Η γερμανική οικονομία προαναγγέλλει το τέλος εποχής για το ευρώ όπως το ξέρουμε

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με δύο διαφορετικής οπτικής προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν την καθοδική κίνηση της γερμανικής οικονομίας, οι διεθνείς οικονομικοί αναλυτές. Στην Ευρώπη είναι εμφανής η προσπάθεια να υποβαθμιστεί ο υφεσιακός κύκλος στον οποίο φαίνεται να εισέρχεται  η γερμανική οικονομία. Στους περισσότερους οικονομικούς αναλυτές εκτός Ευρώπης, παρατηρείται επιμονή στην εκτίμηση ότι χωρίς εγκατάλειψη της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής στη χώρα (αλλά και ευρύτερα στην ευρωζώνη) η πτωτική τάση των γερμανικών οικονομικών δεδομένων δύσκολα θα αντιστραφεί.

Την ώρα που η Deutsche Welle μετέφερε αναλύσεις Γερμανών αναλυτών ότι «…δεν πρόκειται να υπάρξει ύφεση διότι τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την εσωτερική ζήτηση…», το Bloomberg αντέτεινε ότι «…μπορεί να μην αρέσει σε πολλούς Γερμανούς, αλλά η κυβέρνηση θα ήταν σοφό να έχει έτοιμα, για παν ενδεχόμενο, τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης…»!

Η αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών εκτιμήσεων, αποδεικνύει πόσο διεσταλμένες είναι πλέον οι προβλέψεις των οικονομικών αναλυτών, ώστε να γεννάται σοβαρό θέμα σχετικά με το κατά πόσον θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υποδείξεις τους προς χώρες, επιχειρήσεις αλλά και μεμονωμένους επενδυτές για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις επιλογές τοποθέτησης κεφαλαίων. Άλλωστε, ήδη όσοι πρόκειται να λάβουν τέτοιες αποφάσεις για την καλύτερη διαχείριση της περιουσίας τους έχουν εισάγει στα κριτήρια αξιολόγησης των εισηγήσεων από οίκους και αναλυτές την παράμετρο «ποιά συμφέροντα» και «ποιανού» προάγονται από κάθε πρόβλεψη.

Όπως και νά ‘ναι η «εποχή των μεγάλων ψεμάτων» για την ευρωπαϊκή οικονομία έχει τελειώσει!  Προ πολλού η αφήγηση ότι η ευρωζώνη δεν είχε γενεσιουργό σχέση με την καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2008 και απλά οι συνέπειες της κρίσης την έπληξαν εξ αντανακλάσεως λόγω παγκοσμιοποίησης, ελέγχονται. Άλλωστε, αν ήταν έτσι, 10 χρόνια μετά την κατάρρευση των Lehman Brothers στις Η.Π.Α. οι χρηματο-οικονομικές τουλάχιστον επιπτώσεις θα είχαν οριστικά αντιμετωπιστεί από ένα  υγιές νόμισμα και μια εξ ίσου υγιή τραπεζική αγορά στην Ευρώπη. Και δεν έχουν  αντιμετωπιστεί! Οι γερμανικές τράπεζες, μόνο επικοινωνιακά αποφεύγουν τα χειρότερα, ενώ οι ιταλικές και άλλες αγκομαχάνε με προσφυγές σε διασώσεις. Μόλις προ ολίγων  ωρών οι Financial Times ανέφεραν ότι  το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών ζήτησε από τις ρυθμιστικές τραπεζικές αρχές της χώρας να προχωρήσουν σε ανάλυση του ενδεχόμενου συγχώνευσης μεταξύ Deutsche Bank και Commerzbank.

Το απολύτως ενδεικτικό, όμως, είναι ότι αν και η επέλευση της κρίσης στη  ευρωζώνη από τις Η.Π.Α. καθυστέρησε, όταν τελικά αφίχθη, με εξαιρετική ευκολία μετέστη κρίση επί της πραγματικής οικονομίας και δεν περιορίστηκε στα χρηματο-οικονομικά στοιχεία. Όπως, επίσης, απολύτως αποκαλυπτικό είναι ότι η κρίση επί της πραγματικής οικονομίας με εξ ίσου μεγάλη ευκολία μετέστη κρίση κοινωνική και τελικά αμιγώς πολιτική, με τις ακροδεξιές ανερχόμενες δυνάμεις της Ε.Ε. να αξιοποιούν (εκμεταλλευόμενες και την προσφυγική κρίση) την επέκταση της φτώχειας στις μικρομεσαίες και μεσαίες τάξεις της Ευρώπης, σε πρωτοφανή επίπεδα για τα τελευταία 30 χρόνια.

