Συνέδριο ΚΙΝΑΛ: Το οριστικό τέλος του ΠΑΣΟΚ (Μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί τι συμβαίνει στην πραγματικότητα με το ΚΙΝΑΛ)

Με το συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ., τυπικά ολοκληρώθηκε -αν και μεγάλη καθυστέρηση και τεράστιες ενδοπαραταξιακές δημοκρατικές αβαρίες,- η διεργασία συγκρότησης ενός νέου κόμματος και η οριστική μετάβαση από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σ’ έναν άλλο πολιτικό σχηματισμό.

Το όλο θέμα δεν θα είχε άλλο πολιτικό ενδιαφέρον, πέραν της ίδιας αυτής της διεργασίας ως τρέχουσας πολιτικής εξέλιξης, αν δεν συνέτρεχαν δύο παράλληλες συνθήκες:

1. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ήταν ένα απλό κόμμα της μεταπολίτευσης, αλλά η παράταξη που επικαθόρισε δεσμευτικά τη χώρα, σ’ όλα τα επίπεδα (δημοκρατική ωρίμανση, πολιτικός εκδημοκρατισμός, θεσμική συγκρότηση, προοδευτική αναδόμηση της ελληνικής οικονομίας, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τεράστια βήματα στις μικροκλίμακες των ατομικών δικαιωμάτων, νέα πολιτιστική ταυτότητα κ.α.), για τη μετάβαση στον 21ο αιώνα, υπό καλύτερους για την Ελλάδα όρους, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και γενικότερα διεθνών συσχετισμών δύναμης, εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία της.

2. Το τέλος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συμπίπτει (αν δεν ήταν εκείνο που πρώτο προανήγγειλε) την πανταχόθεν παραδεδεγμένη πλέον βαθύτατη ιδεολογική κρίση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και, επομένως, η εξάχνωση της πάλαι ποτέ κραταιάς παράταξης στην Ελλάδα προσελκύει πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον και έχει ευρύτερες συνέπειες στους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων στην Ε.Ε..

Κάτω απ’ αυτές τις δύο συνθήκες, η διεργασία «εγκατάλειψης» του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (πέραν των πρακτικών και καθόλου ιδεολογικοπολιτικών λόγων που επίσης συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή) δεν έχει έρθει ανώδυνα. Η ταυτοτική παραταξιακή καταγραφή και η συλλογική πρόσληψη του Κινήματος, ως δεδομένης ηγέτιδας δύναμης στο πολιτικό σκηνικό, επηρέασε και ακόμη επηρεάζει το ΚΙΝ.ΑΛ.. Η ματιά αυτή, εξηγεί πλήρως τον παρόντα «μικρο-μεγαλισμό» του σχήματος, του οποίου ο δημόσιος λόγος, αντί να ανταποκρίνεται και να αφορά στη σημερινή περιθωριακή επιρροή του (δηλαδή, να προσδιορίζει ως βασικό πρόταγμά του την πολιτική συμμαχιών), «τσαλαβουτάει» σε μεγαλοστομίες του τύπου «εμείς θα εγγυηθούμε…» (κάτι, ο,τιδήποτε, π.χ. την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας), αντί μιας ρεαλιστικής προσέγγισης (που θα νοηματοδοτούσε ισχυρά και έναν νέο πολιτικό ρόλο του, αποκαθιστώντας την πειθώ που θα εξέπεμπε σε όποια κοινά απευθύνεται).

