+Plus

Γιατί είπα «ναι» στη «Γέφυρα»

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η είσοδος της χώρας στην καθ’ αυτό προεκλογική περίοδο για τις ευρω-κάλπες (με τις γενικές εκλογές να είναι πιθανότερο παρά ποτέ ότι θα γίνουν το Φθινόπωρο), αναμφίβολα παράγει ένα διευρυμένο πεδίο  για την πολιτική ατζέντα, που από τα πράγματα υπερβαίνει την εγχώρια άγονη τρέχουσα αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. (Άγονη, παρ’ ό,τι η μετα-μνημονιακή πολιτική συνθήκη που συντρέχει από τον περασμένο Αύγουστο στην Ελλάδα, θα μπορούσε να καταστεί ευνοϊκό πλαίσιο ειλικρινούς δια-κομματικού διαλόγου για τη συνέχεια).

Εδώ είναι και το πρώτο σημείο-κίνητρό μου για τη συμμετοχή στο εγχείρημα της «Γέφυρας». Η μεταπήδηση από τα εδώ στην προεκλογική συζήτηση για την Ε.Ε. και την επόμενη φάση του ενοποιητικού ευρωπαϊκού προτάγματος, συζήτηση που ήδη έχει δρομολογηθεί και προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον στους ευρωπαίους πολίτες, πέραν του εξαιρετικά κρίσιμου περιεχομένου της, είναι μια «ευκαιρία» ποιοτικού εμπλουτισμού του ελληνικού δημόσιου διαλόγου, που -αντί για ουσιώδη ανταλλαγή απόψεων- δείχνει μεγάλη προτιμησιακή επιμονή στην αδιέξοδη παραπολιτική που επιβάλλει μερίδα των εδώ μέσων ενημέρωσης για τον καπνιστή Πολάκη, το αεροπλάνο της Βενεζουέλας και άλλα τοιαύτα.

Αντιλαμβάνομαι, φυσικά, ότι η προσφυγή στον δι-ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, ως μέσου ενεργοποίησης ουσιαστικότερων ανακλαστικών των Ελλήνων πολιτών για τα δημόσια πράγματα, συνιστά ένα είδος «πολιτικού δανείου», που μετά από 8 χρόνια μνημονιακής επιτροπείας, θα (έπρεπε να) ήταν αχρείαστο, ένεκα ωρίμανσής μας -οπωσδήποτε νοούμενης ωρίμανσης. Όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται και το δεύτερο σημείο-κίνητρό μου για τη συμμετοχή στη «Γέφυρα»: Διότι, μετά από πολλά χρόνια οι ευρωεκλογές εμφανίζονται να έχουν ίση ή και μεγαλύτερη σημασία για τις ζωές των πολιτών όλων των χωρών-μελών, από τις ανά χώρα γενικές εκλογές. Θα ‘λεγα ότι κατά ένα παράδοξο τρόπο η ίδια η ευρωπαϊκή κρίση που δίχασε βαθύτατα τους πληθυσμούς της ηπείρου προκαλώντας καίρια ρήγματα στη συνοχή (κοινωνική και ταξική, λόγω του ευρωπαϊκού νεο-φιλελευθερισμού, πολιτική, ένεκα του Brexit, και πολιτισμική, κυρίως εδώ εξ αιτίας του προσφυγικού), μοιάζει να έχει επαναφέρει στην ατζέντα των ευρωπαίων την αίσθηση του ζητούμενου «κοινού πεπρωμένου», που η υπηρέτηση και η προαγωγή του σκοπού του διαμορφώνει τις εσωτερικές πολιτικές συντεταγμένες ανά χώρα.

Ένα τρίτο σημείο είναι η συγκυρία! Με την ακροδεξιά προοπτική ενός ενισχυόμενου νεο-ολοκληρωτισμού να αφορά πλέον πρωταρχικά στον δημόσιο διάλογο γενικώς, όχι ως  επαπειλούμενη δυνατότητα, αλλά ως εφαρμοσμένη πολιτική πραγματικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις (το εργασιακό δίκαιο στην Αυστρία, ο Ορμπάν στην Ουγγαρία και η εμπεδωμένη σύμπραξη  δεξιάς-ακροδεξιάς στην Ισπανία και την Ελλάδα, είναι μερικές απ’ αυτές), ορίζεται και ο επείγων χαρακτήρας του εγχειρήματος της «Γέφυρας». Μ’ άλλα λόγια, όσοι επιθυμούμε την αντιστροφή αυτής της πορείας ενδυνάμωσης των ακροδεξιών ως του δυνητικού πολιτικού μέλλοντός μας, αν είναι να ενεργοποιηθούμε για να το αποτρέψουμε, πρέπει να το κάνουμε τώρα!

Στο σημείο, μάλιστα, αυτό αναδύεται προδήλως και το πόσο αντίρροπη με την προσπάθεια ανακοπής του νεο-ολοκληρωτικού πολιτικού φαινομένου είναι η ανερμάτιστη προσπάθεια να περιγραφούν ως δήθεν τμήμα της ακροδεξιάς απειλής, δυνάμεις που σαφέστατα όχι μόνο δεν έχουν σχέση με την ακροδεξιά, αλλά, αντιθέτως, εκ των πραγμάτων είναι κεντρικές συνιστώσες της κίνησης αποτροπής της.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα βοά, καθώς η απόπειρα να εμφανιστεί  ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως «κάτι δεξιό-ακροδεξιό», και με μόνο λόγο-κίνητρο για τον παραλογισμό αυτόν την προγραμματική και ιστορική αποδιάρθρωση του σοσιαλδημοκρατικού πόλου, που ανεπιτυχώς επιχειρεί να «πάρει κεφάλι» στον κεντρώο πολιτικό χώρο, αντί να εκτοπίζει το κυβερνών κόμμα από την πρωτοκαθεδρία του σκοπού αποτροπής της ακροδεξιάς, λειτουργεί εκ του πρακτικού αποτελέσματός της ενδυναμώνοντας τον αντίπαλο. Δεν μπορεί, δηλαδή, η διακριτή διά γυμνού οφθαλμού σύμπραξη της Ν.Δ. με ακροδεξιούς με ιστορία νεο-ναζιστικών και ανάλογων πολιτικών δραστηριοτήτων να εκτοπίζεται από το να είναι ο μείζων στόχος όσων επιθυμούμε να ηττηθεί αυτή πολιτική, και αίφνης να (επιχειρείται να) παρουσιάζεται …ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως δήθεν ακροδεξιά απειλή!

Τέλος, ένα ακόμη σημείο (υπάρχουν κι άλλα, και θα συζητήσουμε όσο περνάει ο χρόνος) είναι η διάθεση συμβολής σ’ έναν απολύτως αναγκαίο κατά τη γνώμη μου διάλογο για τις ιδέες της πολιτικής αριστεράς στον κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Διάλογο, που δεν εξαντλείται βεβαίως στις ευρωεκλογές, ούτε και τις γενικές εκλογές που θα ακολουθήσουν, αλλά ο ορίζοντάς του εκτείνεται απεριόριστα. Και μάλιστα, διάλογο μακριά από την ημερήσια διάταξη των «τεχνικών διακυβέρνησης», που στην Ελλάδα φαίνεται να επικαθορίζει τη θεματική αυτή, με ευθύνη για τον περιοριστική αυτή προσέγγιση θέασης στα ιστορικά αιτούμενα της αριστεράς, αποκλειστικά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..