ απολύτως ευκρινές. Με τραγικό τρόπο αυτή η αδυναμία να συνταιριάξουν, ως όφειλαν και εκ καταβολών, ο δημόσιος ρόλος και οι συνθήκες της ατομικής ηθικής του δημόσιου προσώπου που τον ασκεί, αναδύεται από τη γνωστή φράση (αν και από υπουργό μεταγενέστερης διακυβέρνησης αλλά υποκείμενης κι εκείνης στον ασφυκτικό έλεγχο του κρατούντος ίδιου συστήματος εξουσίας) πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό»!

(Σημ.: Η πλέον ενδεικτική ίσως περίπτωση αυτής της αντίληψης του «εκσυγχρονισμού» για τα «χαλαρά όρια» της πολιτικής και του ηθικού πλαισίου ενάσκησής της, είναι η ανοχή απέναντι σε πρακτικές από επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, που -όπως έχουμε πει επανειλημμένα- προέρχονταν από την πρόσφατη ενορχήστρωση της σκευωρίας κατά του Ανδρέα Παπανδρέου, που τα ίδια σπεύδουν να αγκαλιάσουν τον Κ. Σημίτη -και εκείνος ασμένως να υποδεχτεί εκείνη τη στήριξη- και στη συνέχεια, και έως πριν λίγο καιρό, να διαστρέψουν κάθε έννοια νομιμότητας στον ραδιοτηλεοπτικό χώρο. Με μοναδικές σε παγκόσμια κλίμακα πρακτικές ιδιοποίησης επί πολλά έτη και προς όφελός τους πόρων που ανήκουν στο δημόσιο. Προφανώς, αυτές οι πρακτικές συντεταγμένης ανομίας, είναι τμήμα αυτού του «εκσυγχρονιστικού» πλαισίου δημοσίων ηθών, και δεν θα μπορούσαν να ανδρωθούν και να επεκταθούν σε τέτοιο βαθμό, χωρίς την ανοχή -τουλάχιστον- σημαντικών πολιτικών προσώπων).

Για τον λόγο αυτόν, η δημόσια αναφορά τότε προσωπικά του Κ. Σημίτη, απαντώντας στις αιτιάσεις περί διεύρυνσης της διαφθοράς στη δική του διακυβέρνηση, με την προτροπή «όποιος έχει στοιχεία να πάει στον Εισαγγελέα» (αναφορά, συμβολικώς σημειωτέον, σε ακροατήριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε μια συνεδρίαση της Κ.Ε.), αποτελεί μνημείο πολιτικής αήθειας και συνιστά αντικειμενικά νεύμα προς τους κάθε λογής δυνάμει καταχραστές της πολιτικής διαδικασίας (ως συστήματος δημοκρατικά νομιμοποιούμενου και επί συγκεκριμένου πλαισίου ηθικών αρχών) να διακινδυνεύσουν την εκτροπή, αρκεί αυτό να μην είναι αποδείξιμο.

Ο «ιδιότυπος νεποτισμός» της περιόδου Σημίτη, επομένως, καθίσταται το θερμοκήπιο ευδοκίμησης μιας «άλλου τύπου» πολιτικής, με ιδρυτικό σημείο του «εκσυγχρονισμού» τα διευρυμένα έως ακύρωσής τους όρια ηθικής συγκρότησης των πολιτικών διαδικασιών, όπως προσπάθησα να εξηγήσω προηγουμένως. Είναι ολοφάνερο πόσο  σχετική είναι η πειστική απόσταση αυτού του πολιτικού «συστήματος» από πρακτικές δημόσιας διαφθοράς ενδημικού, ενδεχομένως, χαρακτήρα.

Δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι σε τέτοιο περιβάλλον ανθεί η μεγαλύτερη πολιτική και αξιακή (στην κυριολεξία και συμβολικά) «φούσκα» στην ελληνική ιστορία, αυτή του χρηματιστηρίου της Αθήνας.

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι απ’ αυτόν ακριβώς τον χώρο, που αιφνιδίως προβάλλεται στον δημόσιο βίο μας ως η βιτρίνα μιας χώρας που δήθεν προχωρεί μπροστά στους παγκοσμιοποιούμενους δρόμους του διεθνούς καπιταλισμού και αντιδρώντας τάχα θετικά στις προκλήσεις των καιρών, επιλέγεται πλειάδα στελεχών του πολιτικού, επιχειρηματικού και μινιακού ιστού, που συγκροτεί το «σύστημα» εξουσίας ως σήμερα.

Πρόκειται για μεγάλη ιδεολογική και πολιτική αστοχία του, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σήμερα, με αφορμή την υπόθεση Παπαντωνίου, θέτει ζήτημα όψιμης πολιτικής αξιολόγησης της εποχής Κ. Σημίτη, με παμπάλαια αναλυτικά εφόδια προσέγγισης στην περίοδο εκείνη και υπό τη «δουλεία» δύο παραδοχών που ο ίδιος θέτει ως αφετηρία αυτής της συζήτησης:

– ότι η κρίση από το 2010 και εντεύθεν (που είχε ως συνέπεια τη μνημονιακή δέσμευση της χώρας) οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στα φαινόμενα σήψης των δημοσίων ηθών και συντεταγμένης διαφθοράς της διακυβέρνησης Σημίτη, και όχι στη συνολική πολιτική κατάρρευση του σημιτικού «μπλοκ εξουσίας», και

– ότι η διαφθορά εκείνης της περιόδου δεν είναι κάτι διαφορετικό από την κλασσική σ’ όλον τον κόσμο διαφθορά αξιωματούχων, που λυμαίνονται δημόσιο πλούτο ως ένα σύστημα εξουσίας.

Με τέτοιες -κρίνω ως ανεπαρκείς- αναλυτικές παραδοχές εξ αφετηρίας, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. παγιδεύει τη συζήτηση σε 2 μείζονες πλάνες:

1. Δεν επιτρέπει την ουσιαστική πολιτική αξιολόγηση της περιόδου Σημίτη -έστω σήμερα και καθυστερημένα και σπάζοντας το εμπάργκο για σοβαρή δημόσια συζήτηση τόσα χρόνια τώρα σχετικά με το θέμα αυτό, όπως είχαν επιβάλλει πανίσχυροι μιντιακοί μηχανισμοί, στενά συνδεόμενοι με το ίδιο «μπλοκ εξουσίας» περί τον Κ. Σημίτη.

2. Απομακρύνει τον κοινή γνώμη από την ανάγκη βαθιάς κατανόησης της «μοναδικότητας» του (ως προς την έκταση αλλά και ως προς την πολιτική φύση του) φαινομένου καταρράκωσης των δημόσιων ηθών κατά την περίοδο διακυβέρνησης Σημίτη. Μιας κατανόησης, αναγκαίας, ως προϋπόθεσης για την αργή αλλά τελεσφόρα αποκατάσταση της κλονισμένης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στην Πολιτική, δηλαδή ως καίριου συμβολικού και πρακτικού ζητήματος δημοκρατικής θεσμικής ανασυγκρότησης της Ελλάδας.

(Λίγα λόγια για την ουσιαστική πολιτική αξιολόγηση της περιόδου διακυβέρνησης Σημίτη, αντί της επιφανειακής προσέγγισης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο θέμα, στο επόμενο μέρος).

(συνεχίζεται)

(Η σειρά αυτών των αναλύσεων δημοσιεύεται στο blog του γράφοντος www.molyvi.com, όπου μπορείτε να βρείτε και τα προηγούμενα 4 μέρη)