Συγκρίνοντας αντιπολιτεύσεις για να εξάγουμε πολιτικά συμπεράσματα

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Σε μια χρονιά εντός της οποίας οι κάλπες θα δουλέψουν υπερωρίες για την εκπλήρωση των λειτουργικών όρων της αντιπροσωπευτικής πολιτικής διαδικασίας σε πληθώρα επιπέδων (τοπικών, υπερτοπικών, εθνικών και υπερθνικών), η διαμόρφωση γνώμης από τους πολίτες για τις εξελίξεις είναι καθοριστικής σημασίας για την ποιότητα της δημοκρατίας. Η γνώμη των πολιτών, όσο πιο τεκμηριωμένη είναι ως εδραζόμενη επί του πραγματικού και όχι επί των αφηγήσεων για το πραγματικό, τόσο ωριμότερες θα είναι οι λαϊκές επιλογές και οι αποφάσεις της κάλπης για την πολιτική διαχείριση της χώρας στην εξ ορισμού κρίσιμη πρώτη μετα-μνημονιακή περίοδο, μετά από 10 έτη.

Το ζητούμενο για όλα τα μέρη, τουλάχιστον ως δημόσιες αναφορές, είναι η αναζήτηση μιας αυτονομίας της Ελλάδας στις αποφάσεις για την οικονομία μας. Στην κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επικρατούν οι αυτο-αναφορικές υπογραμμίσεις για μέτρα που επιβεβαιώνουν την αποτίναξη του μνημονιακού ζυγού. Στην αντιπολίτευση κεντρικό προγραμματικό λόγο έχουν οι υποσχέσεις για παραμερισμό όσων έχει συμφωνήσει με τους ευρωπαίους δανειστές μας η σημερινή κυβέρνηση (π.χ. μείωση πλεονασμάτων κ.λπ.).

Ανεξαρτήτως της γενικής πολιτικής αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας που εκπέμπεται από αυτά, η γενική εικόνα των εκατέρωθεν κομματικών τοποθετήσεων για την οικονομία, άγει, όμως, ήδη εξ αφετηρίας, σε μια διαμάχη ψευδών, που δεν μπορεί να αποτελέσει πλαίσιο, επί του οποίου οι πολίτες θα διαμορφώσουν αληθή γνώμη για τα συμβαίνοντα. Από τη μια πλευρά, οι κυβερνητικές διακηρύξεις περιγράφουν την οικονομία, υποτιμώντας κατάφωρα τις διατηρούμενες εξαρτήσεις από εξωτερικές αποφάσεις αλλά και την εν γένει δυσκολία ανάκαμψης, ιδίως σε συνθήκες μιας ευρύτερης διεθνούς οικονομικής πραγματικότητας, που φλερτάρει με την επιστροφή σε υφεσιακές πιέσεις. Από την άλλη, η αντιπολίτευση πλασάρει μια προδήλως ακραία καταστροφολογική απεικόνιση της οικονομίας, στην οποία ως διά μαγείας εξαφανίζονται οι ολοφάνερες βελτιώσεις σε σύγκριση με ό,τι παρέλαβε η σημερινή κυβέρνηση.