Η ως τώρα συνταγή με την ανελαστική και σκληρά περιοριστική οικονομική πολιτική Σόιμπλε της 7ετίας 2010-2017, εξαντλήθηκε με προσφυγή από την ευρωζώνη σε εξωτερικό αφειδή δανεισμό, για να χρηματοδοτηθούν τα ελλείμματα των αδύναμων οικονομιών. Ελλείμματα, που προέκυψαν, όμως, από τη φρενήρη ανταγωνιστική αντιπαράθεση μεταξύ των χωρών-μελών, για «να μη χάσουν το τρένο» της επαγγελλόμενης απογείωσης του ενιαίου νομίσματος, μετά την κατάρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» τη δεκαετία του ‘90. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο εν λόγω αφειδής εξωτερικός δανεισμός, με όρους εξαιρετικά δυσμενείς για τις επιχειρήσεις εκτός Γερμανίας, είχε σαν αποτέλεσμα η υπερεπάρκεια χρήματος να καταλήξει κυρίως σε κατανάλωση και όχι σε επιχειρηματικές επενδύσεις. Αποκαλυπτικό του πόσο η ευρωζώνη είναι μέρος των σε παγκόσμια κλίμακα αιτίων που δρομολόγησαν το ξέσπασμα της κρίσης με τη Lehman Brothers, είναι ότι μεγάλο μέρος των «επενδύσεων» του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα στις χώρες-μέλη τη δεκαετία του 2000, κατευθύνθηκε σε τοποθετήσεις χρηματο-οικονομικών προϊόντων (μετοχές και ομόλογα), αντί σε παραγωγικές επενδύσεις έργου επιχειρήσεων. (Μάλιστα, για  να προληφθούν και οι τυχόν «εξυπνακισμοί» από ορισμένους, οι εισροές κεφαλαίων σε επιχειρήσεις μέσω χρηματιστηρίων και με αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου σε καμιά περίπτωση δεν άγουν αυτομάτως σε ενεργοποίηση παραγωγικών επενδύσεων. Και τούτο, αφού σήμερα είναι επίσης γνωστό ότι κάθε άλλο παρά αμελητέο μέρος αυτών των κεφαλαιακών ενισχύσεων προς επιχειρήσεις μέσω χρηματιστηριακών αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, διατέθηκαν σε πλουτισμό των μετόχων τους και σε δημιουργία αποθεματικών για επανεπένδυση σε χρηματο-οικονομικά προϊόντα, δηλαδή όχι σε παραγωγικές επενδύσεις).

Πρωταθλητές σ’ αυτήν την κούρσα εξωτερικού δανεισμού στην ευρωζώνη, επίσης σήμερα πλέον γνωρίζουμε, ότι ήταν οι γερμανικές τράπεζες (αν και όχι οι μόνες)! Την ανάγκη να μην καταρρεύσουν αυτές πρωτίστως εκλήθησαν να αντιμετωπίσουν τα περίφημα προγράμματα «διάσωσης» προς τις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης. Και την ίδια εποχή εφευρέθηκε το πολιτικό αφήγημα περί «μεταρρυθμίσεων», ως ενός «οχήματος» επιβολής των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών σ’ όλες τις χώρες που δεν μπορούσαν πλέον να δανείζονται αφειδώς, αν και η εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών αναγκών τους είχε βασιστεί ακριβώς στην προϋπόθεση ύπαρξης τέτοιου αφειδούς εξωτερικού δανεισμού για να εξασφαλίζεται η επιβίωση τους.

Η διπλή επιβάρυνση των επιχειρήσεων της ευρωζώνης εκτός Γερμανίας (μία η επιβάρυνση λόγω του δανεισμού τους με ακριβότερα επιτόκια από εκείνα με τα οποία δανείζονται οι γερμανικές επιχειρήσεις, και δεύτερη επιβάρυνση για την προμήθεια πρώτων υλών σε ακριβότερες αντισταθμιστικά τιμές) έπληξε φυσικά σοβαρά ολόκληρο τον επιχειρηματικό κόσμο στην ευρωζώνη. Κοντά σ’ αυτά, η επίσης γερμανική εμμονή για σκληρό νόμισμα (για λόγους prestige της εξωτερικής πολιτικής του Βερολίνου στο μάλλον απελπισμένο σχέδιο για ένα come back ως παγκόσμια δύναμη μετά τη γερμανική επανενοποίηση –λες και αυτό θα μπορούσε ποτέ να γίνει  χωρίς στρατό) και την ώρα που όλες οι άλλες χώρες δεν επιζητούσαν γόητρο αλλά μέρισμα στον αναπτυξιακό κύκλο που τροφοδότησε η κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», αποτελείωσε τις εκτός Γερμανίας (και των δορυφόρων της) επιχειρήσεις της ευρωζώνης, πλήττοντας τις εξαγωγές τους.

