Πρ. Παυλόπουλος: Να υπερασπιστούμε την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης

(Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκοπίου Παυλοπούλου στο Πανελλήνιο Συνέδριο των Δικηγορικών Συλλόγων, Σέρρες)

Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή συμμετέχοντας σε αυτό το Πανελλήνιο Συνέδριο των Δικηγορικών Συλλόγων το οποίο, σε μιαν εξαιρετικά κρίσιμη μάλιστα περίοδο για την λειτουργία της Δικαιοσύνης και την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, είναι αφιερωμένο στον θεσμικό ρόλο του Δικηγόρου ως Συλλειτουργού της Δικαιοσύνης. Τα αισθήματά μου αυτά απορρέουν από το ότι συμμετέχω στο Συνέδριό σας πρωτίστως βεβαίως υπό την ιδιότητά μου ως Προέδρου της Δημοκρατίας ο οποίος, σύμφωνα με τις κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητες του Ρυθμιστή του Πολιτεύματος, οφείλει να υπερασπίζεται και την Δικαστική Εξουσία κατά την άσκηση του δικαστικού της έργου, κατ’ εξοχήν δε οφείλει να υπερασπίζεται, στο μέτρο που του αναλογεί θεσμικώς, την Ανεξαρτησία -προσωπική και λειτουργική- των Δικαστικών Λειτουργών. Όμως, τα ως άνω αισθήματά μου απορρέουν και από το ότι, επί πολλά έτη και ενεργώς, άσκησα το Δικηγορικό Λειτούργημα, κάτι το οποίο με ακολουθεί και θα με ακολουθεί στο διηνεκές, οιαδήποτε άλλα καθήκοντα και αν ασκώ.

Ο θεσμικός ρόλος του Δικηγόρου -όπως άλλωστε αποδεικνύει η μακρά ιστορία του Δικηγορικού Λειτουργήματος στην Χώρα μας, αλλά και σε κάθε Χώρα που εφαρμόζει πιστώς το σύστημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- προσδιορίζεται από την ίδια την Έννομη Τάξη, η οποία έχει ως θεμέλιο το Σύνταγμα.

Α. Όπως ήδη εξέθεσα, ο ρόλος αυτός καθιστά τον Δικηγόρο Συλλειτουργό της Δικαιοσύνης. Με άλλες λέξεις, η θεσμική θεμελίωση αλλά και η συνακόλουθη θεσμική καταξίωση του Δικηγόρου κατάγεται από την -σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις που θεσπίζονται και με την σύμπραξη των Δικηγορικών Συλλόγων ως Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου- συμμετοχή του Δικηγόρου στην απονομή της Δικαιοσύνης από τα έχοντα κάθε φορά την σχετική δικαιοδοσία όργανα της Δικαστικής Εξουσίας.

Β. Βεβαίως, η συμμετοχή αυτή εκ μέρους του Δικηγόρου δεν βρίσκεται, αυτονοήτως, στο ίδιο ακριβώς επίπεδο μ’ εκείνο, στο οποίο το Σύνταγμα και η εκτελεστική του νομοθεσία τοποθετούν τα έχοντα αμιγώς δικαιοδοτικά καθήκοντα όργανα της Δικαστικής Εξουσίας. Τούτο συνάγεται εκ του ότι:

1. Τα μεν όργανα της Δικαστικής Εξουσίας, οι stricto sensu Λειτουργοί της Δικαιοσύνης, εξοπλισμένοι θεσμικώς με την «ασπίδα» και το «δόρυ» της Προσωπικής και Λειτουργικής Ανεξαρτησίας, έχουν ως αποστολή την έκδοση των, lato sensu, δικαστικών αποφάσεων και, κατά τούτο, την επίλυση -εφαρμόζοντας κατά νόμο και κατά περίπτωση το ανακριτικό ή το συζητητικό σύστημα- των δικαστικών διαφορών που άγονται ενώπιόν τους.

2. Ο δε Δικηγόρος, ως εντολοδόχος του εκάστοτε εντολέα του, φυσικού ή νομικού προσώπου, οφείλει να υπερασπίζεται τα δικαιώματα και έννομα συμφέροντά του. Όμως οι κανόνες δικαίου, τους οποίους καταστρώνει in concreto η Έννομη Τάξη και οι οποίοι διέπουν την διεξαγωγή της Δίκης -υφ’ οιανδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται στην πράξη ως sui generis έννομη σχέση- θέτουν όρια στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Όρια, τα οποία επιβάλλουν στον Δικηγόρο να μην ασκεί τα καθήκοντά του με τρόπο ώστε να παρεμβάλλονται εμπόδια στην απονομή της Δικαιοσύνης εκ μέρους των Δικαστικών Λειτουργών. Με άλλες λέξεις ο Δικηγόρος, και κατά την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων του εντολέα του, συμμετέχει στην έννομη σχέση της Δίκης ως θεσμικός παράγων έκδοσης της δικαστικής απόφασης, όπως αρμόζει στα βασικά, κατά το Σύνταγμα και την Έννομη Τάξη, προτάγματα απονομής της Δικαιοσύνης και ευόδωσης του δικαστικού έργου των Δικαστικών Λειτουργών.