Είναι, λοιπόν, εξαιρετικά ατυχής συγκυρία ότι οι πολλαπλές κάλπες έρχονται σε μια στιγμή θριάμβου της ψευδολογίας εγχώριων πολιτικών οργανισμών, όταν θα όφειλε να κυριαρχεί η ωριμότητα της αλήθειας, ως μόνη εδραία βάση της προσπάθειας για ένα καλύτερο αύριο. Ποιός ήρξατο χειρών αδίκων γι’ αυτήν την καταιγίδα ψεύδους, δεν είναι εύκολο να αποδειχτεί, αφού ο ένας δείχνει τον άλλον. Απ’ αυτό ας κρατήσουμε, λοιπόν, μόνον ότι ο αυτουργός βραχίονας, το μέσο, για την κοινολόγηση των ψεμάτων σε τόσο μεγάλη κλίμακα (εγώ δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο απροσχημάτιστη και μέχρι πλήρους αυτο-εξευτελισμού πολιτικών ηγεσιών ψευδολογία) είναι τα μέσα ενημέρωσης της χώρας μας. Συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, με ονοματεπώνυμο και γνωστή πλέον σχέση με επίσης συγκεκριμένα και με ονοματεπώνυμο οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά και επώνυμα πολιτικά πρόσωπα και ολόκληρες παρατάξεις. Μια απλή περιδιάβαση στα ατελείωτα και επαναλαμβανόμενα περιστατικά fake news, και μάλιστα από μέσα ενημέρωσης με τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα προηγουμένως, επιβεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, διαπιστώνω ότι όσο περισσότερο χρόνο διαθέτω στις αναλύσεις μου προς αναζήτηση της αλήθειας, τόσο περισσότερο γίνομαι μέρος μιας ανόητης διελκυστίνδας αποδεικτικών φανφαρονισμών για τα αυτονόητα. Ποτέ ίσως άλλοτε δεν είχε γίνει τόσος λόγος για την πραγματικότητα και με τόσο ισχνά αποτελέσματα ως προς την αποκάλυψή της. Πρέπει, για παράδειγμα να αποδείξω ότι διατηρούνται οι εξαρτήσεις της Ελλάδας από όρους των ευρωπαίων δανειστών, και είμαι υποχρεωμένος να το κάνω ως συμβολή στην αναζήτηση της αλήθειας, αφού οι κυβερνητικές ανακοινώσεις άλλα αφηγούνται και χωρίς την αποκατάσταση όσων αποσιωπούν η συζήτηση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Πρέπει, παράλληλα, να αποδείξω ότι υπάρχει αναπτυξιακή κίνηση στην ελληνική οικονομία και να μετρήσω την απομείωση του ελληνικού χρέους που δεν πέτυχαν όσο κυβερνούσαν οι βασικοί παράγοντες της σημερινής αντιπολίτευσης (Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ.), γιατί -αν δεν το κάνω- απλά θα απομείνει ως περιγραφή της αλήθειας η αφήγηση περί της Ελλάδας που έχει καταστρέψει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. -και βέβαια αυτό καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα.

Όμως, είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η αλήθεια είναι εκεί διά γυμνού οφθαλμού και δεν χρήζει αποδεικτικής βασάνου. Δεν απομένει παρά όποιος επιθυμεί να την επικαλεστεί και να την αξιοποιήσει ως τη βάση των αποφάσεων που καλείται να λάβει ως πολίτης μέσα στο 2019.

Αντιλαμβάνομαι, δηλαδή, ότι όσο μιλώ προσπαθώντας να υπερασπιστώ την αλήθεια, τόσο περισσότερο η προσπάθεια μου καταλήγει στη δυνάμει αμφισβήτησή της. Διότι αν πρέπει να αποδειχτεί το αυτονόητο, τότε απλούστατα παύει να είναι (ή, μάλλον, εμφανίζεται ως μη) «αυτονόητο»!

Αναζητώντας μια λύση σ’ αυτό το αδιέξοδο, που αποστεώνει μέχρις ανοητολογίας τον δημόσιο διάλογο, προσπάθησα να βρω μια άλλη «μέθοδο μέτρησης» των εκατέρωθεν πολιτικών προθέσεων, ώστε να διευκολυνθούμε να αξιολογήσουμε τον βαθμό αληθείας των διακηρύξεων από μεριάς των κομμάτων. Νομίζω πώς αν συγκρίνουμε πολιτικές τους όντας στην αντιπολίτευση, αντί να συγκρίνουμε κυβερνητικό έργο τους, προκύπτουν χρήσιμες διαπιστώσεις.

Σε μια σύντομη υπενθύμιση ας δούμε τη γενική πολιτική στάση των κομμάτων όντας στην αντιπολίτευση:

– Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως αντιπολίτευση (τότε η απολύτως ελάσσονα) συμμετείχε σε προπηλακισμούς κυβερνητικών στελεχών κατά της υπογραφής του 1ου μνημονίου. Αργότερα, μετά τις εκλογές του 2012 -οπότε και κατέστη αξιωματική αντιπολίτευση- κατά τη διακυβέρνηση Σαμαρά, τα φαινόμενα προπηλακισμών εξέλιπαν ως προσδιοριστικό στοιχείο της στάσης του κόμματος. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. άσκησε αντιπολίτευση με μόνη αντιπολιτευτική ατζέντα τον αντι-μνημονιακό λόγο και κέρδισε εκλογές που προκηρύχτηκαν πρόωρα κατ’ εφαρμογή συνταγματικών προβλέψεων.

