+Plus

Τα σκάνδαλα, το ΚΚΕ και ο Σημίτης… (Mέρος ΣΤ΄)

(Σε κορύφωση η πολιτική συζήτηση για την ύστερη μεταπολίτευση)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Ακολουθεί μια γενική αποτίμηση της διακυβέρνησης Κ. Σημίτη (σε έκταση μικρή και προσήκουσα στο πνεύμα αυτής της σειράς αναλύσεων με αντικείμενο την αξιολόγηση της εκείνης της περιόδου).

Το έργο του Κ. Σημίτη, όπως και κάθε πρωθυπουργού, κρίνεται σε 4 βασικά πεδία:

Την οικονομία, την διεθνή θέση της χώρας, την ποιότητα των θεσμών και της δημοκρατίας και την πολιτισμική κατάσταση της χώρας.

Σ’ όλα τα 4 αυτά πεδία υπό κρίση είναι τί παρέλαβε και τί παρέδωσε, σε μια δημόσια συζήτηση που οφείλεται κάποια στιγμή στην πολιτική ατζέντα της χώρας, με πρόδηλη την εξαιρετικά μεροληπτική υπέρ του Κ. Σημίτη αγιογράφηση της διακυβέρνησής του, από τα μέσα ενημέρωσης που υπήρξαν κεντρικό συστατικό μέρος (και με το αζημίωτο) του μπλοκ εξουσίας που ο ίδιος δόμησε.

1. Στην οικονομία η «μεγάλη επιτυχία» του Κ. Σημίτη ήταν η ένταξη της Ελλάδας στη ευρωζώνη. Εξέλιξη, που αναμφίβολα καθόρισε καταλυτικά το οικονομικά της χώρας έως τις μέρες μας, με την κατάληξη στη μνημονιακή καταστροφή, από την οποία μόλις κατορθώθηκε η ευθεία απεμπλοκή και ενώ απομένουν πολλές ακόμη συνέπειές της προς διευθέτηση. Η είσοδος της Ελλάδας, στο ευρώ πανηγυρίστηκε αναλόγως από την τότε κυβέρνηση, ως εξέλιξη που θα έδινε πρωτοφανή ώθηση στην οικονομία. Ωστόσο (αντιπαρερχόμενοι τη γενική συζήτηση περί της φύσης του ενιαίου νομίσματος ως μέρους του «σκληρού πυρήνα» του παγκόσμιου καπιταλισμού, διάλογος που δεν είναι της παρούσης και που δεν συγκαταλέγεται στις προθέσεις μου σ’ αυτά τα κείμενα), αποτίμηση της ένταξης στο ευρώ δεν μπορεί χωρίς να εκτιμηθεί ποιούς όρους αποδέχτηκε ο Κ. Σημίτης γι’ αυτή τη βιαστική ένταξη. (Στο σημείο αυτό δεν θα χρειαζόταν -νομίζω- άλλη αναφορά, από το ότι με συμφωνημένη ισοτιμία δραχμής ευρώ στη σχέση τελικά 340,75/1 προκύπτει υποτιμητική εικόνα για το τότε ελληνικό νόμισμα. Πόσο υποτιμητική; Κατά διάφορους έγκυρους αναλυτές σε επίπεδα του 12%). Επίσης, αποτίμηση της ένταξης στο ευρώ χωρίς αναφορά στις μεσοπρόθεσμες συνέπειές της, δεν θα ήταν πλήρης. (Αντί άλλη αναφοράς εδώ αρκεί να πω ότι το 2003 το ΔΝΤ ενημέρωσε την κυβέρνηση Σημίτη ότι η απώλεια ανταγωνιστικότητας που είχε υποστεί η Ελλάδα από την ένταξή της στο ευρώ ήταν τεράστια και για να μην καταρρεύσει η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξης στο ευρώ θα χρειαζόταν πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης τουλάχιστον κατά 15% -που φυσικά δεν τόλμησε να κάνει ο Σημίτης, αλλά επιβλήθηκε τελικά με το μνημόνιο το 2010). Χωρίς  να μακρηγορήσω (άλλωστε είναι και εν πολλοίς τεχνικό θέμα και δεν προσιδιάζει στο πνεύμα μιας πολιτικής συζήτησης που γίνεται εδώ) η αθροιστική υποτίμηση για την ελληνική οικονομία, με τον τρόπο με τον οποίο ο Κ. Σημίτης έβαλε την Ελλάδα στην ευρωζώνη. υπερβαίνει το 20%. (Και ασφαλώς ένα τμήμα αυτού του δημόσιου διαλόγου που ζητώ επίμονα επιτέλους να γίνει για την διακυβέρνηση Σημίτη, είναι μια πλήρης τεκμηριωμένη έκθεση για το πόσο υποτιμήθηκε η ελληνική οικονομία έναντι της ευρωπαϊκής λόγω της σημιτικής ένταξης). Τέλος, και κλείνω τη σύντομη αποτίμηση για την οικονομία, δεν χρειάζονται πολλά λόγια  για να εξηγηθεί η τεράστια επίπτωση για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας αλλά και τις εξαγωγές της, από την πρόσδεση της Ελλάδας σ’ ένα πανάκριβο διεθνές νόμισμα, το οποίο μάλιστα ακολούθως έγινε ακόμη ακριβότερο ως το 2010, που ήρθε η συντεταγμένη καταστροφή του πτωχευτικού περιστατικού για την ελληνική οικονομία.

