Η Ισπανία, η ελπίδα και η απειλή

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Τα επίχειρα της επιλογής «καλοπιάσματος» της ακροδεξιάς σ’ ολόκληρη την Ευρώπη φαίνεται πως αρχίζουν να πληρώνουν τα συντηρητικά κόμματα στις χώρες-μέλη της ΕΕ, όπως προκύπτει από το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ισπανία. Απ’ αυτήν την οπτική, πρόκειται για ένα ιστορικό εκλογικό αποτέλεσμα, με συνέπειες πολύ ευρύτερες απ’ ό,τι η επιβεβαίωση της αισιόδοξης αίσθησης ότι το μέλλον της ηπείρου μας έχει αριστερό πρόσημο και αν είναι να ενεργοποιηθούν σοβαρές κινήσεις ουσιαστικής και πειστικής αναζωογόνησης του ευρωπαϊκού  ενοποιητικού προτάγματος, απ’ αυτόν τον ιδεολογικο-πολιτικό χώρο θα αναδυθούν.

Οι ισπανικές εκλογές δείχνουν αναμφίβολα τον δρόμο της γνήσιας λαϊκής βούλησης για τη συνέχεια στην Ισπανία και την Ευρώπη. Πρόκειται για την ανάγκη (νέου και εκ θεμελίων) εκδημοκρατισμού  των διαδικασιών λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων καθώς και για τη μετάβαση από την ιδεοληψία του -τελικά αποδιαρθρωτικού- αυτοσκοπού διεθνούς ρόλου της Ε.Ε. με όρους γερμανικής υπεροχής (δηλαδή μια μονότονη ομοιογένεια στην οικονομία και τη διπλωματία), σε μια ενότητα διαφορετικών αλλά ίσων μεταξύ τους κρατών-παραγόντων. Στη δύναμη, δηλαδή, που απορρέει ακριβώς από τη συνένωση πολύπλοκων πολιτικών και πολιτισμικών ισορροπιών σε μια ενιαία διεθνή πολιτική στάση, η οποία ακριβώς λόγω της υπηρέτησης λίαν εκτεταμένων γεωπολιτικών συμφερόντων μπορεί  να απευθύνεται συνεκτικά στη διαφορετικότητα των συνιστωσών του μεγαλύτερου ενοποιητικού εγχειρήματος στην ιστορία. Αυτή είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση που θα συνήγειρε τους πολίτες της και θα τους συντόνιζε στον μείζονα σκοπό, αντί της εκπνέουσας επιλογής των τελευταίων δεκαετιών, δορυφοροποίησης των ίδιων συνιστωσών γύρω από τον διαθέσιμο ισχυρό πόλο, που αποδείχτηκε πως συσσωρεύει ισχύ και πλούτο ανομοιομερώς και ενεργοποιεί φυγόκεντρες δυνάμεις.

Επειδή, όμως, από κανένα εκλογικό αποτέλεσμα δεν αναφύονται συμπεράσματα μονοσήμαντα, θετικά ή αρνητικά, οι κάλπες στην Ισπανία φέρουν στην επιφάνεια τον μεγάλο κίνδυνο (για την Ε.Ε. και την ίδια την Ισπανία): Την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς, τόσο ώστε να καθίσταται υπολογίσιμος πολιτικός «χώρος»! (Και δεν πρόκειται για ευρωεκλογές εδώ αλλά για εθνικές κάλπες!)

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι το φαινόμενο ενίσχυσης της ακροδεξιάς στην Ε.Ε. δεν είναι καινοφανές και σαφώς τα πρωτογενή αίτιά του ανιχνεύονται στην προϊούσα χρεοκοπία της ευρωπαϊκής πολιτικής, από την περίοδο κατάρρευσης των λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως το 2.000, οπότε χρονικά τοποθετούνται περίπου η εμπέδωση της μεγάλης δεξιάς στροφής των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών και η θεσμοθέτηση ευρωπαϊκών ρυθμίσεων κορυφής, με πρόδηλα νεοφιλελεύθερα στοιχεία. Έκτοτε, με κορύφωση τη διαχείριση της παγκόσμιας  νομισματοπιστωτικής κρίσης και την εγκληματική προσφυγή στην περαιτέρω νεο-φιλελευθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας, τα διαλυτικά φαινόμενα στην Ε.Ε. εντάθηκαν.