Σ’ αυτό το σημείο, ο Β. Βενιζέλος υπήρξε πολύ πιο ρεαλιστής από την επίγονό του ως διαχειριστής της συνέχειας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όταν επί προεδρίας του προσδιόριζε τον στρατηγικό πολιτικό ρόλο του Κινήματος από ‘δω και πέρα ως «ρυθμιστή του πολιτεύματος». Δηλαδή, μια παρεμβατική πολιτική παράταξη, που δεν θα ήταν εκείνη που θα έδινε τον τόνο για την επόμενη περίοδο της Ελλάδας (δεν θα το μπορούσε άλλωστε), αλλά ως αναγκαία προστιθέμενη πολιτική συνισταμένη και μόνο θα έκρινε που θα έγερνε η «πολιτική ζυγαριά». Ανεξαρτήτως της «φυσικής» και από τις εξελίξεις εν πολλοίς επιβαλλόμενης ροπής του Β. Βενιζέλου προς την πολιτική δεξιά, σ’ αυτό το σημείο η προεδρία Βενιζέλου στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. (σε ό,τι αφορά το ζήτημα τί είναι και τί θα κάνει η παράταξη κατά τη μετα-ΠΑΣΟΚ-ική εποχή της) υπήρξε πολύ πιο ειλικρινής από την προεδρία Γεννηματά. Και τούτο, πέραν του ότι η δεξιά στροφή που είχε προηγηθεί επί Σημίτη και επικύρωσε ο Β. Βενιζέλος με την ολέθρια για την παράταξη και τη χώρα συνεργασία με τον Αντ. Σαμαρά, αποσάθρωσαν την παραταξιακή βάση, που για ιστορικούς λόγους είχε αριστερά καταγωγή.

Βεβαίως, της περιόδου Βενιζέλου είχαν προηγηθεί ακόμη δύο «ενδιάμεσες» μετα-ΠΑΣΟΚ-ικές εποχές, η μία του Κώστα Σημίτη και η άλλη του Γιώργου Παπανδρέου. Στην πρώτη επιχειρήθηκε -και εν πολλοίς με επιτυχία- η μεγάλη στροφή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προς τα δεξιά, και στη δεύτερη, η απόπειρα αποκατάστασης -έστω μερικής- της ιδεολογικοπολιτικής «ψυχής» του Κινήματος, κατέληξε σε τραγωδία, τόσο λόγω των πολιτικών ανεπαρκειών του Γ. Παπαδρέου, όσο -και κυρίως- λόγω του πτωχευτικού περιστατικού, που άλλαξε την κατάσταση στην πατρίδα μας και οδήγησε στη μνημονιακή εκτροπή 2010-2018.

Η επέλευση της Φώφης Γεννηματά στην ηγεσία, αντιμετωπίστηκε από πολλούς (κι εγώ ανάμεσά τους) ως η τελευταία ευκαιρία για το ΠΑ.ΣΟ.Κ.! Όχι για την επιστροφή του στο ένδοξο παρελθόν (αυτό νομίζω πως είχε ήδη κριθεί και χαθεί ως ενδεχόμενη εξέλιξη, ήδη από το 2011-2012 και κατόπιν στη συγκυβέρνηση με τον Αντώνη Σαμαρά, με εναρκτήριο περιστατικό των πραγμάτων, συμβολικά και πρακτικά, την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου), αλλά για τη στοιχειώδη αποκατάσταση των αναγκαίων ιδεολογικοπολιτικών και ιστορικών στοιχείων από τη γνήσια περίοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που θα μπορούσαν να καταστούν η βάση για ένα «νέο  ΠΑ.ΣΟ.Κ.». Ένα ΠΑ.ΣΟ.Κ. περιορισμένης επιρροής σε πρώτη φάση και ίσως μεταγενέστερα περισσότερο ενισχυμένο, ως ένας χρήσιμος πόλος της αριστεράς και προοδευτικής πολιτικής παράταξης, που χρειάζεται η Ελλάδα στον 21ο αιώνα, σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο.

