Πως η Ελλάδα χειρίζεται την αποπληρωμή των δανείων προς το ΔΝΤ

Ειδικού συνεργάτη

Με την αναμενόμενη και τυπική αίτηση της Ελλάδας προς το ΔΝΤ για αποπληρωμή δανεισμού προς τη χώρα μας, που παραχωρήθηκε στο πλαίσιο των μνημονίων, ολοκληρώνεται ο πρώτος γύρος αυτής της υπόθεσης, ο οποίος εξοικονομεί για μας μερικές εκατοντάδες εκατ. δολ. από το εξωτερικό χρέος. Εξ ίσου αναμενόμενη είναι και η προαναγγελθείσα θετική αντίδραση του ΔΝΤ στο ελληνικό αίτημα και για τον λόγο αυτό η δουλειά θα πρέπει  να θεωρείται «τελειωμένη».

Έγκυρες πηγές από τις Βρυξέλλες αναφέρουν ότι ήδη έχει παρασχεθεί η άτυπη διαβεβαίωση του ESM προς το ΔΝΤ, ότι προτίθεται εγγυοδοτικά να καταστεί αντικριστής του εναπομένοντος ελληνικού χρέους προς το ΔΝΤ (τυπική υποκατάσταση σημερινών εγγυητικών χρεωγράφων με καινούρια και για τα μειωμένα ποσά οφειλών), όσο απομείνει μετά την πρόωρη εξαγορά μέρους του, που θα δρομολογήσει η αίτηση της Ελλάδας που αναφέρθηκε στην αρχή. Οι ίδιες πηγές επιβεβαιώνουν ότι το τρίγωνο Αθήνα-ΔΝΤ- ESM βρίσκεται σε πλήρη συντονιστική ετοιμότητα, ώστε όλα να τελειώσουν το συντομότερο δυνατό.

Επίσης, οι ίδιες πηγές αναφέρουν -αντιθέτως με όσα γράφτηκαν σε μερίδα του ελληνικού Τύπου- ότι ουδέποτε υπήρξε παρέμβαση της Γερμανίας και της Ολλανδίας με σκοπό να παραταθεί η άκαμπτη εποπτική ανάμιξη του ΔΝΤ στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, επειδή οι δύο χώρες δήθεν ανησύχησαν για την τυχόν αποστασιοποίηση της Ελλάδας από τη μεταρρυθμιστική ατζέντα, όπως γράφτηκε σε μερικά ελληνικά sites και εφημερίδες. Επί πλέον, όπως αναφέρθηκε, δεν είναι ελληνικό αίτημα η σκέψη πλήρους αποπληρωμής του ελληνικού χρέους προς το ΔΝΤ, αίτημα το οποίο δήθεν απορρίφτηκε μετά από παρέμβαση της Γερμανίας και της Ολλανδίας για να μη χαθεί η εποπτική αρμοδιότητα  του Ταμείου στην ελληνική οικονομία (όπως επίσης γράφτηκε σε μερίδα του ελληνικού Τύπου). Τέτοιο ενδεχόμενο πλήρους αποπληρωμής από την Ελλάδα του συνόλου των οφειλών της προς το ΔΝΤ, δεν είναι αυτή τη στιγμή πρώτη προτεραιότητα για την Αθήνα και μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις θα εξεταζόταν αυτό το σενάριο.

Όπως εξηγούσαν οι ίδιες πηγές, ήδη το ΔΝΤ έχει αποχωρήσει με την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο εποπτική σχέση του με την ελληνική οικονομία (δεν εκταμίευσε μάλιστα ούτε 1 ευρώ για δανεισμό της Ελλάδας καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου μνημονίου). Έτσι, διευκρίνιζαν πάντα οι ίδιες πηγές στις Βρυξέλλες, οι όποιες αναφορές σε εκθέσεις του ΔΝΤ στην ελληνική οικονομία δεν γίνονται στα πλαίσια κάποιας ειδικά εξουσιοδοτημένης εποπτικής αρμοδιότητάς του (όπως συνέβαινε επί μνημονίων), αλλά εντάσσεται στα ίδια πλαίσια με τις αναφορές του Ταμείου σε εκθέσεις του στις οικονομίες όλων των άλλων χωρών-μελών του.

Ελληνικές πηγές προσέθεταν σ’ όλα αυτά ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμεί συνειδητά και προγραμματισμένα την πλήρη αποπληρωμή οφειλών της χώρας προς το ΔΝΤ. Στην παρούσα φάση, τόνιζαν έγκυρες πηγές στην Αθήνα, σκοπός δεν είναι η εμπροσθοβαρής αποπληρωμή μέρους του ελληνικού χρέους (συγκεκριμένα εδώ του χρέους προς το ΔΝΤ), αφού άλλη είναι η σχεδιασμένη στρατηγική χειρισμού των ελληνικών εξωτερικών οφειλών. Αυτό, εξηγούσαν οι ίδιες πηγές,  είναι μια μακροπρόθεσμη υπόθεση που χρειάζεται υπομονή και συνεπή τήρηση των επί πλέον δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι ευρωπαίοι δανειστές μας για απομείωση του ελληνικού χρέους, σε συνδυασμό με την διασφαλισμένη επιστροφή της Ελλάδας στην ανάπτυξη, στόχος που έχει ήδη επιτευχθεί.

Μάλιστα, καμιά βιασύνη πρόωρων αποπληρωμών δεν θα υπήρχε (πέραν του οφέλους για χαμηλότερα επιτόκια στις αποπληρωμές προς το ΔΝΤ) με δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει καλυμμένες αποπληρωμές εξωτερικών δανειακών υποχρεώσεών της ως το 2023, αν δεν ανιχνευόταν ένα ακόμη «παράθυρο ευκαιρίας» να βγει η χώρα μας στις αγορές στο αμέσως προσεχές διάστημα και πριν τις ευρωεκλογές. Ευκαιρία που σχεδιάζεται από την ελληνική κυβέρνηση να αξιοποιηθεί στο ήδη ευνοϊκό περιβάλλον αποκλιμάκωσης των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα στις διεθνείς αγορές, περιβάλλον που θα μπορούσε να καταστεί ακόμη ευνοϊκότερο, αν οι αγορές με την πρόωρη αποπληρωμή μέρους ελληνικών οφειλών προς το ΔΝΤ έβλεπαν τα ήδη θετικά ελληνικά οικονομικά στοιχεία να συμπληρωνόντουσαν με βελτίωση του απόλυτου μεγέθους και της «εξυπηρετησιμότητας» του ελληνικού χρέους.