3. Αυτό είναι το πλαίσιο, εντός του οποίου νοείται, θεσμικώς και κανονιστικώς, ο ρόλος του Δικηγόρου ως Συλλειτουργού της Δικαιοσύνης. Και κατά τούτο, ο Δικαστής και ο Δικηγόρος δεν απολαύουν των ίδιων εγγυήσεων ανεξαρτησίας κατά την απονομή της Δικαιοσύνης, πλην όμως αυτό δεν θέτει σε ήσσονα μοίρα την σημασία του Δικηγόρου ως παράγοντα της Δίκης και ως συμπράττοντος στην απονομή της Δικαιοσύνης. Ας μην ξεχνάμε ότι, δίχως τον θεσμό του Δικηγόρου, δεν νοείται απονομή της Δικαιοσύνης υπό όρους γνήσιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, της οποία θεμελιώδης πυλώνας είναι η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και, εντός αυτής, ιδίως η αρχή της in globo Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών.

II. Τα όσα εξέθεσα ως προς τον θεσμικό ρόλο του Δικηγόρου ως Συλλειτουργού της Δικαιοσύνης εξηγούν και το γιατί αναγκαία συνέπεια αυτής της ιδιότητας του Δικηγόρου είναι ο σεβασμός και η υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ιδίως υπό τη μορφή της Προσωπικής και Λειτουργικής Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών. Πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι εξίσου οι Λειτουργοί της Δικαιοσύνης οφείλουν να σέβονται την κατά την Έννομη Τάξη ανεξαρτησία του Δικηγόρου, ως προς τον χειρισμό των ενώπιον της Δικαιοσύνης αγομένων υποθέσεων, που σχετίζονται με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων του εκάστοτε εντολέα του.

Α. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περισσότερο ως προς το ότι προέχει, κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, ο εκ μέρους του Δικηγόρου σεβασμός της Λειτουργικής Ανεξαρτησίας του Δικαστικού Λειτουργού. Ήτοι ο σεβασμός του δικαιοδοτικού έργου του Δικαστικού Λειτουργού, αφού η Δίκη -παράγων της οποίας, κατά τα όσα εξέθεσα, είναι ο Δικηγόρος- νοείται θεσμικώς μόνον ως sui generis έννομη σχέση, η οποία έχει ως αποκλειστική αποστολή την κατά την Αρχή της Νομιμότητας επίλυση των δικαστικών διαφορών και την επέκεινα ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και ο ρόλος του Δικηγόρου ως Συλλειτουργού της Δικαιοσύνης αποκλείει, εκ προοιμίου, κάθε μορφή επιχείρησης άμεσου ή έστω και έμμεσου επηρεασμού του δικάζοντος Δικαστή, στο πλαίσιο της Δίκης στην οποία παρίσταται ο Δικηγόρος. Και ο πραγματικός Δικηγόρος, αυτός που τιμά την αποστολή του, πρέπει να εφαρμόζει, αδιαλείπτως, αυτή την αρχή του σεβασμού της Λειτουργικής Ανεξαρτησίας του Δικαστικού Λειτουργού όχι μόνον επειδή την επιβάλλει η Έννομη Τάξη αλλά και επειδή έτσι αντιλαμβάνεται, ειλικρινώς και ενδιαθέτως, τον αξιακό πυρήνα του Δικηγορικού Λειτουργήματος εν γένει.

Β. Εξίσου όμως ο Δικηγόρος, ο Συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, οφείλει να σέβεται και την Προσωπική Ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών. Διότι μόνον όταν γίνεται σεβαστή και αυτή η Ανεξαρτησία, ο Δικαστής μπορεί να αισθάνεται -ιδίως κατά την άνοδό του στην δικαστική ιεραρχία- πραγματικά ανεξάρτητος , αφού το έργο του αξιολογείται αποκλειστικώς και μόνο με βάση την θεσμικώς εγγυημένη Αξιοκρατία και, εν τέλει, Αριστεία. Υπό τα δεδομένα αυτά ο Δικηγόρος, ως Συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, οφείλει να τιμά τον Δικαστή με βάση την απόδοσή του κατά την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, και όχι -κατ’ ουδένα τρόπο- υπό όρους προσωπικού νεποτισμού, ακόμη δε περισσότερο με βάση κριτήρια που σχετίζονται με τα επαγγελματικά του συμφέροντα.

Από τα όσα επισήμανα, ως προς την ουσία και τους θεσμικούς συμβολισμούς του ρόλου του Δικηγόρου ως Συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, συγκρατώ ως κατακλείδα την υποχρέωσή του να υπερασπίζεται, ειλικρινώς και ανιδιοτελώς, την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, άρα την Προσωπική και Λειτουργική Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών. Αυτό οφείλεται στο ότι ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες στον Τόπο μας, η υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ισοδυναμεί με υπεράσπιση της θεμελιώδους αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, επέκεινα δε με υπεράσπιση της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Έχω όμως χρέος, υπό την διπλή ιδιότητα που διευκρίνισα ευθύς εξ αρχής, να επισημάνω ότι τότε μόνον η εκ μέρους των Δικηγόρων υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης θ’ αποβεί πλήρως αποτελεσματική, όταν οι ίδιοι οι Λειτουργοί της Δικαιοσύνης, πρώτοι αυτοί, ενωμένοι και αποφασισμένοι, θα θωρακίζουν, «όκωσπερ τείχεος», την θεσμική εγγύηση της Ανεξαρτησίας τους, την οποία κατοχυρώνει το Σύνταγμα ως το πιο εμβληματικό «όπλο» για την υπηρέτηση της δικαιοδοτικής του αποστολής, υπό όρους ασυμβίβαστου σεβασμού του Κράτους Δικαίου, της Αρχής της Νομιμότητας και της Δικαιοσύνης.