Διατείνομαι, δηλαδή, ότι υπάρχει μια πρώτη γενιά πολιτικών αιτίων για την αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού (που δρομολόγησαν την ακροδεξιά ενίσχυση), τα οποία ανάγονται στην μετακίνηση της Ε.Ε. από τον τυπικά ουδέτερο πολιτικό χαρακτήρα της σε καθαρά δεξιό υπερκρατικό μηχανισμό. (Αυτό άλλωστε το σοσιαλδημοκρατικό ιδεολόγημα περί κράτους ουδέτερου έναντι ταξικών συμφερόντων επικαθόρισε την κεντροαριστερά στροφή της Ε.Ε. από το 1980 ως την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ.. Κι αυτό το ιδεολόγημα εγκαταλείπουν οι σοσιαλδημοκράτες με τη δεξιά στροφή που επιχειρούν τη δεκαετία του 1990, θεσμοθετώντας το Μάαστριχτ και τη Λισσαβώνα). Συνεπεία αυτών ακολουθεί, όμως, και ως απόρροιά τους, η εξελικτική αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης, κοινωνική διεργασία που δρομολογεί την επανεμφάνιση της ενισχυόμενης ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Αυτό είναι το πρώτο κύμα αιτίων για την ενίσχυση της ακροδεξιάς, των νεο-ναζιστών  και των νεο-φασιστών στην Ε.Ε., ως τη στιγμή που ξεσπά η παγκόσμια κρίση των αγορών το 2008 με εμβληματικό περιστατικό την κατάρρευση των Lehman Brothers. Το πρόσωπο αυτών των «πρώτων» ευρωπαίων  ακροδεξιών και των ακόμη πιο ακραίων συνοδοιπόρων τους, νεο-ναζιστών και νεο-φασιστών, υπάρχει στην Ευρώπη ήδη από τον Ζαν Μαρί Λεπέν και τα ακροδεξιά κόμματα στην Ολλανδία, τη Φινλανδία, την Ουγγαρία και αλλού.

Σήμερα, όμως, ανιχνεύεται ένα δεύτερο κύμα αιτίων, για την ακροδεξιά ενδυνάμωση στην Ευρώπη: Η συστηματική προσπάθεια των παραδοσιακών συντηρητικών κομμάτων να «καλοπιάσουν» τους ενισχυόμενους ακροδεξιούς, για να «ζητιανέψουν» εκλογική επιρροή!

Καθαρές επιβεβαιώσεις αυτού του «καλοπιάσματος» βλέπουμε στην Γερμανία, με το AfD, στην Ιταλία με την διάλυση του Μπερλουσκονισμού και την ενίσχυση της Λέγκας του Βορρά, στην Αυστρία όπου το ακροδεξιό κόμμα συγκυβερνά με τη δεξιά, αλλά και στην Ελλάδα, όπου η ακροδεξιά ρητορική Σαμαρά (με την αδιανόητη προεκλογική πρόσκληση στους πολίτες «να ανακαταλάβουν τις πόλεις» τους, εκδιώκοντας δηλαδή τους Σύρους πρόσφυγες του πολέμου που εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει»), έδωσε στις εκλογές του 2012 στη Χρυσή Αυγή 7%, με το νεο-ναζιστικό μόρφωμα να μπαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία στη Βουλή.

Στην Ισπανία, όμως, είναι η πρώτη φορά που καταγράφεται τόσο ευρεία, σαφής και άμεση αντίστροφη μετακίνηση από το κόμμα της δεξιάς στο Vox. Ένα ακροδεξιό κόμμα, δηλαδή, που απορροφά το 1/3 περίπου της ισχύος του παραδοσιακού δεξιού κόμματος ΡΡ, σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές του 2017.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του πρώτου κύματος ακροδεξιάς ενίσχυσης στην Ευρώπη (δηλαδή από την εποχή του Ζαν Μαρί Λεπέν και ως το ξέσπασμα της νομισματοπιστωτικής κρίσης στην Ε.Ε. το 2010), και του φαινομένου της σημερινής ενίσχυσής της, είναι πολιτικά βαθύτατη: Στο πρώτο κύμα (1995-2010) ήταν τμήματα της μεσαίας και της μικροαστικής τάξης που λόγω της εισοδηματικής απαξίωσής τους (από την αξιοπρεπή τοποθέτησή τους στον κοινωνικό σχηματισμό επί των ημερών της «προοδευτικής σοσιαλδημοκρατίας» 1980-1995), μετακινήθηκαν στην ακροδεξιά. Σήμερα, είναι η ακραία συντηρητικοποίηση της δημόσιας ατζέντας που επιβάλλουν τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα, που γεννά το δεύτερο κύμα ακροδεξιάς πολιτικής στροφής στην Ε.Ε.!

