6+1 σημεία εξήγησης του αποτελέσματος της ευρωκάλπης

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η καθαρή, ευρεία και απολύτως σεβαστή ετυμηγορία της κάλπης των ευρωκλογών, δεν επιτρέπει πολλά περιθώρια παρερμηνείας: Η Ν.Δ. και ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέτυχαν μια σημαντική νίκη, που αναμφίβολα είναι πολύ σημαντικό πρόκριμα για τις βουλευτικές εκλογές που θα γίνουν σε 5 εβδομάδες.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η επικράτηση του νεο-μητσοτακισμού στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, δείχνει απίθανο να ανασχεθεί. Μάλιστα, πολλοί εκτός ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (που ήδη διαχειρίζεται επικοινωνιακά το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα) κάνουν ήδη λόγο για την «επόμενη μέρα», δηλαδή για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ως δεδομένη επόμενη πολιτική περίοδο για την Ελλάδα.

Δεν απέχω πολύ της εκτίμησης ότι το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου 2019 (πιθανότερης ημερομηνίας διεξαγωγής των γενικών εκλογών) είναι πολύ δύσκολα αντιστρέψιμο.

Νομίζω ότι υπάρχουν επί πλέον και άλλα στοιχεία, που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τελικού πολιτικού σκηνικού, ενδεχομένως καίριας σημασίας για το τελικό μετεκλογικό σκηνικό της Ελλάδας. Σημεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν πολύ τις εξελίξεις από το 2019 και μετά. (Για παράδειγμα, η επιβεβαίωση μιας πρόβλεψης που από καιρό γινόταν περί εισόδου κι άλλων κομμάτων στην επόμενη Βουλή, ενός ή περισσότερων, αλλάζει το ποσοστό-στόχο του 35,5%  για το πρώτο κόμμα σε πεντακομματική Βουλή ώστε να εξασφαλίζει αυτοδυναμία, και το ανεβάζει στη ζώνη του 37,5%  σε εξακομματική Βουλή κ.ο.κ.. (Προσοχή, και για να αποφευχθούν ασάφειες, δεν είναι ο αριθμός των κομμάτων που θα εκπροσωπηθούν στην επόμενη Βουλή με βάση τον ισχύοντα εκλογικό νόμο στις προσεχείς γενικές εκλογές που καθορίζει αυτά τα πλαφόν αυτοδυναμίας, αλλά το αθροιστικό ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων. Απλά, επειδή ένα κόμμα για να εισέλθει στη Βουλή πρέπει να υπερβεί το όριο του 3%, αυτομάτως με την είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή το αθροιστικό ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων μειώνεται αντίστοιχα κατά το ποσοστό του εισερχόμενου κόμματος, διαμορφώνοντας ανοδικά και το ποσοστό-στόχο για την αυτοδυναμία).

Πρώτες αναλυτικές προσεγγίσεις για την ήττα (έκταση και μετακινήσεις) του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.:

1. Η πριν τις ευρωεκλογές -πραγματική, δημοσκοπικά εντοπιστέα, και όχι τεχνητή- τάση μείωσης της διαφοράς υπέρ της Ν.Δ. σε σύγκριση με ό,τι καταγραφόταν όλο το προηγούμενο διάστημα από το 2015, καθησύχασε σημαντικό μέρος ψηφοφόρων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του 2015, που διατηρώντας και δυσαρέσκεια για τη διακυβέρνηση 2015-2019 για οποιονδήποτε λόγο, είτε δεν προσήλθε στην κάλπη, είτε προσήλθε και προτίμησε «ψήφο διάχυσης», (σημ.: δεν πρόκειται ακριβώς για «ψήφο διαμαρτυρίας», …αλλά ας μην πλατειάσουμε στο σημείο αυτό…),

2. Αντίθετα, το ίδιο φαινόμενο εμφάνισης μειωτικής τάσης στην υπεροχή της Ν.Δ. ενεργοποίησε όλο το νεοδημοκρατικό κοινό,

3. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επλήγη κατ’ εξοχήν από την «ψήφο διάχυσης» (που ανέρχεται στο 17,5%), κυρίως ένεκα του ότι σ’ αυτήν δεν συγκαταλέγεται μόνον η «ψήφος διαμαρτυρίας» αλλά και η «πολυτελής ψήφος», σε αντίθεση με τη Ν.Δ. που φαίνεται να έχει μηδενικές απώλειες προς την «ψήφο διαμαρτυρίας» και την «πολυτελή ψήφο»,