Αυτά τα προβλήματα επιχείρησε να απαλύνει η πρόταση και η προσπάθεια για ευρωομόλογα, που το Βερολίνο κατασυκοφάντησε και δεν άφησε να ευδοκιμήσει, με την ακραία λαϊκίστικη ρητορική του «δεν θα δανειζόμαστε εμείς, για να τρώνε και να πίνουν οι νοτιο-ευρωπαίοι». Λες κι οι Γερμανοί δεν «δανείζονταν» από τους νοτιο-ευρωπαίους (και όχι μόνο) μέσω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των εκτός Γερμανίας επιχειρήσεων που οι ίδιοι είχαν επιβάλλει αλλά και μέσω των προνομιακών γερμανικών εξαγωγών στις αδύναμες χώρες του κλαμπ…

Όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση δανεισμού, το καινοφανές σημείο ήταν ότι απλά ο εξωτερικός δανεισμός για να συνεχιστεί ο ανωτέρω περιγραφόμενος φαύλος κύκλος δεν μπορούσε καθόλου να υπάρξει! Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη απειλή για τη γερμανική οικονομία, αφού χωρίς πρόσβαση σε εξωτερικό δανεισμό για τους ασφυκτιούντες (και όχι τεμπέληδες) νοτιο-ευρωπαίους, θα κλονιζόταν όλο το σχέδιο της γερμανικής ευρωζώνης!

Οι τεχνοκράτες του Σόιμπλε βρήκαν τη λύση! Θα δανειζόταν (με χαμηλά φυσικά επιτόκια) η ίδια η Γερμανία αντί για τους «ανεπρόκοπους μεσογειακούς» και στη συνέχεια θα τους δανειοδοτούσε εκείνη (με κάποιο premium φυσικά για το αζημίωτο), ώστε να τεθεί η ζήτηση στις αδύναμες χώρες σε μια ιδιότυπη «μηχανική υποστήριξη» που θα παρέτεινε το σκηνικό της δήθεν ανθούσας και καταναλωτικά δραστήριας ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, το σχέδιο Σόιμπλε, περιλάμβανε και το δεύτερο κρίσιμο για τη Γερμανία σημείο: Από τα κεφάλαια που δανείστηκε η Γερμανία για να τα διαθέσει στα σχέδια «διάσωσης», εξασφαλίστηκε ότι προνομιακά και κατά προτεραιότητα θα εξυπηρετούνταν τα ανοίγματα προς τις τράπεζες της (και τις τράπεζες των δορυφόρων της)! Σήμερα γνωρίζουμε ότι το 60% περίπου των πιστώσεων προς την Ελλάδα από το 1ο μνημόνιο (που όλες ενεγράφησαν στο δημόσιο χρέος μας) διατέθηκε για αποπληρωμές οφειλών της Ελλάδας κυρίως προς γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες! (Αν το σκεφτείτε είναι ακριβώς η πρόταση για ευρω-ομόλογο, με μόνη διαφορά ότι επειδή ο αντικριστής του χρέους είναι ένας (μετά των δορυφόρων του), δηλαδή η Γερμανία, εκείνος (ξανά μετά των δορυφόρων του)  θέτει αποκλειστικά τους όρους στους «διασωζώμενους»! Τουλάχιστον σατανικό στη σύλληψη, συγκλονιστικά εξυπηρετικό για τη Γερμανία και άσε τους sans cylottes του νότου να λένε ό,τι θέλουνε…

Το μεσοπρόθεσμο μίγμα συνεπειών του σχεδίου αυτού, όμως, αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο! Όπως και η Ιστορία αποδεικνύεται πιο έξυπνη από τους εκάστοτε αφηγητές της!

