Οι ευρωεκλογές και η προοδευτική συνεργασία – Η αριστερά στροφή στην Ευρώπη

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Καθώς ανοίγουν οι κάλπες για τις ευρωεκλογές, σ’ όλο το πολιτικό πεδίο στην Ε.Ε. αναδεικνύεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών η υπογράμμιση της ανάγκης να απωθηθούν οι εντεινόμενες ακροδεξιές πιέσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών μας. Παράλληλα, διαμορφώνεται ένα ευρύτατο μέτωπο προοδευτικών δυνάμεων, για να ηττηθούν πολιτικά οι συντηρητικές πολιτικές που ακριβώς εξέθρεψαν την ενδυνάμωση αυτών των ακροδεξιών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα ευθύνονται και για τις ακραία νεο-φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές στην ευρωζώνη, που βάθυναν την κοινωνική κρίση και παρήγαγαν το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού, που απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η ωρίμανση των συνθηκών αυτού του αντιδεξιού πανευρωπαϊκού μετώπου, δεν ήρθε ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Αντίθετα, χρειάστηκε να αμφισβητηθεί η ευρωπαϊκή πορεία ολόκληρων χωρών-μελών της Ε.Ε. και μία μεγάλη απ’ αυτές, μάλιστα, η Βρετανία να χαθεί, για να ενεργοποιηθούν τα ισχυρά αντιδεξιά πολιτικά ανακλαστικά που βλέπουμε σήμερα να διαμορφώνουν τις εξελίξεις.

H υποχώρηση των μακρόχρονων και σοβαρών ιδεολογικοπολιτικών  διαφορών  ανάμεσα σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και κόμματα της αριστεράς στην Ευρώπη και η κίνηση προς μια πολιτική συμμαχία που θα μπορούσε να εγγυηθεί  τη δημοκρατική επανίδρυση της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, καθώς και την αναζωογόνηση του ενοποιητικού προτάγματος, ήρθε ως απόρροια των απειλών που ευκρινώς πλέον αναδύονται, αν τυχόν συνεχιστεί η ίδια δεξιά πολιτική που κυριαρχεί στην ήπειρο εδώ και μια εικοσαετία. Για να υπάρξει αυτή η ώσμωση, χρειάστηκε να συμβούν δύο βασικά πράγματα:

1. Να αρθούν οι σεχταριστικές απόψεις που επί δεκαετίες  ταλαιπωρούν την ευρωπαϊκή και ευρύτερη αριστερά, αποστερώντας της παρεμβατικό ρόλο που θα μπορούσε να έχει, είτε προς διαφύλαξη κοινωνικών πολιτικών που δέχτηκαν απηνή επίθεση από την ευρωπαϊκή δεξιά, είτε προς απόκρουση του φαινομένου ενδυνάμωσης της ακροδεξιάς.

2. Να εισέλθουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης στον κύκλο αμφισβήτησης σε πρώτη φάση και απόρριψης στη συνέχεια των νεο-φιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών που άλλα ανέχτηκαν και άλλα συνέπραξαν για την επιβολή τους στην ευρωζώνη.

Η σημερινή υπαναχώρηση και σε κάποιες περιπτώσεις άρον-άρον απόσυρση ολόκληρων βασικών αξόνων οικονομικής πολιτικής νεο-φιλελεύθερης κοπής (π.χ. η επιλογή περιορισμού του κοινωνικού κράτους για ανακατεύθυνση των πόρων χρηματοδότησής του σε ιδιωτικές επενδύσεις) από μεριάς ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δηλώνει ευκρινώς τη «στροφή» πολιτικής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα στη Γερμανία) οι εξελίξεις πιστοποιούν ότι αυτή η στροφή άργησε τόσο, ώστε να κινδυνεύει και η ίδια η πολιτική υπόσταση του SPD.

Παράλληλα, η βιαιότητα των πολιτικών του νεο-φιλελευθερισμού πρωτίστως σε χώρες που δοκιμάστηκαν σκληρά από την οικονομική κρίση (αλλά όχι μόνο σ’ αυτές), εξαφάνισαν μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα -η Ελλάδα με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Γαλλία με το Parti Socialiste είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα! Γιατί σ’ αυτές τις δύο χώρες; Νομίζω διότι και στην Ελλάδα και στη Γαλλία η δεξιά στροφή των δύο κομμάτων όταν κυβερνούσαν και η υιοθέτηση σκληρού οικονομικού νεο-φιλελευθερισμού από μεριάς τους (Σημίτης στην Ελλάδα, Φρανσουά Ολάντ στη Γαλλία), περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, δίνουν την εξήγηση. Ακόμη εδώ θα χώραγε η περιγραφή ως εξήγηση για την προϊούσα αλλά τελικά μακρά απαξίωση του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, συνεπεία της πολιτικής του Τόνι Μπλερ.

