+Plus

Δεξιά και ακροδεξιά – Σε βαθιά κρίση οι συντηρητικές ιδεολογίες

 Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η διάκριση ανάμεσά τους είναι βεβαίως αναγκαία, για λόγους στοιχειώδους συνεννόησης μεταξύ μας. Το παγκόσμιο πολιτικό φαινόμενο τα όρια μεταξύ τους να γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα, την κάνει, όμως, απαραίτητη!

Κίνητρο αυτού του σχολίου μια ευθεία αναφορά στο ζήτημα, από τον εξαιρετικό Γιώργο Στείρη. (Θα τη βρείτε εδώ:  https://www.huffingtonpost.gr/entry/e-diairetike-tome-metaxe-dexias-kai-akrodexias_gr_5bf29f27e4b0f32bd58b632d?ncid=other_facebook_eucluwzme5k&utm_campaign=share_facebook&fbclid=IwAR3mUtgS4nhZe-qYxuyzRGOH5zZrNiw_X469FCbZgIZ6tf_Cuce7eYl4Hm8)

Οι υπαρκτές εννοιολογικές διαφορές που εντοπίζει ο Στείρης, παράγουν πράγματι το αποτέλεσμα “οι ακροδεξιοί να εμφανίζονται με την προβιά του αυθεντικού δεξιού και να στεγάζονται σε δημοκρατικά κόμματα”. Κι αυτό δεν ευνοεί τη δημοκρατία.

Από την άλλα πλευρά, οι εννοιολογικές διακρίσεις, όσο δεν παράγουν πρακτικό αποτέλεσμα στη συγκρότηση της πολιτικής γραμμής των δεξιών πολιτικών  οργανισμών, το πρόβλημα θα επιτείνεται. Διότι, όσο οι ακροδεξιοί  εκμεταλλεύονται την ελέω κρίσης σύγχυση στο κοινωνικό σώμα -κυρίως των δυτικών κοινωνιών- για να διεισδύουν σε πολιτικά κοινά, τα οποία αλλιώς θα τους απέφευγαν ως επικίνδυνες πολιτικές οντότητες, και τα δεξιά κόμματα το ανέχονται και δεν αντιδρούν, οι διακρίσεις θα ατονούν. Και οι δημόσιες αναφορές σε «δεξιά» και «ακροδεξιά», ως περίπου ενιαίο πολιτικό «χώρο», όλο και περισσότερο θα απαντώνται ως φυσική λεκτική αποτύπωση  των πολιτικών πραγμάτων, αντί ως πλάνη.

Νομίζω πως το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά σε διακρίσεις εννοιών, αλλά στην  επένδυση που πραγματοποιεί η διεθνής δεξιά παράταξη, σε χώρους με εθνικιστικό και ρατσιστικό πολιτικό λόγο, χωρίς να αποκλείονται ακόμη και νεο-ναζιστικές ακρότητες. Ένα δικό μας παράδειγμα: Στις εκλογές του 2012 ο τότε αρχηγός της Ν.Δ., Αντώνης Σαμαράς, επιστράτευσε το σύνθημα «εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας», για να ορίσει την γραμμή του κόμματός του σε ό,τι αφορά τη μαζική επέλευση προσφύγων σε μεγάλες πόλεις –κυρίως την Αθήνα και σε συγκεκριμένες συνοικίες. Προφανώς, το σύνθημα δεν σχετίζεται καθόλου με τις αρχές που ο Στείρης σωστά αποδίδει σ’ έναν δεξιό…

Νομίζω, επίσης, πως το πρόβλημα η σύγχρονη διεθνής δεξιά ολοένα και περισσότερο να προσχωρεί στην κατανόηση της τρέχουσας πολιτικής ταυτότητάς της με όρους ακροδεξιών προταγμάτων, καθώς και πρόσληψης του ρόλου της στη διαμόρφωση των μελλοντικών κοινωνιών που υπόσχεται, με τα ίδια όπλα, δεν είναι υπόθεση σύγχυσης εννοιών. Είναι απόρροια ιδεολογικής χρεοκοπίας της πολιτικής δεξιάς σε παγκόσμια κλίμακα.

Μάλιστα, αν θα θέλαμε πιο συγκεκριμένες αναφορές στο ζήτημα, θα τις βρίσκαμε ίσως στην πλήρη κατάρρευση του νεο-φιλελευθερισμού, ως πρότασης-μεθόδου, που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού, διασφαλίζοντας στοιχειώδεις προϋποθέσεις διατήρησης των αναπτυξιακών ρυθμών που (ο νεο-φιλελευθερισμός) υποσχόταν σε αέναη περίπου βάση και ανεξαρτήτως τυχόν κυκλικών συστημικών κρίσεων. Επί πλέον (κι ίσως εδώ βρίσκεται η επαρκέστερη εξήγηση για τον στενό συγχρωτισμό δεξιάς και ακροδεξιάς) το αδιέξοδο ως -πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα- παράγεται από την αδυναμία του νεο-φιλελευθερισμού να συγκεράσει την υπηρέτηση της «αέναης ανάπτυξης» που επαγγέλθηκε, με τις βασικές θεσμικές δημοκρατικές συγκροτήσεις, που παράλληλα ο ίδιος ως σήμερα εμφάνιζε ως αναπόσπαστο μέρος των πολιτικών επιδιώξεών του.

