Προεκλογική υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ η αποκατάσταση του ήθους της αριστεράς

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

 

Όσο πλησιάζουμε στις ευρωεκλογές και με δεδομένο ότι θα ακολουθήσουν 4 μήνες αργότερα οι γενικές εκλογές, διασαφηνίζεται το πλαίσιο εκκρεμοτήτων που όλα τα κόμματα -ως φορείς λαϊκής εξουσίας- καλούνται να διευθετήσουν στο πεδίο ανταπόκρισής τους σε οφειλόμενα επίπεδα πολιτικού ήθους, για να ανταποκρίνονται στις αρχές και τις ιδεολογίες τους. Πρόκειται για πρόσθετη αναγκαία συνθήκη που έχουν την υποχρέωση όλα τα κόμματα να εξασφαλίζουν για την ποιότητα του δημόσιου βίου μας, πέραν του προγραμματικού λόγου τους, όπου αναγνωρίζεται μάλιστα και πεδίο ανεκτής απόκλισης των προεκλογικών διακηρύξεων των κομμάτων από τις ιδεολογικοπολιτικές αρχές τους, λόγω των εκάστοτε αναγκών προσαρμογής στις επιταγές της συγκυρίας.

Μ’ άλλα λόγια, εκτός από τα προγράμματα, κεντρικό κριτήριο των πολιτών κατά την εξατομικευμένη διαδικασία επιλογής της προτίμησής τους ενώπιον της κάλπης, είναι και η «ποιότητα πολιτικής» που κάθε κόμμα εκπέμπει από την τρέχουσα διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων από μεριάς του, στο επίπεδο ευθύνης που τοποθετείται  το καθένα.

Έχω την εντύπωση ότι για πολίτες αριστερών πεποιθήσεων αυτό το κριτήριο βαραίνει περισσότερο απ’ όσο για συντηρητικούς πολίτες! Νομίζω πως ένας λόγος γι’ αυτό είναι η διαλειμματική σχέση της αριστεράς εδώ και δεκαετίες στον δυτικό κόσμο με τις διαδικασίες διακυβέρνησης. Η ιστορική αποτύπωση των πραγμάτων μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι όλ’ αυτά τα χρόνια ο σχεδόν απαράβατος κανόνας στη δύση ήταν, η πολιτική αριστερά (αν ήταν νόμιμη) να κάθεται στα έδρανα της αντιπολίτευσης. Έτσι, τα κόμματα της αριστεράς έθεταν πάντα ψηλά τον πήχη της «ποιότητας πολιτικής», σε αντίστιξη με τα κόμματα της δεξιάς, που απέκτησαν υψηλή ειδίκευση στα προγράμματα διακυβέρνησης -εκεί, δηλαδή, που η πολιτική αριστερά υστερούσε!

Τα ελάχιστα πολιτικά διαλείμματα διακυβέρνησης από κόμματα της αριστεράς, συνήθως οδήγησαν σε βίαιες πολιτικές ωριμάνσεις τους. Ένα από το κύρια σημεία αυτής της βιαίας ωρίμανσης ήταν η διαχείριση της εξουσίας, η οποία ως γνωστόν «φθείρει και διαφθείρει», κατά το εύστοχο τσιτάτο.

Μια περίπτωση που ανταποκρίνεται στα όσα περιέγραψα ως εδώ ασφαλώς είναι και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.! Θα προσέθετα ότι ιδίως στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συντρέχει αυτό το στοιχείο.

Για δύο λόγους:

α. ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν κόμμα του 3-4% που σε ελάχιστο χρόνο κλήθηκε να κυβερνήσει. Δεν ήταν, δηλαδή, ένα κόμμα που σταδιακά ισχυροποιήθηκε, ώστε να είχε τον χρόνο μερικής έστω προσαρμογής σε νέους πολιτικούς ρόλους αυξημένης ευθύνης, όπως συνέβη στις άλλες περιπτώσεις που στην Ευρώπη κόμμα της πολιτικής αριστεράς κυβέρνησε. (Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ΠΑ.ΣΟ.Κ., παρ’ όλο που επίσης είχε ραγδαία εξέλιξη βαθμιαία από το 13% του 1974, πήγε το 1977 στο 25% και το 1981 στο 48%. Καμιά σχέση με το φαινόμενο απογείωσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από το 4% του 2009 στο 27% του 2012 και το 36% του 2015).

β. ο ΣΥ.ΡΙ.Ζ.Α. ανέλαβε τη διακυβέρνηση  σε συνθήκες κάθε άλλο παρά πολιτικής κανονικότητας, με μεγάλο μέρος του δικαιώματος δημοκρατικής αυτοδιεύθυνσης των υποθέσεων της χώρας να έχει εκχωρηθεί σε όργανα της Ε.Ε., και με την ελληνική κοινωνία ηθικά, συμβολικά και εισοδηματικά καθημαγμένη από την κρίση και τη μέθοδο διαχείρισής της διά της ατυχέστατης επιλογής των μνημονιακών «διασώσεων».

Ό,τι και έχει προηγηθεί, όμως, και για όποιους λόγους και να συνέβη ό,τι συνέβη, μπροστά στην κάλπη, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει την υποχρέωση να δώσει τη μάχη αποκατάστασης του πληγέντος ήθους της αριστεράς -και δη και της ηττημένης στον εμφύλιο ελληνικής αριστεράς. Ήθους, που έχει πληγεί και ένεκα και μόνου του γεγονότος ότι ασκήθηκε κρατική εξουσία αλλά και -κυρίως- από αστοχίες της σημερινής κυβέρνησης στο εν λόγω πεδίο.

