Ευρωεκλογές-H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική (Μέρος Γ΄ – Η διπλωματία των υδρογονανθράκων και των αγωγών)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

(…συνέχεια από το προηγούμενο Μέρος Β΄ – Η διπλωματία της Τεχνολογίας και της Κλιματικής Αλλαγής)

Για την νέα ελληνική εξωτερική πολιτική στο θέμα των υδρογονανθράκων και των αγωγών, δεν θα είχε κανένας πολλά να πει, αφού η πολιτική αυτή ξεδιπλώνεται ήδη και ο καθένας μας βιώνει κιόλας τις επιδράσεις της. Η αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της Ελλάδας και της Κύπρου, αναγνωρίσιμη διά γυμνού οφθαλμού, μαρτυρεί την αλήθεια. Με επίκεντρο, μάλιστα, τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ, το παγκόσμιο ενδιαφέρον στρέφεται στην υπόθεση με σπάνια ένταση, παρ ό,τι άλλα μεγάλα διεθνή γεγονότα κυριαρχούν στην επικαιρότητα (Συρία, Λιβύη, διένεξη στον Περσικό Κόλπο κ.λπ.).

Όμως, στο σημείο αυτό, για να αναδυθεί από τον άγονο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα (κυρίως με ευθύνη της δεξιάς αντιπολίτευσης) η σημασία της νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (την οποία μάχονται οι αντισυγκεντρώσεις των μακεδονομάχων αυτή τη στιγμή, ως μόνη διακριτή εναλλακτική πρόταση εξωτερικής πολιτικής της δεξιάς αντιπολίτευσης), πρέπει να υπογραμμίσουμε το εξής: Ο ελληνισμός στην ανατολική Μεσόγειο, ως γενέθλιο τόπο του, είναι η πρώτη φορά από την επανάσταση του 1821, που διεκδικεί λόγο και ρόλο σε συνθήκες ισοτιμίας και κυριαρχίας, μετά από 2 αιώνες διεθνούς ρόλου για την Ελλάδα, ως υποτελούς σε διεθνείς γεωπολιτικές σκοπιμότητες παράγοντα. Πρόκειται για βήμα απολύτως ιστορικού βάρους για τον ελληνισμό!

(Φυσικά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν είναι εκείνη στην οποία ανήκουν όλα τα εύσημα για τη νέα ελληνική εξωτερική πολιτική. Προηγήθηκαν και άλλες ελληνικές κυβερνήσεις που συνέβαλαν στη μεγάλη αυτή αλλαγή! Ωστόσο, από την άλλη, προηγήθηκαν και άλλες ελληνικές κυβερνήσεις, που μεριμνά τους είχαν να ανακόψουν την πορεία προς την παγίωση της σημερινής νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, θυμάμαι τα Ίμια, ως κορυφαία ενδεικτική λογική μιας εξωτερικής πολιτικής συμφιλιωμένης με τον ρόλο μιας διεθνώς ανίσχυρης χώρας. Ανακαλώ στη μνήμη μου τις εγχώριες ειρωνείες για την ελληνική ανάμιξη στην «πολιτική των αγωγών», όταν για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα. Κι άλλωστε, η ίδια η είσοδος της Ελλάδας στη μνημονιακή εποπτεία, τί άλλο ήταν από ανάσχεση προς αυτήν την νέα ελληνική εξωτερική πολιτική; (Κι αυτό είναι άσχετο με το εάν μπορούσε να γίνει το 2010 κάτι άλλο εκτός της μνημονιακής δέσμευσης, που είναι τελείως διαφορετική συζήτηση). Και τί άλλο από καθοριστικό ενδεχόμενο ανάσχεσης της πορείας προς τη σημερινή νέα ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν η απόπειρα να «περάσει» το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό; (Για το οποίο σχέδιο Ανάν, έχω κι άλλοτε εκφράσει το προβληματισμό μου, σχετικά με το τι θα συνέβαινε σήμερα με τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ, αν τυχόν αυτό το σχέδιο είχε τότε υιοθετηθεί και δεν το απέτρεπε ο μακαρίτης Τάσσος Παπαδόπουλος)