Ο αντίλογος των σημιτικών για την καταστροφή που προκάλεσαν στην οικονομία είναι βασικά ότι δεν μπορούν εκείνοι να έχουν την ευθύνη για την αδυναμία της επόμενης κυβέρνησης Καραμανλή, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες όσων της κληρονόμησε η διακυβέρνηση 1996-2004. Και ασφαλώς έχει βάση ότι η περίοδος Κώστα Καραμανλή 2004-2009 υπήρξε απολύτως ατελέσφορη στον χειρισμό των συνεπειών της σημιτικής καταστροφής! …όμως, άλλος ο καταλογισμός για εκείνον που αποδεικνύεται ανήμπορος να αποτρέψει τις συνέπειες μιας καταστροφής και άλλος ο καταλογισμός για εκείνον που προκάλεσε την καταστροφή! (Πρόκειται για την ίδια ποιότητα θράσους, με την οποία σήμερα ασκείται κριτική στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ότι απέτυχε να καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, από μεριάς εκείνων που θέσπισαν τον ΕΝΦΙΑ και μάλιστα με την υπόσχεση τότε ότι θα εφαρμοζόταν εφ’ άπαξ, για τον κάνουν οι ίδιοι λίγο αργότερα μόνιμο!)

2. Η κατάσταση σχετικά με τη διεθνή θέση της χώρας επί διακυβέρνησης Κ. Σημίτη ορίζεται από 2 περιστατικά: Το επεισόδιο στα Ίμια και την προσπάθεια «επίλυσης» του μακεδονικού. Και στα δύο η Ελλάδα περιέρχεται σε δυσμενέστερη θέση, απ’ αυτήν την οποία βρισκόταν πριν τις κυβερνητικές παρεμβάσεις Σημίτη. Στο μακεδονικό, ευτυχώς, η Ελλάδα είχε θωρακίσει τα συμφέροντά της με την «ενδιάμεση συμφωνία» του Ανδρέα Παπανδρέου. Στο μακεδονικό, μάλιστα, η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή με το βέτο που πρόβαλε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ έναντι της ένταξης της πΓΔΜ, μετά τον Κ. Σημίτη, εξασφάλισε σε μεγάλο μέρος την Ελλάδα.

(-Για τα Ίμια: Οι συνέπειες της διακυβέρνησης Σημίτη από το περιστατικό στα Ίμια συνοψίζονται σε 2 επίσημες ελληνικές θέσεις: 1. Το 1997, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Μαδρίτη, η Ελλάδα υπογράφει συμφωνία, η οποία αναγνωρίζει ότι η Τουρκία διατηρεί «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» στο Αιγαίο. Η δήλωση αυτή, σε συνάρτηση μάλιστα με το περιστατικό στα Ίμια, θεωρείται βαρύτατης συνέπειας για τα ελληνικά συμφέροντα, ως βήμα αναγνώρισης γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο. 2. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση Κ. Σημίτη το 1999, στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στο Ελσίνκι αποδέχεται κείμενο στο οποίο γίνεται λόγος  για «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, επικυρώνοντας το «γκριζάρισμα»).

– Στο μακεδονικό, αντί άλλης αναφοράς στη προφανή προσπάθεια Σημίτη να «ξεμπερδεύει» με ένα δύσκολο θέμα, παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του διαπραγματευτή της Ελλάδας για το σκοπιανό, Χρήστου Ζαχαράκη, «Άκρως απόρρητο, ειδικού χειρισμού» (Λιβάνης, 2008). Ο Χρήστος Ζαχαράκης, σε κάποιο σημείο, γράφει για τις συναντήσεις του με τον κ. Σημίτη τον Μάρτιο του 1996, τον Σεπτέμβριο του 1997 και τον Φεβρουάριο του 1998: «…Ο Πρωθυπουργός με άκουσε με ένα ελαφρώς σαστισμένο ύφος και με άφησε να αντιληφθώ ότι, αν και θα ήθελε να “απαλλαγεί” από το όλο θέμα, εντούτοις αισθάνεται ανασφαλής, εν όψει της γνωστής αποφάσεως του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (σημ.: εννοεί την απόφαση των πολιτικών αρχηγών στις 13 Απριλίου του 1992), αλλά και των πιθανών αντιδράσεων στην Κ.Ε. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. …»).