Από την άλλη πλευρά, η έγκαιρη αριστερή στροφή σε ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα όχι μόνο τα διέσωσε, αλλά τα κατέστησε και ρυθμιστές του σημερινού σκηνικού, όπως στη Βρετανία το Εργατικό κόμμα του Κόρμπιν, στην Ισπανία το PSOE του Σάντσεθ και στην Πορτογαλία το PS του Κόστα. Δραματική αλλά απολύτως συμβολικής κρισιμότητας η περίπτωση του ολλανδικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο κερδίζει τις ευρωεκλογές στη χώρα ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά. Για να πετύχουν αυτόν το άθλο οι Ολλανδοί σοσιαλδημοκράτες, χρειάστηκε να απαλλαγούν από το πανευρωπαϊκό σύμβολο του συντηρητικού ευρωπαϊκού νεο-φιλελευθερισμού τα κρίσιμα χρόνια της κρίσης στην ευρωζώνη, δηλαδή έπρεπε να αποστασιοποιηθούν απ’ όσα πρέσβευε όλ’ αυτά τα χρόνια στο eurogroup ο εκπρόσωπός τους Γερούν Ντάισελμπουμ.

Όπως και να ‘ναι, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη, σοσιαλδημοκρατία και αριστερά ενώνουν δυνάμεις για να σταματήσουν τη νεο-φιλελεύθερη κατρακύλα που παράγει την κοινωνική βάση κλονισμού της Ε.Ε. και να ανακόψουν την ενδυνάμωση των ακροδεξιών. Θετικό πρόσθετο στοιχείο σ’ αυτά, η διαφαινόμενη ριζοσπαστικοποίηση αρκετών οικολογικών και κεντρώων κομμάτων. Με αποτέλεσμα, τα πρώτα, τα οικολογικά και περιβαλλοντικά κόμματα  (κυρίως ένεκα του δραματικού τόνου που προσλαμβάνουν οι εξελίξεις στο πεδίο της Κλιματικής Αλλαγής) να εγκαταλείπουν τον εν πολλοίς «νατουραλιστικό» πολιτικό χαρακτήρα τους και να προσχωρούν σε προοδευτικές απόψεις. Και τα δεύτερα, δηλαδή τα κεντρώα κόμματα, να μετακινούνται από τη σχεδόν δεδομένη την τελευταία δεκαετία θέση τους στο δεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος αριστερότερα.

Η ευρύτητα του προοδευτικού μετώπου που διαμορφώνεται πια απτά στην Ε.Ε. (γεγονός που πολιτικά αναμένεται να εκφραστεί σαφέστερα και μετά τις ευρωεκλογές  κατά τη διαδικασία επιλογής του διαδόχου του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην ηγεσία της κομισιόν) προοιωνίζεται ένα θετικό σκηνικό για την Ευρώπη τις προσεχείς δύο δεκαετίες. Σ’ αυτές τις δεκαετίες ίσως άλλωστε παιχτεί και το τελευταίο χαρτί της βιωσιμότητας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος.

Σε κάθε περίπτωση, ο επείγων χαρακτήρας και η διάρρηξη των προκαταλήψεων στις σχέσεις μεταξύ ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και αριστεράς είναι θεμέλια προϋπόθεση της επιτυχίας του μεγάλου και κρίσιμου εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, η αποβολή των έσχατων συντηρητικών προκαταλήψεων για την ευρωπαϊκή αριστερά, (π.χ. η οριστική τοποθέτηση του αντι-κομμουνισμού στο χρονοντούλαπο της ιστορίας), εγγυώνται και την ιδεολογική προσεγγιστική βάση του εγχειρήματος, ως ένα στοιχείο μεγάλης συμβολικής δημοκρατικής αξίας.

Όσα ευρωπαϊκά κόμματα θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή τη μεγάλη ευρωπαϊκή συμμαχία, της οποίας η επιτυχημένη συνέχεια είναι μεγάλης κρισιμότητας για την ίδια την Ε.Ε., και δεν το κάνουν, μοιραία οδηγούνται στο περιθώριο. Όχι γιατί στην προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική συμμαχία δεν υπάρχει χώρος για μικρότερα σχήματα –το αντίθετο μάλιστα, αλλά διότι στο δίλημμα μεταξύ Ευρώπης της δεξιάς και του νεο-φιλελευθερισμού και Ευρώπης του αιτήματος προοδευτικής «επανίδρυσής» της, δεν χωράνε αμφιθυμίες.

Οι περιπτώσεις του ΚΙΝ.ΑΛ. στην Ελλάδα και του SPD στη Γερμανία, είναι ενδεικτικές. Στη Γερμανία, έστω και την ύστατη ώρα, (αυτή που στην Ελλάδα από τη δεξιά αντιπολίτευση χαρακτηρίζεται ως προεκλογικός λαϊκισμός του Τσίπρα και στη Γερμανία από την κυβερνώσα δεξιά το ίδιο για το SPD), το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα 3 μέρες πριν τις ευρωεκλογές ανακοίνωσε αυξήσεις στις χαμηλότερες συντάξεις και μονομερή εφαρμογή του φόρου Τόμπιν επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών για την ενίσχυση χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

Στην Ελλάδα το ΚΙΝ.ΑΛ., αντιθέτως, σε μια από τα ενοχικότερες στιγμές της δεξιάς πολιτικής παρείσφρησης στο παραταξιακό DNA, υπερψήφισε τα μέτρα ελάφρυνσης Τσίπρα, …καταδικάζοντάς τα! Λες και οι εκλογείς θα θυμούνται ενώπιον της ευρωκάλπης ποιά κόμματα «σήκωσαν το χεράκι» στη Βουλή και όχι ποιά κόμματα καταδίκασαν τις ελαφρύνσεις Τσίπρα προς τους ασθενέστερους…