Για τους ανωτέρω λόγους, και για μια σειρά άλλους συμβολικού και πρακτικά πολιτικού χαρακτήρα, δεν ήταν «οικονομική πολιτική» η ολοκλήρωση του 3ουμνημονίου και η απεμπλοκή έκτοτε από τις μνημονικές δεσποτείες, αλλά ήταν κίνηση «εξωτερικής πολιτικής», όπως προσπάθησα και σ’ άλλα σημεία αυτής της σειράς αναλύσεων να δείξω. Διανοηθείτε να ήταν σήμερα η Ελλάδα υπό μνημονιακή εποπτεία και να έπρεπε να χειριστεί τις τουρκικές διεκδικήσεις κατά της ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή του Καστελόριζου! Ξέρετε ποια θα ήταν η υπόδειξη των δανειστών-θεσμών, αφού ως οικονομικού ενδιαφέροντος πτυχή και μόνο θα αντιλαμβάνονταν οι πιστωτές μας το θέμα; Ένας άρον-άρον συμβιβασμός με την Άγκυρα  για να επιταχυνθούν τα έσοδα από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, προς διασφάλιση των πιστωτών μας. Κι έτσι ένα ζήτημα που καθαρά συγκαταλέγεται στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, θα είχε εκπέσει σε φόρμα οικονομολογικών προταγμάτων.

Όλ’ αυτά τα δυσάρεστα και επιβλαβή για τα ελληνικά συμφέροντα ενδεχόμενα σήμερα έχουν αποκρουστεί! Και δύσκολα τα ίδια αυτά τα ενδεχόμενα θα τεθούν εκ νέου.

Στο θέμα της ελληνικής διπλωματίας των υδρογονανθράκων και των αγωγών, παρ’ ό,τι όλα φαίνεται να κρίνονται στην κυπριακή ΑΟΖ και την ελληνική ΑΟΖ στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (Καστελόριζο), πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα ένα σημείο: Η ελληνική εξωτερική πολιτική για τους υδρογονάνθρακες και τους αγωγούς δεν περιορίζεται στην νοτιοανατολική Μεσόγειο! Αντίθετα, εκτείνεται σόλο το μήκος της ελληνικής μεθοριακής γραμμής, από την Ήπειρο, στο Ιόνιο, μέχρι την Αλεξανδρούπολη  στο Αιγαίο και την γραμμή σύνδεσης των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου.

Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης για πλήρη αξιοποίηση του μεγάλου ειδικού γεωπολιτικού βάρους της χώρας μας στα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο και την Ευρώπη, τοποθετείται αυτή η ταυτόχρονη (και καθόλου τυχαία) ελληνική παρέμβαση σε γεωτρητικές δραστηριότητες σ’ όλα τα πελάγη μας, σε διακρατικές συμφωνίες για τις διελεύσεις αγωγών φυσικού αερίου αλλά και σε διμερείς συνεννοήσεις προς επίλυση παγιωμένων διαφορών με χώρες που συνορεύουν με την πατρίδα μας. Δηλαδή, δεν πρόκειται για μια αποσπασματική και μεμονωμένη κίνηση της ελληνικής διπλωματίας, στα ελληνο-αλβανικά, το μακεδονικό ή τα ελληνο-τουρκικά. Αντίθετα, είναι μια συνεκτική γραμμή υπηρέτησης του ενδυναμωμένου ρόλου του ελληνισμού στον κόσμο του αιώνα μας.

Κλείνω αυτή τη σειρά αναλύσεων με μια ευχή: Η σημασία και το βάρος αυτής της νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, της οποία η κρισιμότητα για μια καλύτερη Ελλάδα στον 21ο αιώνα είναι ολοφάνερη, να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή το συντομότερο και από όσο το δυνατόν περισσότερους Έλληνες, μακριά από τις μικρότητες του πολιτικώς τρέχοντος στοιχείου. Η εσωτερική μας ενότητα πάνω σ’ αυτά, είναι η καλύτερη εγγύηση ότι αυτοί μεγάλοι σκοποί θα υπηρετηθούν και θα προαχθούν αποτελεσματικά.