Η αποτυχία της προεδρίας Γεννηματά, κατόπιν αυτών, δεν σηματοδοτείται από την αδυναμία να γίνει και πάλι ό,τι απέμεινε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ένα «μεγάλο κόμμα»! (…και δεν το περίμενε αυτό και κανένας σώφρων κομματικός παράγων, δεδομένων των ορίων της προέδρου. Άλλωστε, αυτό, όπως είπα, είχε ήδη κριθεί από την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού της παράταξης, Γιώργου Παπανδρέου, από τη δεξιά πτέρυγα). Η αποτυχία της προεδρίας Γεννηματά έγκειται, λοιπόν, στην αδυναμία της να εμφανίσει πολιτικά προοδευτικό πειστικό αντίλογο για την πολιτική συνέχεια των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., απαντώντας στην πρόταση της δεξιάς παραταξιακής πτέρυγας, για ένα κόμμα «ρυθμιστή του πολιτεύματος» (κατά τη βενιζελική λεκτική), όπως ανέφερα πιο πάνω, η οποία οδηγεί στην αγκαλιά του νεο-μητσοτακισμού. Η σημερινή πρόεδρος, επίσης, εκτός από την αδυναμία της να φέρει μια εναλλακτική προοδευτική προοπτική για εναπομένουσα παράταξη, αναλώθηκε σε έωλες και δημοσκοπικών περισσότερο σκοπιμοτήτων συνεργασίες με σαθρά σχήματα, αντί να αποκαταστήσει την «προοδευτική κανονικότητα» που -παρ’ όλ’ αυτά- εξακολουθεί να είναι ζητούμενο στο ΚΙΝ.ΑΛ., αν και παγιδευμένο στις δεξιές δουλείες μιας ισχυρής ομάδας στο εσωτερικό του.

Tις για τόσο καιρό σκληρές αλλά δίκαιες κριτικές προοδευτικές φωνές που βρίσκονταν σε διαδικασία αποστασιοποίησης από το ΚΙΝ.ΑΛ., οι οποίες διαπίστωναν εμμονές σε δεξιές πρακτικές που αντικειμενικά ευνοούν τον νεο-μητσοτακισμό, η προεδρία Γεννηματά αντιμετώπισε ως δήθεν εχθρικές για την ίδια και την παράταξη, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι την ευνοούσαν και αποφεύγοντας να τις αξιοποιήσει στις ενδοπαραταξιακές εξελίξεις, για να αποκρούσει και να αποκηρύξει την καθαρή προσχώρηση στη δεξιά πολιτική κατά τη συγκυβέρνηση με τον Σαμαρά. (Είναι περίπου η ίδια στάση με την σκαιά καθύβριση από το ΚΙΝ.ΑΛ. και καθ’ υποκίνηση της δεξιάς πτέρυγάς του, ευρέων πολιτικών κοινών που απομακρύνθηκαν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την περίοδο 2010-2014 και στράφηκαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως δήθεν «εξαγορασμένων ψηφοφόρων». Και τούτο, στο πλαίσιο μιας πολιτικά ακατανόητης αντίληψης περί κάποιων πρακτικών ανταλλαγμάτων που δήθεν λαμβάνουν όσοι πολίτες εγκατέλειψαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και εστράφησαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Φυσικά, για τους δεξιούς του ΚΙΝ.ΑΛ. όλοι αυτοί οι πολίτες δεν ενδιαφέρουν, απλούστατα διότι -όπως εξήγησα πιο πριν- το μικρό κόμμα «ρυθμιστής του πολιτεύματος», ως στρατηγική παραταξιακή επιλογή για να εξασφαλιστεί το πολιτικό περιβάλλον που θα επιβάλλει τη συνεργασία με τον νεο-μητσοτακισμό, δεν τους χρειάζεται. Αντίθετα, αυτή η παραταξιακή στρατηγική βενιζελικής κοπής, προκρίνει μικρό σχήμα για να είναι ευκολότερα ελέγξιμο. Για μια ηγεσία, όμως, άξια της ιστορίας και των παραδόσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τέτοια αντιμετώπιση πρώην ψηφοφόρων σου, όχι μόνο είναι παραταξιακά αυτοκαταστροφική, αλλά παράλληλα αντίκειται και στο ήθος της σχέσης του Κινήματος με τις λαϊκές δυνάμεις, όπως αυτές διατάσσονται στην ταξική και συνεπάγωγα πολιτική συγκρότηση του δημόσιου βίου μας).