Διότι η επί δεκαετία παραγωγική κατάπτωση της περιφέρειας της ευρωζώνης για να ανορθωθεί και να υποστηρίξει με τη σειρά της τη γερμανική ευημερία οδηγώντας στο ουσιαστικό τέλος της κρίσης (με δεδομένο ότι ποτέ, ακόμη και μια πανίσχυρη οικονομία, δεν θα μπορούσε για πολύ να απομυζά τον περίγυρό της χωρίς στο τέλος να πληγεί και η ίδια) αποδεικνύεται σήμερα πως είναι πολύ ακριβότερη υπόθεση και πολύ πιο περίπλοκη διαδικασία απ’ όσο η υπό γερμανική εποπτεία αφειδής δανειοδότηση των τρυφηλών μεσογειακών φύλων. Σήμερα για να αναταχτεί παραγωγικά η καθημαγμένη από τη γερμανική δεσποτεία οικονομία του νότου της ευρωζώνης, απαιτούνται τεράστιες (πρακτικά αδύνατον να εξασφαλιστούν στο διηνεκές) πιστώσεις! Μόνον πρωτογενείς πλουτοπαραγωγικοί πόροι -αν υπάρχουν, καθ’ ό,τι στις μέρες μας σπανίζουν- θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε οικονομική αναζωογόνηση, με δεδομένο ότι το παλιότερο καπιταλιστικό «κόλπο» επένδυσης σε υποδομές μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορεί σήμερα να εφαρμοστεί.

Κάπου εδώ ανιχνεύεται και η εξήγηση για την αιφνίδια θερμή στροφή του δυτικού παράγοντα προς την Ελλάδα (εκτεταμένη ΑΟΖ και υδρογονάνθρακες σ’ όλα τα ελληνικά πελάγη), αλλά και την τόσο ενοχλημένη ρωσική αντίδραση για την ανταπόκριση των Αθηνών στη γεωστρατηγική αναβάθμισή της από τη Δύση. Όπως, επίσης, εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα αν και φαίνεται πιο αδύναμη από άλλες «διασωθείσες» χώρες-μέλη, προσελκύει αυξημένο ενδιαφέρον, ως μια ανομολόγητη οικονομική «εφεδρεία» για την ευρωζώνη.

Για να γυρίσουμε, όμως, στη Γερμανία, εν κατακλείδι: Η προσδοκία των γερμανικών οικονομικών ινστιτούτων ότι «…τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την εσωτερική ζήτηση…» (όρα στην αρχή της σημερινής ανάλυσης), ήδη και ως δήλωση θέτει τον πυρήνα του προβλήματος και για τη γερμανική πλέον οικονομία σήμερα, στον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο έλλειψης χρηματοδότησης για τη στήριξη της κατανάλωσης και μέσα στη Γερμανία.

Μ’ άλλα λόγια, αυτό που επίσης στην αρχή της σημερινής ανάλυσης εξέθεσα, δηλαδή η πρόβλεψη τoυ Bloomberg ότι «…μπορεί να μην αρέσει σε πολλούς Γερμανούς, αλλά η κυβέρνηση (στο Βερολίνο) θα ήταν σοφό να έχει έτοιμα, για παν ενδεχόμενο, τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης…», δείχνει και τον μόνο διαθέσιμο δρόμο: το κόψιμο πληθωριστικού ευρώ! Την πρόταση, δηλαδή, που από την αρχή της κρίσης οι κλασσικοί οικονομολόγοι του καπιταλισμού εισηγούνταν και ο sui generis ευρωπαϊκός νεο-φιλελευθερισμός της ευρωζώνης αρνήθηκε πεισμόνως να εφαρμόσει, την ίδια ώρα που στις Η.Π.Α. τα πιεστήρια έκδοσης πληθωριστικού δολαρίου δούλευαν υπερωρίες  (και είναι γνωστό τοις πάσι ότι Αμερικανοί τα πήγαν πολύ καλύτερα απ’ ό,τι η ευρωζώνη στον χειρισμό της κρίσης).

Αν αποδειχτεί ότι μετά από τόσα χρόνια θυσίες, με εξανδραποδισμό μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης στην Ευρώπη, με τεράστια συρρίκνωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, με ανεργία-ρεκόρ για τους νέους και τις γυναίκες, με έντονες αντιπληθωριστικές πιέσεις, με ραγδαία ενίσχυση των ακροδεξιών δυνάμεων λόγω της εισοδηματικής συμπίεσης των ασθενέστερων (σημ.: παράλληλα, και λόγω προσφυγικού), …αν ταλαιπωρηθήκαμε τόσο, για να φτάσουμε μετά από 8 χρόνια στην έκδοση πληθωριστικού νομίσματος, δηλαδή να εφαρμόσουμε  αυτό που μας υποδείκνυαν από την αρχή της κρίσης κι εμείς δεν το κάναμε, τότε δεν ξέρω που θα έπρεπε να πάνε να κρυφτούνε οι ευρωπαίοι νεο-φιλελεύθεροι των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών της «διάσωσης». Θα είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα ρεζιλίκια στην παγκόσμια ιστορία των επιστημονικών οικονομικών θεωριών!  Και θα έχει και ονοματεπώνυμο προς αποφυγή: Βόλφγκανγκ Σόιμπλε!

(Η ανάλυση δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)