Τί γίνεται στην Ευρώπη; – (Ένας οδηγός θέασης των «κίτρινων γιλέκων»)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

(Η φωτογραφία του Ηλία Μπουργιώτη από το facebook της Χριστίνας Ντούβρη είναι από το έργο του Γιώργου Ξένου «Οιωνός – Πορεία Όφεων», που εκτίθεται από 5/12/2018 ως 10/3/2019 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο της έκθεσης «Μετά τη Βαβέλ» υπό την επιμέλεια της Άννας Καφέτση)

 

Τα γεγονότα στη Γαλλία, το βρετανικό δράμα με το Brexit, η κυβερνητική αστάθεια στη Γερμανία, αλλά και η σύγκρουση Ρώμης -Βρυξελλών για τον ιταλικό κρατικό προϋπολογισμό, ο κλυδωνισμός της βελγικής κυβέρνησης λόγω του συμφώνου του Ο.Η.Ε. για τη μετανάστευση, καθώς και η επιστροφή της απειλής για τον β΄ γύρο της οικονομικής κρίσης, σκιαγραφούν την εικόνα μιας κλονιζόμενης Ευρώπης.

Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία ότι κοντά σ’ αυτά, η ήπειρός μας δοκιμάζεται από την κλιμάκωση του προσφυγικού ένεκα της αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή (για την οποία και η ίδια εν πολλοίς ευθύνεται με την αφελή υιοθέτηση της ατζέντας της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» από μέρους της Ε.Ε.), από τον εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει ο Ντόναλντ Τραμπ και από την απειλή αποκαθήλωσης μέσα σε ελάχιστο χρόνο ρυθμίσεων εκτόνωσης των αντιθέσεων μεταξύ Δύσης και του αναδυόμενου «ανατολικού» κόσμου  (όπως η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν και η αμφισβήτηση της αμερικανο-ρωσικής συνθήκης για τα πυρηνικά όπλα).

Η κοινωνική αντίδραση που εντείνεται στις κοινωνίες του πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας, αλλά και σ’ όλες τις χώρες-μέλη και ανεξαρτήτως των επί μέρους προβλημάτων που λειτουργούν κατά περίπτωση ως θρυαλλίδα για την εκδήλωσή της, ενοποιούνται σ’ ένα κοινό χαρακτηριστικό: Την κραυγαλέα έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών ότι η Ε.Ε., είτε ως διακρατικός μηχανισμός, είτε ως ηγεσία και πολιτική διαδικασία που διέπει της λειτουργίες της, θα μπορούσε να εγγυηθεί ένα τουλάχιστον μέρος των αναγκαίων λύσεων για το ξεπέρασμα των σημερινών προβλημάτων.

Το φαινόμενο συνιστά τον ορισμό της έννοιας «κρίση»! Και όσο παρατείνεται ο αφασικός χειρισμός των συνεπειών της κρίσης από την Ε.Ε., με ανακλαστικά γραφειοκρατίας που πρωτίστως μεριμνά για την διαιώνισή της αντί να είναι το μέσο επίλυσης αντιφάσεων, τόσο η δυσπιστία και η απόσυρση πολιτικής νομιμοποίησης θα διευρύνεται.

Η πραγματική αποτύπωση των όρων του πολιτικού στοιχείου για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, ιδίως μετά τα πλήγματα που έχει αυτό υποστεί λόγω του Brexit αλλά και του πώς αντιμετωπίστηκε η οικονομική πτυχή της κρίσης στις πιο αδύναμες χώρες της ευρωζώνης, άγει με σχετική ασφάλεια σ’ ένα κεντρικό συμπέρασμα: Η αδυναμία κατανομής πλεονασμάτων στο εσωτερικό της Ε.Ε. υπέρ των ασθενέστερων (από χώρα σε χώρα, αλλά και μεταξύ κοινωνικών ομάδων στην ταξική αποτύπωση εκάστης χώρας ξεχωριστά) έχει αλλάξει τον πολιτικό χαρακτήρα των προταγμάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η ατζέντα συνοχής στην Ε.Ε. έχει μεταβληθεί από συν-υπαρξιακή δοκιμασία μεταξύ χωρών, σε ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ κρατικών οντοτήτων αλλά και μεταξύ κοινωνικών ομάδων, με κερδισμένους τους ισχυρότερους, όπως άλλωστε είναι το φυσικώς αναμενόμενο.

Δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι σ’ αυτό το πλαίσιο και μ’ αυτήν την αφορμή ενδυναμώνονται οι εθνικισμοί και σκληραίνουν ακόμη περισσότερο οι εισοδηματικές πολιτικές για τους ασθενέστερους -είτε πρόκειται για ολόκληρες χώρες, είτε για κοινωνικές τάξεις, στο εσωτερικό μιας χώρας-μέλους. Αν η «κουλτούρα» της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα οριζόταν από την παραδοχή ότι η ίδια η ενοποίηση θα κρινόταν από τη δυνατότητά της να αμβλύνει τις υπάρχουσες  αντιθέσεις (εισοδηματικές, μορφωτικές, πολιτισμικές) στις χώρες της Ευρώπης, σήμερα κυριαρχεί η πρακτική του «διαπραγματευτικού αυτοσκοπού» μεταξύ παραγόντων με αντικρουόμενα συχνά συμφέροντα για τον χειρισμό οποιασδήποτε αντίθεσης προκύπτει. Οι παγιωμένες λειτουργικές διαδικασίες της Ε.Ε. εξαντλούνται σε μακρές διαβουλεύσεις προάσπισης αυτών των εκατέρωθεν επί μέρους συμφερόντων, αντί της από κοινού διερεύνησης προς εντοπισμό κατάλληλων λύσεων για όποιο πρόβλημα αναφύεται. Το κλίμα μέσα στις συνόδους κορυφής, παρατηρούν έμπειροι γνώστες των ευρωπαϊκών υποθέσεων, είναι τελείως διαφορετικό από την αλληλεγγύη που δέσποζε στα ευρωπαϊκά κορυφαία όργανα έως το έτος 2.000.

(Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δραματικής αλλαγής που έχει συντελεστεί είναι η πλήρης μετατροπή των προτεραιοτήτων σε μια από τις διευθύνσεις-κλειδιά της κομισιόν, τη διεύθυνση ανταγωνισμού, η οποία από θεματοφύλακας υπεράσπισης αυθαιρεσιών του ιδιωτικού τομέα σε κλάδους όπου διείσδυσε εκτοπίζοντας τον δημόσιο τομέα, σήμερα ουσιαστικά έχει καταστεί υπηρεσία προστασίας ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, έναντι της δυνητικής αντίδρασης του κράτους όποτε αμφισβητούνται δικαιώματά του, που απορρέουν από τον δημόσιο χαρακτήρα τους. …Αν και οφείλω να πω ότι επί προεδρίας Γιούνκερ στην Κομισιόν, η κατάσταση το σημείο αυτό έχει βελτιωθεί, με την προτεραιότητα να δίνεται -ίσως εξ ανάγκης και όχι εξ επιλογής- στον περιορισμό των εξω-ευρωπαϊκών πολυεθνικών γιγάντων, που λυμαίνονται την απώλεια φορολογικής ισορροπίας που ανιχνεύεται στην ευρωζώνη, κατά παρέκκλιση της κεϊνσιανής απαίτησης για προοδευτική κατανομή των βαρών).

Κλείνοντας την αναφορά στην οικονομία της ευρωζώνης, θα ήταν αμέλεια να μην υπογραμμίσουμε εδώ ότι η αδυναμία της αποκαλύπτεται σιγά-σιγά πως οφείλεται σε χρεοκοπία του παραγωγικού μοντέλου της και όχι, βέβαια, στη μυθολογία περί μεταρρυθμιστικής κόπωσης. Έτσι, επίσης βαθμιαία, αποκαλύπτεται ότι η γελοιοποιημένη πλέον πανάκεια περί μεταρρυθμίσεων, ως ο δήθεν πυρήνας των αναγκαίων λύσεων ξεπεράσματος αποδυνάμωσης της ευρωζώνης, δεν αφορά παρά σε διαδικασίες προσαρμογής στις ανάγκες των ισχυρότερων χωρών-μελών, αντί της αναδιάρθρωσης των μηχανισμών που απέτυχαν να αποτρέψουν την κρίση –αν δεν την προκάλεσαν… Τέλος, επιβεβαιώνεται με δραματικό τρόπο (λόγω των συνεπειών που αφήνουν πίσω τους) ότι δεν ήταν οι ατασθαλίες του ευρωπαϊκού νότου που αιτιολογούν τον κλονισμό της ευρωζώνης, αλλά την εξηγούν πλήρως ακριβώς αυτή η χρεοκοπία του παραγωγικού μοντέλου που προωθείται στην Ε.Ε. καθώς και η μανιοκαταθλιπτικά περιοριστική οικονομική πολιτική που επιβλήθηκε, ως μέθοδος χειρισμού της κρίσης.

Η πολιτική μετουσίωση της ευρωπαϊκής κρίσης, από την άλλη, την καθ’ αυτόν πολιτική μεριά, ως κλονισμός εμπιστοσύνης του μοντέλου αντιπροσώπευσης με ενεργοποίηση μαζικής αντίδρασης κατά ηγεσιών, όπως ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει  σήμερα στη Γαλλία, συνιστά σοβαρή και καίρια ποιοτική μεταβολή στα πολιτικά δεδομένα της εποχής. Παράλληλα, ο αυθόρμητος χαρακτήρας (και γι’ αυτό και η ευχέρεια «καπελώματος») των κινημάτων, που ένεκα όσων προανέφερα ενεργοποιούνται, γεννά περισσότερο παρά ποτέ την ανάγκη ταυτοτικής πολιτικής αναφοράς στο αιτηματικό πλαίσιο των διεκδικήσεών τους. Δηλαδή, δεν μπορεί εκ των αιτημάτων τους να συνάγονται σοβαρά συμπεράσματα για τον πολιτικό σκοπό τους. Ακόμη και η πιο ρηξικέλευθη διεκδίκηση, π.χ., για τη διάλυση της εθνοσυνέλευσης, δεν είναι τεκμηριωτικό στοιχείο των πραγματικών κινηματικών προθέσεων.

