+Plus

Θα είναι το μέλλον της Ευρώπης προς τα δεξιά;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, ως όρος για τη διάσωση της Ε.Ε. και τη διασφάλιση μιας πορείας προόδου και δημοκρατίας (κι αν τα καταφέρουμε και ευημερίας…), έρχεται στα στόματα όλο και περισσότερων.

Η πολιτική ήττα της ευρωπαϊκής δεξιάς (και όχι μόνο των πολιτικών φορέων της αλλά και της πολιτικής της, ακόμη κι αν αυτή εφαρμόστηκε από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα) αναγνωρίζεται περίπου από το σύνολο των αναλυτών, ως συνθήκη κρίσιμη για τις τύχες των ευρωπαίων. Ακόμη και συντηρητικοί αναλυτές, αποφεύγοντας βεβαίως για εμφανείς λόγους να ζητήσουν «πολιτική αλλαγή», διαπιστώνουν ότι η εμμονή της ευρωπαϊκής δεξιάς στις ίδιες λύσεις, για προβλήματα επί των οποίων όχι μόνο αποδείχτηκαν ατελέσφορες αλλά και τα επιδείνωσαν, ζητούν καινούριες προσεγγίσεις.

Άλλωστε, ό,τι αφήνει πίσω της η 15ετής κυριαρχία της ευρωπαϊκής δεξιάς, δεν προσφέρεται για αστεϊσμούς! Καταρράκωση της οικονομίας, ραγδαία αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους, εξαθλίωση μεγάλων ομάδων πολιτών, ενίσχυση του ρατσισμού, πολιτική ενδυνάμωση της ακροδεξιάς και των νεο-ναζιστικών και νεο-φασιστικών ρευμάτων, θλιβερό ανθρωπιστικό πρόσωπο στο μέγα θέμα του προσφυγικού, λήψη αποφάσεων εκτός στοιχειωδών προϋποθέσεων πολιτικής νομιμοποίησης, απώλειες ολόκληρων χωρών-μελών και εικόνα αποφυγής καταμερισμού των βαρών στο προσφυγικό, είναι μερικές μόνο από τις εικόνες της «επιτυχίας» που διέκρινε ο κ. Μητσοτάκης στη σχετική αναφορά του προ ημερών στο συνέδριο του κόμματος της ευρωπαϊκής δεξιάς.

Κι ακόμη, υπάρχουν τα δάχτυλα που συνεχίζουν να κουνάνε οι δεξιοί στα θύματα της πολιτικής τους στον ευρωπαϊκό νότο, που οι ίδιοι προκάλεσαν, οι συμπράξεις με τους ακροδεξιούς σε κυβερνήσεις, οι άνευ πρακτικής σημασίας «τιμωρίες» στον «ορμπανισμό», οι προτροπές συνέχισης δημοσιονομικών επιλογών  που εξαθλιώνουν  τους ασθενέστερους και με μόνη πρόταση χειρισμού του προβλήματος την πολιτική των βοηθημάτων, η αντικειμενική ανοχή στον πολιτισμό επικράτησης του ισχυρότερου ως οιονεί προτεινόμενου κοινωνικού μοντέλου και η συμβολή σε μια διεθνή βαρβαρότητα με την ενεργό ευρωπαϊκή ενεργοποίηση και συμμετοχή στο δράμα της  λεγόμενης «αραβικής άνοιξης», που ολοκληρώνουν την εικόνα της «επιτυχίας».

Η ίδια η ευρωπαϊκή δεξιά όλο και περισσότερο μοιάζει παγιδευμένη στον κλοιό της πολιτικής παγίδας που από μόνη έστησε στον εαυτό της –δυστυχώς, με συνέπειες σε βάρος όλων των ευρωπαίων. Αντί για τη γενναία οφειλόμενη σ’ όλους τους ευρωπαίους πολίτες αυτοκριτική και την ενεργοποίηση ενός εσωτερικού διαλόγου στα σπλάχνα της, για να επανεξεταστούν οι πρόδηλες αστοχίες με τις βαρύτατες συνέπειες, θρασύνεται να επιρρίπτει ευθύνες στην αριστερά για τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης. Αντίθετα, με έκδηλη συμπάθεια και διάθεση προσεταιρισμού πολιτικών κοινών που θεωρεί όμορων πολιτικών απόψεων με τις δικές της χειρίζεται τις ακροδεξιών προελεύσεων πολιτικές συμπεριφορές μελών της ή τις δραστηριότητες ακραίων δεξιών κομμάτων.