Δηλαδή, σήμερα που ο νεο-φιλελευθερισμός καλείται ως συνέπεια της καπιταλιστικής κρίσης να επιλέξει ανάμεσα στην ανέκλητη δέσμευση υποστήριξης της οικονομικής ανάπτυξης, από τη μία, και τα ανθρώπινα δικαιώματα (χρησιμοποιώ τον όρο του Στείρη), από την άλλη, δεν διστάζει: Προτιμά την επιζήτηση προαγωγής της ανάπτυξης, ακόμη κι αν ο σκοπός αυτός εξασφαλίζεται  με παραβιάσεις αυτής της γκάμας καίριων για την ποιότητα της δημοκρατίας στοιχείων. Αυτό το σημείο εξηγεί, έχω την εντύπωση, και την τάση ιστορικά δεξιών κομμάτων, προς αυταρχισμούς και βάναυσες ρυθμίσεις κρατικών πολιτικών σε βάρος των -οικονομικά και κοινωνικά-  ασθενέστερων πολιτών.

Με τα «μέσα πολιτικής», που επιστρατεύουν δεξιά και ακροδεξιά, να μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ του (ως επιβολές στις κοινωνικές ομάδες των αδυνάμων, με σκληρές μάλιστα εφαρμογές), δεν θα έπρεπε τελικά να προκαλεί εντύπωση γιατί ο κ. Μητσοτάκης (ως νεο-φιλελεύθερος) και ο κ. Βορίδης (ως ακροδεξιός), συνυπάρχουν με τέτοια άνεση. Και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτή η συνύπαρξη, όχι ως μια απλή πολιτική σύμπραξη, αλλά ως μια στρατηγικού χαρακτήρα συνεργασία.

Σημαντικότερο -και ίσως το πιο επικίνδυνο- στοιχείο, όμως, είναι η πολιτική δυσανεξία που ολοένα και περισσότερο εμφανίζει η παραδοσιακή δεξιά απέναντι στις διαδικασίες δημοκρατικής νομιμοποίησης στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Η δαιμονοποίηση των αιτημάτων για διάσωση του κοινωνικού κράτους και ανακατανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων, που στις μέρες μας τείνουν να καταστούν το κύριο κριτήριο αποκατάστασης της συνοχής των  δυτικών δημοκρατιών, μαζί με τον νεο-αντι-κομμουνισμό και την αποδυνάμωση του πολιτισμού ανοχής στη διαφορετικότητα, είναι πια επίσημες πολιτικές της διεθνούς δεξιάς.

(Εδώ, παρεμπιπτόντως, θα μπορούσε να παρασχεθεί και μια επεξηγηματική αναλογία γιατί και η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, δεν μπορεί πλέον να προσμετράται στις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις. Εγκλωβισμένοι στην αφήγηση του «ουδέτερου σε ταξικά συμφέροντα» κράτους -που υπήρξε ο μέγας πολιτικός μύθος της βορειο-ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, πριν επελάσουν οριστικά οι δεξιές πολιτικές στην Ευρώπη, οι σημερινοί σοσιαλδημοκράτες προσεγγίζουν επικίνδυνα την ευρωπαϊκή δεξιά. Τις δύο πολιτικές παρατάξεις ενώνει ο σκοπός διάσωσης του νεο-φιλελευθερισμού, ως πολιτικού-οικονομικού μοντέλου, που θα μπορούσε να διασώσει τη διαιώνιση ελέγχου της κρατικής εξουσίας που νέμονται εναλλάξ την τελευταία περίοδο. Παραβλέποντας -και οι δύο- την απόλυτη αποτυχία του (του νεο-φιλελευθερισμού) να διαχειριστεί την κρίση, χωρίς να παραβιάζονται βασικοί κανόνες δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων και χωρίς να καταπατώνται θεμελιώδη δικαιώματα των ασθενέστερων, σε πολιτικές κοινωνικής μέριμνας και σε στοιχειώδεις όρους κοινωνικής δικαιοσύνης σε ό,τι αφορά την κατανομή του πλούτου.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όσο το νεο-φιλελεύθερο μοντέλο εμφάνιζε παραγωγικό απόθεμα για να ικανοποιούνται οι κοινωνικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατών, όλα καλά! [Και αντιπαρέρχομαι εδώ -μια συζήτηση που θα κάνουμε μια άλλη φορά- ότι αυτό το απόθεμα δεν ήταν προϊόν της παραγωγικής ευρωστίας που εξασφάλιζε ο νοο-φιλελευθερισμός, αλλά αποτέλεσμα της άμεσης συσσωρευτικής μεταφοράς πόρων από το στρατόπεδο του λεγόμενου  υπαρκτού σοσιαλισμού προς τις χώρες της δύσης]. Μόλις η κρίση «έδειξε τα δόντια» της, οι σοσιαλδημοκράτες -όπως και οι δεξιοί- δε δίστασαν: Ακροδεξιές οικονομικές πολιτικές προάγουν, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το δημοκρατικό κόστος της επιλογής τους).

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζω ότι η προϊούσα συνένωση της σύγχρονης δεξιάς και ακροδεξιάς σε μια περίπου κοινή παράταξη, δεν είναι ούτε τόσο «αφύσικη» ούτε τόσο «αθώα». Και, φυσικά, οι διαφορετικές πορείες της σημερινής δεξιάς και ακροδεξιάς με νεο-ναζιστικά και νεο-φασιστικά σχήματα, που επίσης ενδυναμώνονται δεν είναι στοιχείο ανασκευής όσων ισχυρίστηκα ως τώρα. Αντίθετα, ο σφιχτός εναγκαλισμός της δεξιάς και της ακροδεξιάς σε μία «πολιτική σάρκα», εξ αντιθέτου, παρέχει επαρκή πολιτική εξήγηση για την ενδυνάμωση των νεο-ναζιστικών και νεο-φασιστικών σχηματισμών στις μέρες μας.

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)