Σε τέτοιες συνθήκες η προεδρία Γεννηματά, αντί να οργανώσει την πολιτικά προοδευτική  επανεξισορρόπηση του σχήματος που απομένει από τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., παγιδεύτηκε στο γνωστό άγονο σχέδιο περί «στρατηγικής ήττας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.». Δηλαδή, εμπλοκή του ΚΙΝ.ΑΛ. σε μια προκαταβολικά ηττημένη και χωρίς αύριο αντιπαράθεση, ενώ εκείνο που θα νοηματοδοτούσε το υπαρξιακό reason why του σχήματος, επαναπροσεγγίζοντας χαμένα κοινά του και καθιστώντας το μετρήσιμο παράγοντα στο σκηνικό όπως έχει διαμορφωθεί πλέον σήμερα, θα ήταν μια στρατηγική διασφάλισης της προοδευτικής συνέχειας για την Ελλάδα. Κι αυτό θα εξασφαλιζόταν με προγραμματικές αναφορές απόκρουσης της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης που κομίζει η σημερινή Ν.Δ., με πολιτικές αποτροπής του σεναρίου επικράτησης του νεο-μητσοτακισμού και ρεβανσιστικής επιστροφής των παραγόντων  διακυβέρνησης 2012-2014 και με διαμόρφωση επεξεργασμένης πολιτικής συμμαχιών. Έτσι, θα επαναπροσεγγίζονταν πολιτικά κοινά που εξεδίωξε σκαιώς η μνημονιακή περίοδος και η βενιζελική πολιτική.

Αντ’ αυτών, ο έκδηλης αμηχανίας και ανεδαφικός στόχος του ΚΙΝ.ΑΛ. (που είναι πια απόφαση συνεδρίου)  να νικήσει «με ένα χτύπημα» ταυτοχρόνως  και τη Ν.Δ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και η όψιμη απόπειρα της προεδρίας Γεννηματά να ισορροπήσει στοιχειωδώς το ΚΙΝ.ΑΛ. στην πολιτική των «ίσων  αποστάσεων» από τον Ν.Δ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (σ’ έναν σημερινό «διμέτωπο», που στο σημερινό σκηνικό μόνο με πολιτική κωμωδία  προσομοιάζει, συγκρινόμενος με τις συνθήκες του μετεμφυλιακού σκηνικού και την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου), που δεν αποτελούν ρεαλιστική και βιώσιμη πολιτική γραμμή. Κι ακόμη, η προοδευτική πολιτική αφωνία της προεδρίας Γεννηματά, ενώ η απόκρουση της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης αντικειμενικά θέτει  τα πολιτικά προτάγματα της σημερινής αριστεράς στην Ελλάδα κι όλον τον κόσμο, αφαιρεί δυνάμεις και δυνατότητες από την πραγματική ευκαιρία της Ελλάδας να σταθεροποιηθεί στην ομάδα χωρών της Ε.Ε. όπου η προοδευτική παράταξη έχει τον πρώτο λόγο, αντί της βύθισης σ’ ένα ακόμη δεξιό γύρο, με τη σύμπραξη  ακροδεξιών δυνάμεων που σήμερα συνδιοικούν τη Ν.Δ…

Αυτές τις ευκαιρίες έχασε η προεδρία Γεννηματά και, φυσικά, με την παγίωση του πολιτικού positioning του ΚΙΝ.ΑΛ. σε κεντροδεξιό προσανατολισμό, επήλθαν οι σηπτικές συνέπειες του αδιεξόδου, με τις αποχωρήσεις σχημάτων και προσώπων και τις απολύτως ανερμάτιστες τεκμηριώσεις ότι «ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι δεξιά και γι’ αυτό δεν συνεργαζόμαστε μαζί του» και την «ελαφρά» θέση ότι στόχος του ΚΙΝ.ΑΛ. σήμερα είναι τις επικείμενες εκλογές, ευρωπαϊκές και εθνικές, να τις κερδίσει εκείνο και να ορίσει την ατζέντα. Προσεγγίσεις,  που προκαλούν μάλλον θυμηδία στα ελληνικά και ευρωπαϊκά κοινά, παρά προσλαμβάνονται ως θέσεις σοβαρού κόμματος.