Η παγίδευση της ευρωπαϊκής δεξιάς στην άχαρη και προκαταβολικά εικαζόμενη ως ατυχή προσπάθεια να δικαιολογηθούν σοβαρότατες παραβιάσεις του πνεύματος και του γράμματος των κανόνων ευρωπαϊκής συνύπαρξης, όχι μόνο αποδεικνύει ότι η πολιτική συντηρητική παράταξη στην ήπειρο υπόκειται στην ηγεσία ανάξιων προσώπων, αλλά και κινδυνεύει πια ολοφάνερα να εγκλωβίσει την αγωνιώδη προσπάθεια της Ε.Ε. να διαφύγει του αδιεξόδου, σε μια αέναη «υπεκφυγολογία», που αποτρέπει εν τη γενέσει της κάθε προσπάθεια αντιστροφής του κακού κλίματος και θετικής φυγής προς τα εμπρός.

Τα αίτια αυτής της πνιγηρής στάσης από την ευρωπαϊκή δεξιά, την ώρα που θα χρειαζόμασταν το οξυγόνο μιας ανατροπής εντοπίζονται κατά τη γνώμη μου, σε δύο κύρια σημεία:

– Τη λειτουργία όλης αυτής της πολιτικής παράταξης με ανακλαστικά «διάσωσης κεκτημένων» και αναπαραγωγής τους, κτηθέντων εκ προσπορισμού από μακρά παραμονή στην εξουσία, και

– Τη χρεοκοπία του ιδεολογικο-πολιτικού πλαισίου αναφοράς της δεξιάς, επί του οποίου χτίστηκαν συνειδήσεις και μηχανισμοί και νανουρίστηκαν ψευδαισθήσεις περί του «τέλους της ιστορίας», με οριστική τάχα επικράτηση των συντηρητικών και ήττα των προοδευτικών, δήθεν ως ιστορική συμπύκνωση από την κατάρρευση του λεγόμενου του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Σε τέτοιες συνθήκες αφυδατώνεται απόλυτα κάθε έννοια δημόσιου αντιπαραθετικού διαλόγου μεταξύ διαφορετικών σχολών σκέψης και ιδεολογικών  αφετηριών προς επιζήτηση καλύτερων ημερών στο τέλος της ιστορικής παρτίδας που μόλις ξεκίνησε. Και παρ’ όλο που πολλοί αναλυτές σήμερα διαγιγνώσκουν ομοιότητες με την εποχή του μεσοπολέμου, ομοιότητες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Ευρώπη στο νέο -αιματηρό ξανά, πιθανότατα- αδιέξοδο κατά τον 21ο αιώνα, εγώ εντοπίζω μια τεράστια διαφορά σε σύγκριση με τότε: Οι κοινωνίες του μεσοπολέμου δεν εγνώριζαν τον χαρακτήρα «τελικής λύσης» που εκόμιζαν ο φασισμός και ο ναζισμός, ενώ σήμερα το γνωρίζουν! Μ’ άλλα λόγια, πριν 100 χρόνια, η Πολιτική είχε τότε τη δικαιολογία ότι έσφαλε εξ ιστορικής αγνοίας, ενώ σήμερα δεν τήν διαθέτει. Αν επαναλάβει τα ίδια, δηλαδή, θα πρόκειται για διάπραξη ιστορικού εγκλήματος εν ψυχρώ και μετά λόγου πλήρους γνώσεως, και όχι περί άγνοιας! Κι αυτό δεν είναι νοητό ότι θα μπορούσε  να επιτραπεί να επιβεβαιωθεί, έτσι απλά…

Η εκδίωξη, επομένως, της πολιτικής δεξιάς -με δεδομένο τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται την ιστορική ευθύνη της, όπως περιέγραψα- από την ηγεμονική θέση που διατηρεί στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων, δεν είναι ένα σύνηθες project, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να αλλάξουν συντεταγμένα οι συσχετισμοί δυνάμεων. Είναι όρος επιβίωσης, αντίθετα, της Ε.Ε. -και όχι μόνον της Ε.Ε. ως μηχανισμού εγκόπλωσης  του συνυπαρκτικού προτάγματος των ευρωπαίων- αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης.