– Η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση στην κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου ήταν επίσης παρούσα στους προπηλακισμούς κυβερνητικών στελεχών και με την αντι-μνημονιακή ατζέντα των Ζαππείων εκμεταλλεύτηκε παρεμβάσεις του ευρωπαϊκού παράγοντα και εξωθεσμικών  κύκλων για να απομακρύνει  τον εκλεγμένο πρωθυπουργό και να συγκυβερνήσει με αντικαταστάτη του, αφού προηγουμένως ο κ. Σαμαράς υπέγραψε επιστολή προσχώρησης στο μνημονιακό στρατόπεδο.

– Η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Τσίπρα, ζητεί αδιαλείπτως εκλογές και σήμερα εξακολουθεί να βλέπει ότι είμαστε σε 4ο μνημόνιο. Επίσης, επαναπροσχωρεί μερικώς στην αντι-ευρωπαϊκή λεκτική (π.χ. ασκώντας κριτική στις Βρυξέλλες ότι επέτρεψαν στον Τσίπρα εξαιρετικά περιοριστική οικονομική πολιτική), αλλά και κατηγορώντας ανοιχτά τους ευρωπαίους ότι αντάλλαξαν τη μη περικοπή των συντάξεων με βλαπτική για τα ελληνικά συμφέροντα συμφωνία για το σκοπιανό. Ακόμη, ανέχεται αντισυγκεντρώσεις σε εκδηλώσεις κυβερνητικών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

– Το ΚΙΝ.ΑΛ. ως αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Τσίπρα, καταψήφισε την απλή αναλογική, υιοθέτησε την -κατά δήλωσή του- πολιτική των ίσων αποστάσεων μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Ν.Δ. και έχει μετακινηθεί σε καθαρή αποστασιοποίηση από το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα με ανάλογες της Ν.Δ. ενστάσεις σχετικά με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά και το σκοπιανό.

Συγκρίνοντας τις ανατροπές που κατέστησαν κομματικά υπεσχημένα από θέση αντιπολίτευσης, διαπιστώνω ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υποσχέθηκε ανατροπή της μνημονιακής δέσμευσης, την οποία απέτυχε να επιβάλλει, αλλά κατόρθωσε να προωθήσει με κατάληξη στη σημερινή μετα-μνημονιακή πραγματικότητα. Εδώ κρατείται και η άλλη εκδοχή τόσο της Ν.Δ, όσο και του ΚΙΝ.ΑΛ., σύμφωνα με την οποία συνειδητά εψεύσθη ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την αντι-μνημονιακή επαγγελία του, ενώ εγνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει,  και ο μόνος λόγος που την υιοθέτησε ήταν για να καταλάβει την εξουσία. Αποδεικτική τεκμηρίωση δεν μπορεί  να προσκομιστεί εδώ από καμιά πλευρά και θα πρέπει ο πολίτης μόνος του να επιλέξει ποιά αλήθεια θα ασπαστεί: Είπε συνειδητά ψέματα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γνωρίζοντας προκαταβολικά ότι δεν θα μπορούσε να κερδίσει την ανατροπή της μνημονιακής δέσμευσης ή αστόχησε πολιτικά στις υποσχέσεις του; Και υποθέτω εδώ ότι κατόπιν ειλικρινούς διαλόγου με τον ίδιο τον εαυτό του ο καθένας από μας θα επιλέξει εκδοχή, και όχι για κερδίσει πόντους στο αμφίβολο παίγνιο των κοινωνικών δικτύων.

