Σχετικά με την προοδευτική σύγκλιση – Σε ποια πολιτικά κοινά απευθύνεται η «Γέφυρα»

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με την αναγγελία συγκρότησης της πρωτοβουλίας πολιτών για τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων «Γέφυρα», εκδηλώθηκε ένας πρώτος γύρος αντιδράσεων από μεριάς πολιτικών και δημοσιογραφικών παραγόντων, καθώς και από μεριάς πολιτών που είτε είναι κομματικά στρατευμένοι είτε γενικώς ενδιαφέρονται για τα δημόσια πράγματα.

Διακρίνω δύο κατηγορίες αντιδράσεων: τις έντονα αρνητικές έως και εχθρικές (προερχόμενες αυτές στη συντριπτική πλειοψηφία τους ακριβώς από διάφορους συγκροτημένους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς χώρους, αλλά και τους κομματικά στρατευμένους πολίτες) και τις κριτικές έως θετικές και ενθουσιώδεις (που στη συντριπτική πλειοψηφία τους, εδώ, προέρχονται από πολίτες που διατηρούν γενικό ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις).

Η διάκριση αυτή, ως προς τις αντιδράσεις, από μόνη της, αποδεικνύει ότι το εγχείρημα υπήρξε αποτελεσματικό σε ό,τι αφορά το πεδίο απεύθυνσης σε κοινά που ενδιαφέρουν τη «Γέφυρα». Τούτο, απορρέει εκ του γεγονότος ότι συντεταγμένες κομματικές ηγεσίες και οι σχετιζόμενοι με αυτές παράγοντες (οπαδοί, κομματικά στελέχη και δημοσιογραφικοί κύκλοι), έσπευσαν να απορρίψουν σε υψηλούς τόνους την πρωτοβουλία, προφανώς διότι έχουν την εντύπωση ότι οι σκοποί της «Γέφυρας» αντιστρατεύονται τους δικούς τους.

Η ένταση των επιθέσεων που δεχτήκαμε όσοι  συμμετέχουμε στη «Γέφυρα», είναι απολύτως ενδεικτική του βαθμού αντιλαμβανόμενης απειλής που αισθάνθηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενοι. Ίσως, μάλιστα, κεντρικό σημείο ερμηνείας αυτού του μεγάλου βαθμού αντιλαμβανόμενης από όλους αυτούς σε βάρος τους απειλής που εκπροσωπούμε, είναι η αμεσότητα και η σημασία του στόχου που πρωταρχικά θέσαμε για την αποτροπή της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης στην Ευρώπη -και φυσικά και στην Ελλάδα. Στόχου, που συνεγείρει πολίτες που συμφωνούν μαζί μας και ανησυχούν όπως κι εμείς για το φαινόμενο μιθριδατικού τύπου ανοχής της κοινωνίας σε φασίζουσες πρακτικές και δεν ικανοποιούνται από την αποτελεσματικότητα αντίδρασης κομματικών ηγεσιών στο δυσoίωνο αυτό φαινόμενο.

Σε αντίστιξη, πολύ ηπιότερες και σκόρπιες αναφορές, εκ μέρους συντεταγμένων κομματικών παρατάξεων που συμφωνούν ή εν πάση περιπτώσει ανέχονται το εγχείρημα της «Γέφυρας» (εν προκειμένω σχεδόν αποκλειστικά προερχόμενες από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), αντιδρώντας έτσι, υποδήλωσαν ότι δεν αισθάνονται να συνιστά απειλή γι’ αυτούς το κάλεσμα κοινής αντίδρασης στην ακροδεξιά.

(Βεβαίως, λογικά εντονότερη ήταν η αντίδραση του ΚΙΝ.ΑΛ., ακριβώς επειδή υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά-κάλεσμά μας στην ηγεσία του να προστρέξει στον σκοπό μας, όπως άλλωστε ανάλογη συγκεκριμένη αναφορά-κάλεσμα διατυπώσαμε και προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.).

Όμως, τελικά, είναι τα κομματικά κοινά εκεί όπου στοχεύει η «Γέφυρα»; Ή, φάνηκε να ήταν έτσι, ακριβώς επειδή οι αντιδράσεις των κομμάτων διαμόρφωσαν αυτήν την εντύπωση;  Και, αν εμείς δεν είχαμε ως κοινά-στόχους μας τους κομματικούς πληθυσμούς, τότε γιατί κάναμε τις συγκεκριμένες αναφορές στο ΚΙΝ.ΑΛ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;

Έχω την εντύπωση (και επιμένω στον προσωπικό τόνο της αναφοράς, διότι εμείς δεν είμαστε κόμμα για να εκφράζουμε θέσεις συλλογικά εγκεκριμένες από κάποιες παραταξιακές διαδικασίες, άλλα ένωση πολιτών που συμπράττουν σε κοινό σκοπό), ότι η «Γέφυρα» δεν απευθύνεται κατ’ ανάγκη -ουδέ καν κατά κύριο λόγο- σε κόμματα και ηγεσίες! Τα κοινά που μας ενδιαφέρουν (αν θα μπορούσαν να αρθρωθούν σε επί μέρους συγκροτήσεις με κριτήριο συνεκτικά βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά) είναι:

α. κεντρώοι και αριστεροί που έχουν παγιδευτεί στην υποτίμηση της σημασίας του να επικρατήσει ο νεο-μητσοτακισμός, ως μέσο για την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς,

β. προοδευτικοί πολίτες που ψήφισαν “ναι” στο δημοψήφισμα και η επιλογή τους αυτή αισθάνονται εσφαλμένα πως τους δεσμεύει ως δήθεν “συνεπής συνέχεια” να στηρίξουν την πολιτική δεξιά, παρ’ ό,τι οι φόβοι που το 2015 τους ώθησαν να επιλέξουν το «ναι» έχουν απολύτως εκλείψει,

γ. «παραδοσιακοί αριστεροί» που κατανοούν ότι εκτός από τον τελικό σκοπό της σοσιαλιστικής μετάβασης υπάρχουν και ενδιάμεσα στάδια -και στην παρούσα φάση επείγει η ανακοπή ενίσχυσης των απόψεων του νεο-ολοκληρωτισμού, και

δ. κοινωνικά κινήματα (περιβάλλον, ατομικά δικαιώματα κ.λπ.) που μπορούν να συμβάλλουν στον ίδιο σκοπό.

Όμως, αν αυτά τα κοινά μας ενδιαφέρουν, γιατί, τότε, η συγκεκριμένη αναφορά στο ΚΙΝ.ΑΛ.; Απάντηση: Απλούστατα διότι όσοι συμμετέχουμε στη «Γέφυρα», νομίζω όλοι, διακρίνουμε ότι επικεντρώνεται εκεί η σχεδιασμένη από συγκεκριμένους συντηρητικούς κύκλους (πολιτικούς, μιντιακούς κ.λπ.)  προσπάθεια να συγκρατηθούν δυνάμεις, για να αξιοποιηθούν σε δεύτερη φάση μετεκλογικά, σε διεργασίες που αντικειμενικά πολιτικά νομιμοποιούν (με οποιαδήποτε τεκμηρίωση επικαλούνται) την ανοχή στην πολιτική δεξιά (ή, ακόμη και τη συνεργασία μαζί της), παρ’ ό,τι προφανέστατα η ενίσχυση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα περνάει ακριβώς μέσα από την ενίσχυση της Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πόθεν δικαιούμαστε να το διακρίνουμε αυτό όσοι συμμετέχουμε στη «Γέφυρα»; Μα, κυρίως, εκ των λίαν αρνητικών αντιδράσεων κατά της πρωτοβουλίας μας, από μέρους κύκλων που συστηματικά συμβάλλουν στη μεθόδευση να γίνει ανεκτή στα εγχώρια πολιτικά κοινά η ενίσχυση της ακροδεξιάς, διά της νεοδημοκρατικής και νεο-μητσοτακικής «διόδου».

Υπ’ αυτήν την οπτική, όχι μόνο δεν αφορά στη «Γέφυρα» ένας ιδιότυπος «εισοδισμός» που μας καταλογίζεται ως υποδόρια σκοπιμότητα, αλλά, αντίθετα, η ενίσχυση κομμάτων και παρατάξεων που μπορούν να έχουν συμβολή στην αποτροπή επικράτησης της πολιτικής δεξιάς και τη μέσω αυτής ενδυνάμωση των νεο-ολοκληρωτισμών  που αναδύονται από τον ακροδεξιό λόγο και τις πρακτικές, θεωρείται θετική εξέλιξη.

Τέλος, επειδή μέρος της απορριπτικής για την πρωτοβουλία που αναλάβαμε φρασεολογίας, εδράζεται σε αποδιδόμενους σε μας σκοπούς δήθεν εξαντλούμενους σε προεκλογικές σκοπιμότητες, τονίζεται ότι η «Γέφυρα» εξ ιδρυτικών διακηρύξεων θεωρεί ότι ο εκ των θεμελιωδών σκοπών μας στόχος αποτροπής της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης, δεν λήγει με τις ευρωεκλογές ή τις γενικές εκλογές. Αντίθετα, ο αγώνας μας αυτός παρατείνεται ως αντίδραση στο σύμπτωμα μιας πολιτικής περιόδου που με συντηρητικό πρόσημο προηγήθηκε στην Ε.Ε. και αφήνει πίσω της τα ίχνη εξαιρετικά ανησυχητικών συνεπειών για το περιεχόμενο και τη δημοκρατική ποιότητα του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, όπως αποδεικνύεται από τη σημερινή τάση ενίσχυσης της ακροδεξιάς.