Εδώ θα έβλεπα έναν ακόμη δημοκρατικό «κίνδυνο», ενδεχομένως μεγάλο: Τη γοητεία της γυμνής νομής εξουσίας, που θα μπορούσε ίσως να προσελκύσει την ευρωπαϊκή δεξιά σε ανοιχτές αντιδημοκρατικές πολιτικές πρακτικές αποτροπής έλευσης της αριστεράς στο προσκήνιο, σε μια μηχανικού τύπου απόκρουση των νομοτελειών της πολιτικής διεργασίας. Είτε με μεθοδεύσεις λήψης αποφάσεων στην Ευρώπη εκτός ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης, είτε με αμεσότερες παραβιάσεις της καθ’ εαυτόν δημοκρατικής διαδικασίας, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Μία μόνον από τις πλευρές του -η ελαφρότερη, αλλά καθόλου ασήμαντη- εκδηλώνεται στην Ελλάδα με την αντιπολίτευση της εγχώριας δεξιάς. Δηλαδή, με μια πολιτική στάση, η οποία αντιμετωπίζει την πολιτική επιτυχία της ελληνικής αριστεράς (αυτής που είναι, με τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες και τις ιστορικές ανεπάρκειές της), ως μια εκτροπή. Γι’ αυτό τη διακυβέρνηση Τσίπρα αντιμετώπισε η ελληνική δεξιά (και πέραν του ταυτοτικού πολιτικού εκπροσώπου της, της Ν.Δ.) με δύο τρόπους: Την «αριστερά παρένθεση» και το αίτημα για πρόωρες εκλογές, από την επομένη κιόλας του ανοίγματος της κάλπης, σε μια αντικειμενική διακωμώδηση και αμφισβήτηση της κορυφαίας λειτουργίας της δημοκρατικής διαδικασίας, δηλαδή των εκλογών, και της υποχρέωσης απόλυτου σεβασμού και χωρίς καμιά επιφύλαξη του αποτελέσματός τους.

Και στις χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης, ωστόσο, ανάλογα φαινόμενα! Στη Βρετανία, για παράδειγμα, μια προφανώς αποτυχημένη και αποκλειστικότατα ευθυνόμενη για το Brexit δεξιά παράταξη, υπό πρόσωπα μάλιστα πολύ χαμηλού βαθμού ηγετικής αξιολόγησης, δεν ενοχλεί και είναι ανεκτή, παρ’ ό,τι σαφώς πελαγοδρομεί, απλά για να αποτρέπεται η διακυβέρνηση από έναν ανεπιθύμητο αριστερό. Δηλαδή, καλύτερα μια κακή κυβέρνηση, αρκεί να μην έρθει η αριστερά στην εξουσία…

Όμως, και ευρύτερα, ένδειξη της βήμα-βήμα μετάπτωσης από τη δημοκρατία, που άνευ της συμμετοχής των πολιτών δεν μπορεί να είναι έγκυρη, σ’ ένα σύστημα εκπροσώπησης «απόντων πολιτών», είναι το φαινόμενο είτε της μεγάλης αποχής στις διαδικασίες άμεσης αντιπροσώπευσης (εκλογές), είτε μιας σαθρής εκπροσώπησης. Και τα δύο, συμπτώματα αντικειμενικά προερχόμενα από μια κοινωνικά συντηρητική έως ακραία δεξιά  νοοτροπία υποτίμησης της ανάγκης να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού η αμεσότητα και καθαρότητα μεταβίβασης της εντολής του εκπροσωπούμενου, δηλαδή του πολίτη, προς τον αντιπρόσωπό του, για να είναι αυτό Δημοκρατία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων πολιτικών «ενδιάμεσων» διαδικασιών, με σαφή πολιτική καταγωγή εκ δεξιών, ανεξάρτητα από την εκφορά της δημόσιας απεύθυνσής του προς κατανάλωση από τους πολίτες, είναι η οιονεί εξουσιοδότηση του τεχνοκράτη να υποκαθιστά τον πολιτικό αντιπρόσωπο των πολιτών, λόγω ειδίκευσης, με την πολιτικά νομιμοποιητική πτυχή να παρέλκει.