Προσωπικά αδυνατώ να επιλέξω την αφήγηση της αντιπολίτευσης! Για 2 λόγους: 1. Διότι με πείθει η ένταση της αντιπαράθεσης στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές έως τον Αύγουστο του 2015, οπότε και συμφωνήθηκε το 3ο μνημόνιο. 2. Διότι ήταν και παραμένει σαφής η ανωριμότητα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να εκτιμήσει πραγματικούς συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων στην Ε.Ε, ως κόμμα βιαίως και σε ελάχιστο  χρόνο ενηλικιωθέν, από περίπου περιθωριακού τύπου παράταξη, σε δύναμη διακυβέρνησης.

Φυσικά στα αξιολογικά στοιχεία για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συνεκτιμώνται ακριβώς η ανωριμότητα να υποσχεθεί μη ρεαλιστικά πράγματα ως αντιπολίτευση, αλλά και η αντίρροπη συνέπεια ότι επειδή ακριβώς η διαπραγμάτευση που έκανε προσέλαβε χαρακτηριστικά αμείλικτης αναμέτρησης, προέκυψε τελικά όφελος για την Ελλάδα (η απομείωση του εξωτερικού χρέους, την οποία η Ν.Δ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επισήμως δήλωναν ότι η Ελλάδα δεν χρειαζόταν).

Από την άλλη μεριά, η Ν.Δ. ξεκίνησε με αντι-μνημονιακές υποσχέσεις, για να τις εγκαταλείψει την ώρα που πέρασε στη συμπολίτευση, ακολούθως να γίνει ένθερμος μνημονιακός υποστηρικτής ως κυβέρνηση (αποτυγχάνοντας, όμως, να οδηγήσει εκτός μνημονίου, μάλιστα προεκλογικά το 2014 είχε προαναγγείλει επισήμως ότι θα προσέφευγε σε 3ο μνημόνιο, και το είχε κάνει με επίσημες δηλώσεις Σαμαρά και επίσημη σύμφωνη γνώμη Βενιζέλου), αλλά και ως αντιπολίτευση (περίοδος δημοψηφίσματος), επανα-υιοθετώντας τελικά σήμερα στοιχεία αντι-ευρωπαϊκού λόγου (στην οικονομία, αλλά και στο σκοπιανό, όπως είπαμε).

Στην περίπτωση της Ν.Δ. διακρίνω μια ευκολία μεταπήδησης σε αντίθετες επιλογές από εκείνες που δημόσια δεσμευόταν ότι θα ακολουθούσε, σε σύγκριση με το ανάλογο φαινόμενο στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τουλάχιστον, έλαβαν χώρα γεγονότα, όπως η περίοδος διαπραγμάτευσης Γενάρης-Αύγουστος 2015, που πανθομολογουμένως αποδεικνύουν σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, ενώ -για παράδειγμα- ο Αντώνης Σαμαράς, που ξιφουλκούσε κατά των μνημονίων στα Ζάππεια, με χαρακτηριστική ευκολία υπέγραψε την επιστολή προσχώρησης στη μνημονιακή πειθαρχία, για να καταστεί συμπολίτευση με τον αντικαταστάτη του Γιώργου Παπανδρέου.

Τέλος, το ΚΙΝ.ΑΛ. αλήθεια είναι πως είναι η μόνη παράταξη, που εξ αρχής κατέστη φορέας πολιτικής νομιμοποίησης της μνημονιακής επιλογής! Και σαν αντιπολίτευση (στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)  δεν άλλαξε στάση! Οφείλεται, μάλιστα, αναφορά στο σημείο αυτό και στο γεγονός ότι (παρ’ ό,τι η αρχική παραταξιακή στάση απέναντι στο μνημόνιο από τον Γιώργο Παπανδρέου πολιτικά τέθηκε ως μη ευχάριστη, πλην αναγκαία, επιλογή) το μνημόνιο στη συνέχεια επαινέθηκε και ως επιθυμητή πολιτική επιλογή (όπως μαρτυρεί η περίφημη ατάκα «αν δεν υπήρχε μνημόνιο, θα έπρεπε να το εφεύρουμε»).

Ταύτα, και ελπίζω να διευκολυνθήκαμε όλοι να βγάλουμε συμπεράσματα.

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)