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τεκμήριο αμάχητο απόρριψης της εξωτερικής πολιτικής Σημίτη ευθέως εκφρασμένο από τον λαϊκό παράγοντα, αφού στις ευρωεκλογές του 1999, στις οποίες ο Κ. Σημίτης ηγείται του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και μάλιστα με -το μάλλον θρασύ για τη απόδοση της κυβέρνησης του- σύνθημα «ισχυρή Ελλάδα», ηττάται κατά κράτος. Η Ν.Δ., υπό τον Κώστα Καραμανλή, αυξάνει τη δύναμή της κατά 3,34 μονάδες επί %  και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. χάνει 4,71 μονάδες επί %.

Η προσπάθεια από σημιτικούς κύκλους να δικαιολογηθεί η παταγώδης αποτυχία της διακυβέρνησης Σημίτη στην εξωτερική πολιτική, με αντίβαρο την ομολογουμένως            επιτυχή ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ασφαλώς δεν μπορεί να διασκεδάσει το μεγάλο εύρος δυσμενέστατων αποτελεσμάτων για τη χώρα που άφησε πίσω του ο Κ. Σημίτης στο πεδίο αυτό.

3. Σε ό,τι αφορά τους θεσμούς, το μεγάλο αρνητικό σημείο της διακυβέρνησης Κ. Σημίτη είναι αυτό που αποκαλώ «ιδιότυπος νεποτισμός» της περιόδου, με τις συνέπειες που προσπάθησα διεξοδικά να εξηγήσω στο προηγούμενο Ε΄ μέρος αυτών των αναλύσεων και γι’ αυτό δεν θα επανέλθω εδώ.

4. Τέλος, σχετικά με τον συλλογικό πολιτισμό επί Κ. Σημίτη, διάφορες καθαρά συντηρητικές και πομπώδεις κινήσεις, επιχείρησαν να προσδώσουν ένα λούστρο «υψηλού επιπέδου» σ’ εκείνο το σύστημα εξουσίας. (Πολλές από εκείνες τις κινήσεις, ακόμη και σήμερα και από απροσχημάτιστα πια δεξιές πολιτικές αφετηρίες, σηματοδοτούν αυτήν την «αριστοκρατικού τύπου» αντίληψη του σημιτισμού για την ενάσκηση της πολιτικής. Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση περί «αριστείας», που ανεξάρτητα από τον αδιέξοδο «εξισωτισμό» των συριζαίων, δεν μπορεί  να κρύψει την βαθύτατα ταξική και καθόλου αξιακή αυτο-αναφορά, όσων εκ δεξιών προσέρχονται σ’ αυτή τη συζήτηση).

Όμως, εκείνο που πρωτίστως καταλογίζεται στον Κ. Σημίτη, ως χαμηλότατου επιπέδου  ενδεικτική πολιτική στάση του στα θέματα συλλογικού πολιτισμού, είναι η απαράδεκτη αντιμετώπιση της Ολυμπιάδας! Όχι ένεκα της ακραίας διαχειριστικής ανικανότητας της κυβέρνησής του, που κι αυτή είναι δεδομένη και αναμφίβολη, αλλά λόγω της επιφανειακότατης πρόσληψης του γεγονότος ως μιας δήθεν λαϊκίστικης εκδήλωσης, αντί ως ευκαιρίας αναβάπτισης ενός πολιτισμού των σημερινών πολιτών αυτής της χώρας σε αρχές και αξίες.

Η καταπληκτική θετική επίδραση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στη συλλογική καταγραφή των πολιτών της Ελλάδας, κονταροχτυπιέται τόσο φανερά με την «κακιασμένη», επαρχιώτικη και πολιτισμικά κομπλεξική στάση της δήθεν μοντέρνας  διαχειριστικής αντίληψης του σημιτισμού, ώστε σ’ αυτό το θέμα, ισχυρίζομαι, εικονογραφείται συμβολικά όλη η δυσανεξία εκείνου του μπλοκ εξουσίας απέναντι σ’ εκείνους, τους οποίους υποτίθεται εκπροσωπεί: τους απλούς ανθρώπους-πολίτες μιας σημερινής χώρας!

(συνεχίζεται)