(Απόδειξη της χαλαρής αντίληψης της πολιτικής δεξιάς στην Ελλάδα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι πολιτικές διαδικασίες, είναι και το περιστατικό της καθαρά οργανωμένης εκ των άνω μετακίνησης πολιτικών κοινών, χωρίς αρχές και σε ένα κρεσέντο πολιτικού τυχοδιωκτισμού, από τον λεγόμενο «σημιτικό εκσυγχρονισμό» στις εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία, για να επιβληθεί τεχνητά η επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, παρά φύσει των εσωκομματικών συσχετισμών δυνάμεων. Αν η πολιτική δεξιά στην Ελλάδα -στην οποία φυσικά συμπεριλαμβάνεται ο «σημιτισμός» αλλά και ο καθ’ αυτό κομματικός εκπρόσωπός της, η Ν.Δ.- ασέλγησε τόσο βάναυσα στο ίδιο το παραταξιακό σώμα, δεν βλέπω γιατί θα το απέφευγε στο σώμα της Δημοκρατίας…)

Όμως, ο διαφαινόμενος κίνδυνος να διατηρηθούν οι καταστροφικοί για την Ε.Ε. και το μέλλον της πολιτικοί συσχετισμοί δυνάμεων, δεν εξηγείται μόνον από τα όσα λαμβάνουν χώρα στην ευρωπαϊκή δεξιά. Το δεύτερο πεδίο αιτίων γι’ αυτήν την πολιτική δυσκινησία στην Ευρώπη, θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια την πολιτική αριστερά και την αδυναμία της να διαδραματίσει τον ρόλο της ως η «άλλη πολιτική» -δυνάμει εναλλακτική- σ’ εκείνην που απέτυχε.

Η σημερινή αριστερά, είναι προφανές, δεν διαθέτει την πειθώ και τον δυναμισμό να επέχει θέση εναλλακτικής λύσης. Κλασσικό παράδειγμα η ελληνική περίπτωση, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ασφαλέστατα, όχι μόνο να μη συνιστά πολιτικό φορέα μιας «άλλης πολιτικής», αλλά και να έχει εξαναγκαστεί σε υλοποίηση της ανεπιθύμητης, ανεξαρτήτως των από μέρους του παρεχόμενων εξηγήσεων.

Όμως, η προγραμματική ένδεια της αριστεράς, αναδύεται ηχηρότατα και από το «συνεπές» Κ.Κ.Ε.! Και περισσότερο απ’ όλα αυτό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι το σύστημα του οποίου την ανατροπή επιζητεί κατά δήλωσή του το Κ.Κ.Ε., αναμφίβολα θα προτιμούσε κύριος εκπρόσωπος  της όποιας ελληνικής αριστεράς να ήταν το ίδιο το Κ.Κ.Ε. παρά ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!

(Φυσικά, περιθώριο αναφοράς εδώ στην λεγόμενη μόνο στα καθ’ ημάς «κεντρο-αριστερά» δεν υπάρχει, αφού ευφημιστικός και μόνο ο λόγος χρήσης του όρου, είτε από δυνάμεις με σαφή δεξιά προτίμηση, είτε από δυνάμεις εγκλωβισμένες στο παίγνιο αναπαραγωγής της εξουσίας των συντηρητικών, μέσω συγκυβερνήσεων και άλλων συναφών «κόλπων» αλλοίωσης της λαϊκής βούλησης).

Έτσι, όμως, το μέλλον της Ευρώπης προδιαγράφεται ζοφερό, με την αριστερά σε περιθωριακό ρόλο, αδύναμη να αλλάξει τα πράγματα!

Αυτό ισχύει! Μόνο που η Ιστορία αλλάζει εκτός πολιτικών σχεδίων. Συχνά συμπαρασύροντας στο διάβα της αρχές, εξουσίες, δεδομένα και παγιωμένα αδιέξοδα. Αν η αριστερά κατορθώσει να ενδυθεί αυτόν τον κανόνα ανατροπής, θα είναι πλησιέστερα παρά ποτέ σ’ αυτό που ουσιαστικά πρεσβεύει και υπόσχεται. Κι αυτό μόνο στην Ευρώπη φαίνεται να μπορεί να έρθει…

Ίδωμεν!…