[Τα αναλογιζόμουν αυτά πριν λίγες μέρες, όταν ξεφύλλιζα για να ξαναθυμηθώ τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη, την επέτειο της ημερομηνίας γέννησής του. Ο Αναγνωστάκης ως ο «ποιητής της ήττας» κατά μιαν οπτική, με τους στίχους του, από μια άλλη, απογείωσε σε πολύ υψηλά επίπεδα το πολιτικό ήθος της αριστεράς! Ίσως διότι η αφηγηματική αισθητική του για την ήττα δεν υπήρξε προϊόν μιας θλίψης για τη βάρβαρη μεταχείριση των ηττημένων από τους νικητές της δεξιάς, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθύτατης πεποίθησης που αναδύεται από τα ποιήματά του, πως ό,τι είχε ηττηθεί -φευ- ήταν εκείνο που θα ήταν καλύτερο να είχε επιλεγεί για την Ελλάδα. (Και, φυσικά, δεν εν μετράει εδώ τί πολιτικώς ακολούθησε ως ιστορία πια σήμερα, αλλά τί και πως ο ποιητής βίωσε τα γεγονότα του εμφυλίου). Δεν θρήνησε, επομένως, για όσους βασανίστηκαν ο Αναγνωστάκης! Μάλιστα, σε κάποιο βαθμό οι εκτελέσεις, οι δολοφονίες, οι βασανισμοί, οι εξορίες κι όλ’ αυτά, από τους στίχους του αντιμετωπίζονται ως η λογική συνέπεια μιας αναπόφευκτης ιστορικής εξέλιξης, τις συνέπειες της οποίας ο ίδιος στο μέρος που τού αναλογούσε, δηλαδή την ποίηση, ανασκουμπώθηκε για να αντιμετωπίσει. Ο ποιητής, όμως, με τους στίχους του κληρονόμησε έτσι στους Έλληνες αριστερούς που ακολούθησαν το ήθος της πολιτικής υποχρέωσης να δίνουν δίκαιους κοινωνικούς αγώνες, χωρίς ποτέ να  συμβιβάζονται και ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του αγώνα τους, νικητές ή ηττημένοι, να ενεργούν με το ήθος που οφείλουν να υπηρετούν οι ιδέες τους].

Εντοπίζω 3 σημεία, στα οποία, κατόπιν αυτών, οφείλει στο πεδίο αυτό επανόρθωση ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τη διακυβέρνησή του:

1. Τη διαχείριση της εξουσίας εκτός πάσης υποψίας περί του ενδεχόμενου  νομής της, από τα έργα και τις ημέρες του,

2. Το επίπεδο ποιότητας του δημόσιου λόγου του ως κυβέρνηση,

3. Τη συνέπεια στην πολιτική συμμαχιών.

Ασφαλώς -σπεύδω να διευκρινίσω- μεγάλο μέρος των αποδιδόμενων στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αηθειών κατά τη διακυβέρνησή του, είναι απόρροια της έξαλλης αντιπολίτευσης που αντιμετώπισε. Πέραν αυτών, όμως, υπάρχουν και σημεία πραγματικής ενόχλησης για τα έργα και τις ημέρες του.

Ενδεικτικά παραδείγματα, επιλεγμένα από μια έκαστη εκ των 3 κατηγοριών  που εντόπισα:

-Η υποχρέωση εκκαθάρισης δικαστικών εκκρεμοτήτων που αφορούν σε πολιτικά πρόσωπα κυβερνήσεων που προηγήθηκαν, ώστε να εκλείψει κάθε σκιά πολιτικής σκοπιμότητας στον χειρισμό από μεριάς του απολύτως υπαρκτών πολιτικών σκανδάλων,

-Η αλλαγή ύφους και εκφοράς του δημόσιου λόγου ορισμένων κυβερνητικών στελεχών, και

-Η υποκατάσταση της πολιτικά αντικανονικής κυβερνητικής σύμπραξης με τους ΑΝ.ΕΛ., με πολιτική επεξεργασμένων συμμαχιών που υπακούουν σε αρχές.

Πρόκειται για τις ελάχιστες οφειλόμενες παρεμβάσεις, αποκατάστασης ενώπιον των πολιτών της εντύπωσης ότι η αριστερά δεν φέρει ηθικό πλεονέκτημα ασκώντας πολιτική μόνο όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Αντίθετα, είναι η μάχη να παρασχεθεί στους πολίτες η αίσθηση ότι ακριβώς μια πολιτική που υπακούει σε υψηλές απαιτήσεις ως προς την ποιότητα ήθους και την αισθητική εκφορά της μπορεί να είναι παρούσα, κατά τη «βρώμικη» υπόθεση διακυβέρνησης μιας χώρας.

Αυτό θα ήταν μια ιστορική συμβολή της αριστεράς στην εν γένει αντιλαμβανόμενη εντύπωση του τί είναι η πολιτική και πώς ασκείται τις μέρες μας. Αυτό και μόνο να έμενε (αν και υπάρχουν πολλά θετικά από τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) θα αρκούσε θαρρώ για να αποκαταστήσει μεγάλο μέρος του πληγέντος ήθους της αριστεράς.

(Το παρόν δημοσιεύεται και στο blog του γράφοντος www.molyvi.com)