Φυσικά, στην ευρωπαϊκή ιστορία το φαινόμενο έχει επαναληφθεί. Ωστόσο, η σημερινή εικόνα του εξεγερτικού στοιχείου διαφοροποιείται καίρια με τον ιστορικό πρόγονό του, στο σημείο στο οποίο τα αιτήματα, από την κορωνίδα των πολιτικών διακυβευμάτων που είχαν αναδειχτεί τον 18ο αιώνα, μεταβάλλονται σήμερα σε οικονομικές διεκδικήσεις. Μ’ άλλα λόγια, ενώ η ιστορία έχει γράψει ότι το 1789 ο λαός εξεγέρθηκε για το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας, η επανάσταση ήταν πρωτίστως πολιτική. Σήμερα; Μήπως τα οικονομικά αιτήματα εξαντλούν τη εξεγερτική δυναμική τους στον νεο-οικονομισμό;

Αυτό, φυσικά, δεν έχει ακόμη κριθεί. Ωστόσο, η «οσμή» των εξεγερτικών κινήτρων που αναδύεται από τα γεγονότα εισοδηματικά ζητήματα -καθ’ όλα δίκαια, κατά τα άλλα- φαίνεται να ενεργοποιεί.

Επίσης, επαναλαμβάνοντας μια συμβολική παρατήρησή μου για τα «κίτρινα γιλέκα» στη Γαλλία (ότι, δηλαδή, δεν διακρίνω συμμετοχή Γάλλων εγχρώμων στο κίνημα), διερωτώμαι πως θα μπορούσε από ένα κίνημα εισοδηματικών αιτημάτων να απουσιάζει το κυρίως θιγόμενο κοινωνικό τμήμα, οι εξαθλιωμένες μαύρες κοινότητες της χώρας. Όπως επίσης, δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής μου ότι η βελγική κινητοποίηση συμπίπτει με το ξέσπασμα πολιτικής κρίσης στη χώρα ένεκα της κύρωσης του συμφώνου του Ο.Η.Ε για τη μετανάστευση, κρίση που προκάλεσε  το εθνικιστικό φλαμανδικό κόμμα.

(Σημ.: Στην Ελλάδα ακούω συχνά από τηλεοπτικούς κεκράχτες, οι οποίοι ανομολόγητα φιλοδοξούν να κληρονομήσουν τα πολιτικά κοινά της Χρυσής Αυγής (και οι οποίοι «γράφουν» ποσοστά και στις δημοσκοπήσεις), να τίθεται το ερώτημα «πώς μπορεί να δίνονται επιδόματα ενίσχυσης σε λαθρομετανάστες, όταν υπάρχουν Έλληνες που πεινούν». Σε μια ανάλυσή μου προ ημερών, προσπάθησα να εξηγήσω γιατί στα αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» δεσπόζουν τα συμφέροντα της μεσαίας και της μικροαστικής τάξης. Δύσκολα θα ανακάλυπτε κανένας στα αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» θέματα σχετιζόμενα με την ατζέντα ανθρώπινων δικαιωμάτων, που σοβούν στις κοινωνίες της Ε.Ε. λόγω της κλιμάκωσης του προσφυγικού και της τάσης να τύχει το πρόβλημα χειρισμού με ακροδεξιά και ρατσιστικά πολιτικά ανακλαστικά. Είναι μια σύμπτωση, που κρίνω σκόπιμο να υπογραμμίσω!)

Στο σημερινό θέμα μου, που είναι η ευρωπαϊκή πολιτική κρίση που κλιμακώνεται, καταλήγω με την πιο λυπηρή -κατά τη γνώμη μου- διαπίστωση: Ένας από τους κύριους λόγους για την ταχεία επιδείνωση των ευρωπαϊκών προβλημάτων είναι η απόλυτη ένδεια της αριστεράς στην Ε.Ε. να παρέμβει στις εξελίξεις. Έτσι, παγιώνεται ένα πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη, εντός του οποίου μόνα διαθέσιμα σενάρια πορείας προς το αναφερόμενο ως «κοινό μέλλον» των πληθυσμών της ηπείρου, είναι η δεξιά και ακροδεξιά.

Η διαπίστωση μου προξενεί τρόμο! Πολύ περισσότερο γιατί μία από τις βασικές αιτίες του ευρωπαϊκού αίματος κατά τον 20ο αιώνα, ήταν η αδυναμία της αριστεράς να διαδραματίσει τον ιστορικό ρόλο της, ως εγγυητής καλύτερης ανθρώπινης μοίρας.

Ελπίζω και εύχομαι οι ομοιότητες που εντοπίζω να τελειώνουν εδώ και η συνέχεια να διαψεύσει ότι η ιστορία θα επαναληφθεί με τις ανάλογες συνέπειες.

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)