4. Το υψηλό ποσοστό της «ψήφου διάχυσης» δεν διαθέτει σοβαρές εναλλακτικές λύσεις κατεύθυνσης σε άλλα κόμματα στις προσεχείς εκλογές, με 1-2 εξαιρέσεις, όπως ήδη είπαμε. Φαίνεται πως η «ψήφος διάχυσης», αν πρόκειται να ανακατευθυνθεί στις βουλευτικές εκλογές, θα ευνοηθούν πρωτίστως τα δύο μεγάλα κόμματα,

5. Σ’ αυτές τις ευρωεκλογές ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έχασε περίπου 280.000 ψήφους σε σύγκριση με τις ευρωεκλογές του 2014, το ΚΙΝ.ΑΛ. (τότε ως «Ελιά) έχασε περίπου 60.000 ψήφους σε σύγκριση με το 2014, και το Κ.Κ.Ε. έχασε περίπου 70.000 ψήφους σε σύγκριση με το 2014. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν (εφ’ όσον διασταυρωθούν με το εύρημα ότι υψηλό ποσοστό νέων ψηφοφόρων επέλεξε «Χρυσή Αυγή» στις ευρωεκλογές του 2019) ότι και στην Ελλάδα -όπως και σ’ όλη τη Ευρώπη- το φαινόμενο ενίσχυσης της ακροδεξιάς είναι υπαρκτό. Μπορεί αυτή τη στιγμή λόγω του προσανατολισμού των ακροδεξιών στην Ελλάδα  κυρίως προς τη Ν.Δ. και τη «Χρυσή Αυγή», να μην ευδοκιμούν νέα κόμματα τύπου Λέγκας του Σαλβίνι στην Ιταλία, αλλά η «Ελληνική Λύση» ίσως σηματοδοτεί αλλαγές σ’ αυτό το σημείο,

6. Οι δημοσκοπήσεις, που τα πήγαν πολύ καλύτερα από άλλες φορές, θα διευκολυνθούν από ‘δω και πέρα στον μήνα που απομένει να γίνουν ακόμη καλύτερες, ιδίως αν αποδεχτούν με ειλικρίνεια το «πρόβλημα δείγματος» που ταλανίζει κάποιες απ’ αυτές. (Θετική η αναγνώριση του προβλήματος ανοιχτά από κάποιους τουλάχιστον δημοσκοπικούς παράγοντες στις ευρωεκλογές. Απορίας άξιον γιατί το πρόβλημα κρυβόταν «κάτω απ’ το χαλάκι» τόσο καιρό. Και δεν είμαι σίγουρος αν λύση του προβλήματος θα ήταν πρόσβαση των εταιρειών δημοσκοπήσεων σε κρατικά στατιστικά δεδομένα. Μπορεί έτσι να μειωνόταν το κόστος για μια δημοσκόπηση, αλλά δημοσκοπήσεις χωρίς απόλυτη ανεξαρτησία δεν είναι ό,τι καλύτερο. Τα έγκυρα δείγματα με το αυξημένο κόστος που συνεπάγονται, θα πρέπει να πληρώνονται από τον πελάτη. Και μόνον «ακριβές» -για τον λόγο αυτόν-  δημοσκοπήσεις, έστω και αν η πελατεία περιοριστεί, εγγυώνται καλύτερα αποτελέσματα). Φυσικά οι δημοσκοπήσεις μέχρις τις γενικές εκλογές σ’ έναν μήνα θα διευκολυνθούν να κάνουν τη δουλειά τους και ένεκα του ότι τα αναγκαία συγκριτικά στοιχεία για την εξαγωγή συμπερασμάτων τάσεων, θα αφορούν πλέον σε «ίδιες κάλπες» (βουλευτικές) και όχι σε ανόμοιες (βουλευτικές-ευρωεκλογές),

7. Τέλος, μια πρόβλεψη: ξεχάστε ό,τι ξέρατε για μαλλιοτραβήγματα χαμηλού επιπέδου και προσωπικών αναφορών, που υιοθετήθηκαν από τις πολιτικές ηγεσίες το προηγούμενο διάστημα. Φυσικά, οι αναφορές αυτές στα κοινωνικά δίκτυα και σε μερίδα  του ηλεκτρονικού τύπου θα συνεχιστούν και ίσως ενταθούν. Όμως, δεν θα μπαίνουν με τόση ευκολία στα χείλη των πολιτικών αρχηγών.