(Σαφή δείγματα συντηρητικοποίησης αυτής της δημόσιας ατζέντας, που επέβαλε η παραδοσιακή ευρωπαϊκή δεξιά, είναι η εκτός τόπου και χρόνου συζήτηση για κάποιον φυσικά ανύπαρκτο νεο-κομμουνισμό στην Ευρώπη, η αντιπροσφυγική κίνηση ακόμη και από οργανωμένα κράτη-μέλη, ο τυφλός νεο-φιλελευθερισμός ως δήθεν μέσο  αναπτυξιακής ανάνηψης ενώ αποδεδειγμένα εκ του αντιθέτου παρατείνεται ο αντιπληθωρισμός και οι υφεσιακές πιέσεις. Ακόμη, είναι η μεγάλη ενίσχυση νεο-ολοκληρωτικών αντιλήψεων για τις κοινωνικές σχέσεις, όπως η βία κατά των γυναικών, των αναπήρων, των μεταναστών και κάθε αδύναμης ομάδας, που καθίστανται στόχος εκτόνωσης της ρατσιστικής βάσης των κινήτρων της ακροδεξιάς. Κοντά σ’ αυτά, το επικίνδυνο φλερτ παραδοσιακής δεξιάς και ακροδεξιών στην Ε.Ε. έχει πλέον ενεργοποιήσει και την καθ’ αυτόν αντιευρωπαϊκή ατζέντα, όπως απέδειξε το Brexit.

Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα φαινόμενα και οι τεράστιες ευθύνες της Ν.Δ. και των ευρύτερων δυνάμεων της δεξιάς αντιπολίτευσης, έχουν εγκαταστήσει στον δημόσιο διάλογο θέματα όπως η «μαδουρολογία» και ο νεο-κομμουνισμός της κυρίας Φώφης Γεννηματά, σε «πακέτο ενός», δεξιάς και ακροδεξιάς, υπό τον νεο-μητσοτακισμό. Ατζέντα που φυσικά ευνοεί ιδίως την ακροδεξιά στην Ελλάδα, χρυσαυγήτες και λοιπούς εκφραστές του ακροδεξιού πολιτικού κινδύνου, με τις πρακτικές των μολότοφ κατά σπιτιών βουλευτών που υπερψήφισαν τη συμφωνία των Πρεσπών, τις ανοιχτές δημόσιες επανεμφανίσεις υποστηρικτών της δικτατορίας, τις βιαιότητες κατά μειοψηφικών κοινωνικών ομάδων και άλλα πολλά που είναι γνωστά σ’ όλους!)

Σε τέτοιο πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη με τις ευρωεκλογές να επίκεινται, το αποτέλεσμα των γενικών εκλογών στην Ισπανία ασφαλώς δείχνει τον δρόμο της ελπίδας, αλλά ταυτόχρονα, κρούει τον κώδωνα κινδύνου!

Ο σκοπός ενίσχυσης της αριστεράς και των σοσιαλιστικών δυνάμεων στις ευρωεκλογές, είναι το σημείο-κλειδί για την όσμωση και μετουσίωση θετικών προσεγγίσεων  του κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντός μας, σε αδρή πολιτική προοπτική προόδου για την Ε.Ε.. Ταυτόχρονα, όμως, ο στόχος στρατηγικής ήττας της δεξιάς στις ίδιες κάλπες, αποτελεί την καλύτερη εγγύηση ότι η ακροδεξιά απειλή θα εκπέσει σε φθίνον ιστορικό ανοσιούργημα, αντί της σημερινής απειλής που δυστυχώς εκπροσωπεί.

Κάθε άλλος «στρατηγικός στόχος», γελοίος και προσχηματικός, παρέλκει!

Και όσοι τυχόν προσχωρούν στη στοχοθεσία των προσχημάτων, ενώπιον της ιστορίας θα έχουν να απολογηθούν, με τον περιθωριακό πολιτικό λόγο που τους αναλογεί, ακόμη και αν ολοφάνερα υποφέρουν από το σύνδρομο της πολιτικής μεγαλομανίας, θεωρώντας τον απολύτως συμπληρωματικό ρόλο τους ως δήθεν «κεντρικό», στις εξελίξεις που  έπονται!