Η προεδρία Γεννηματά, πολύ αργά φαίνεται να κατενόησε ότι η προτιμησιακή αντιπαλότητα προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην εκφορά του πολιτικού λόγου της, όχι μόνο δεν προσείλκυσε κοινά στην παράταξη, αλλ’, αντίθετα, ατύπως έστειλε κόσμο της στον νεο-μητσοτακισμό. Η όψιμη προσπάθεια να ανακοπούν αυτές οι απώλειες, εκδηλώθηκε εσχάτως με δύο τρόπους: α. την καθυστερημένη προσέγγιση με τον Γιώργο Παπανδρέου, που εξ αρχής ήταν ο φυσικός σύμμαχός της προεδρίας Γεννηματά, αλλά εκείνη τον αγνόησε για πολύ καιρό, και β. την απόπειρα «να ακουστεί» περισσότερο ότι το ΚΙΝ.ΑΛ. αρνείται τη μετεκλογική συνεργασία με τη Ν.Δ.. Αυτά προσπαθήθηκε να «περάσουν» στο τελευταίο συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ.. Κι πράγματι αυτά «πέρασαν», αν και απομένει το σημαντικό μέρος των πραγμάτων να συμβεί, δηλαδή να δοκιμαστούν όλ’ αυτά στην πράξη, ενώ τα πάντα δείχνουν ότι πια είναι μάλλον αργά για την προοδευτική επανατοποθέτηση του πολιτικού positioning του ΚΙΝ.ΑΛ. σε προεκλογικές συνθήκες και η κοινή γνώμη δύσκολα θα πειστεί να αλλάξει γνώμη και να θεωρήσει στη συνέχεια το εν λόγω κομματικό σχήμα κάτι άλλο, από μια δυνάμει κυβερνητική αποσκευή του νεο-μητσοτακισμού.

Έτσι, από το συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ. αυτό που απομένει, ως το ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμά του, δεν είναι άλλο από τον βαθύτατο παραταξιακό διχασμό, ανάμεσα στη δεξιά και την προοδευτική πτέρυγά του! Η ίδια η διένεξη που εκδηλώνεται από τις πρώτες κιόλας μετασυνδριακές μέρες, με τη δεξιά πτέρυγα να εντείνει τις πιέσεις για προεκλογικές δεσμεύσεις συνεργασίας με τη Ν.Δ. (στο πλαίσιο της γνωστής δεξιάς αφήγησης περί «σωτηρίας» της χώρας, ώστε να αποφευχθούν και δεύτερες εκλογές -που, υπενθυμίζεται,  αυτές θα γίνουν με απλή αναλογική, κηδεύοντας το όνειρο του νεο-μητσοτακισμού να «αρπάξει» την εξουσία, εξαπατώντας την προοδευτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού), ορίζει το παρόν σκηνικό στο εσωτερικό του ΚΙΝ.ΑΛ.. Οι δεξιοί του σχήματος -μη γελιέται κανένας- θα δώσουν μια τελευταία μάχη για να παγιδευτεί η ηγεσία Γεννηματά στη μετεκλογική συνεργασία με τον νεο-μητσοτακισμό. Αν δεν το πετύχουν, θα αναχωρήσουν πλησίστιοι προς τη δεξιά-ακροδεξιά.

Δυστυχώς η προεδρία Γεννηματά, αντί για τη λύτρωση μιας παράταξης που βίωσε τη σχιζοφρενή πολιτική πραγματικότητα, αν και με προοδευτική παράδοση και ιστορία, να υπηρετεί τη δεξιά, οδήγησε σε μια διαφαινόμενη ως αναπόφευκτη νέα ήττα. Η έκτασή της είναι το μόνο που απομένει να οριστεί.