Οι ευρωεκλογές, η ακροδεξιά ενίσχυση και οι εκλογές στην Ελλάδα

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Εγκλωβισμένοι στην αφόρητα μακρά (με ευθύνη της αντιπολίτευσης) προεκλογολογία, η οποία βεβαίως παρατείνεται επισήμως πλέον ως τις 7 Ιουλίου,  οι πολίτες ελάχιστα ασχολήθηκαν (με ευθύνη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) με το πολυσήμαντο αποτέλεσμα των πρόσφατων  ευρωεκλογών για την ήπειρο και τους πολίτες της. Η προφανής -αν και μικρότερη του προβλεπόμενου- αύξηση των ακροδεξιών δυνάμεων στο ευρωκοινοβούλιο, είναι το νέο δεδομένο, το οποίο αναδύθηκε απ’ αυτές τις ευρωπαϊκές κάλπες και η ανατροπή του οφείλει να καταστεί πρώτος στόχος όλων των γνήσια δημοκρατικών παρατάξεων στην Ε.Ε.. (Και λέω «γνήσια δημοκρατικών», προσφεύγω δηλαδή στη χρεία του επιθετικού προσδιορισμού, διότι είναι γνωστό ότι δεξιές και συντηρητικές παρατάξεις φλερτάρουν εδώ και καιρό ασυγχώρητα με τους ακροδεξιούς, ψαρεύοντας στα θολά νερά της προσέλκυσης παρα-φασιστικών εκλογικών ρευμάτων, νομιμοποιώντας όμως ανεπίτρεπτα την ίδια ώρα εκ του αποτελέσματος τον ενισχυμένο λόγο τους στον ευρωπαϊκό δημόσιο βίο).

Από τις εξελίξεις που έπονται των πρόσφατων ευρωεκλογών εκείνο που προκύπτει ως περίπου γενικό φαινόμενο, είναι ότι τις συνέπειες του «χαϊδέματος» των ακροδεξιών στην Ε.Ε. από μεριάς των παραδοσιακών δεξιών και συντηρητικών παρατάξεων, πληρώνουν πλέον πριν απ’ όλους τα ίδια τα δεξιά κόμματα στις ισχυρές χώρες της ηπείρου. Αυτή η μετάπτωση της ευρωπαϊκής κρίσης που ξεκίνησε το 2009-‘10, από νομισματοπιστωτική σε κρίση επί της πραγματικής οικονομίας και στη συνέχεια σε κρίση πολιτική και αξιακή, για το ίδιο το ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα, παράγει πλέον συνέπειες που πλήττουν τον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε.. Δεν απειλούνται πλέον οι «αδύναμες οικονομίες» του κλαμπ, αλλά οι «αδύναμες δημοκρατίες» του!

Το φαινόμενο, στη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία είναι απολύτως επιβεβαιωτικό. Όλες δηλαδή οι ισχυρές χώρες της Ε.Ε.!

Στην Αυστρία, την ίδια ώρα, παρ’ ό,τι λίγες μέρες πριν τις ευρωεκλογές το συγκυβερνών με τη δεξιά παρα-φασιστικό κόμμα πιάστηκε με το μέλι το δάχτυλο, η δεξιά του Κουρτς ενισχύθηκε.

Όπου η ακροδεξιά ήδη ελέω της ανοχής και της στήριξης της ευρωπαϊκής δεξιάς ήταν ισχυρή, επιβεβαίωσε τη θέση της, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Όρμπαν, που εθώπευε ανερυθρίαστα ο κ. Βέμπερ, για μια φούχτα ευρωψηφουλάκια.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται το φαινόμενο ότι ακόμη και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πλήττονται από την ενίσχυση των ευρωπαίων ακροδεξιών. Παρατηρητέο, όμως, ότι αυτό αφορά σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που συνεργάστηκαν  και νομιμοποίησαν τις δεξιές πολιτικές στην Ε.Ε.. Με γνωστότερα παραδείγματα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Ελλάδα και το SPD στη Γερμανία. Αντίθετα, όπου τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έσπευσαν έστω και την ύστατη ώρα να επιστρέψουν στη σοσιαλιστική ρίζα τους ανέκοψαν τη φθορά τους (π.χ. στην Ισπανία το PSOE, στην Ολλανδία το SP, αλλά και στη Βρετανία οι Εργατικοί, που διεσώθησαν στην ευρωκάλπη από την ακροδεξιά λαίλαπα Φάρατζ, την ώρα που κατέρρεαν οι συντηρητικοί Τόρις, το αρχαιότερο πολιτικό κόμμα στην Ευρώπη).

Ιδιάζουσα η περίπτωση του κατ’ όνομα σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Δανίας, το οποίο εζήλωσε τη δόξα προσέλκυσης ακροδεξιών πολιτικών κοινών και κέρδισε γενικές εκλογές λίγες μέρες μετά τις ευρωεκλογές με αντι-προσφυγική ατζέντα.

Η περίπτωση των Δανών κατ’ όνομα σοσιαλδημοκρατών, έχει ενδιαφέρον, διότι σ’ αυτήν αποτυπώνεται ως επανάληψη ο αντιφατικός ρόλος των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, από τη δεκαετία του 1990, με τη σαφή δεξιά στροφή τους, στη Βρετανία, την Ισπανία, την Ελλάδα, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Φινλανδία και αλλού (δηλαδή περίπου ως γενικευμένο πολιτικό φαινόμενο στην Ε.Ε.). Η στάση αυτή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής δεξιάς και την νομιμοποίηση των νεο-φιλελεύθερων καταστροφικών πρακτικών στην ευρωζώνη, προς όφελος των ισχυρών οικονομιών, δείχνει πόσο επιφυλακτική θα πρέπει να είναι η στάση που οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να τηρούν απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία. Επιφυλακτικότητα την οποία κατά κόρον επέδειξε ο σοφός ιδρυτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., προειδοποιώντας σε ανύποπτο χρόνο, για τον συντηρητισμό της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, και επιβεβαιωμένος σήμερα απολύτως όπως αποδεικνύεται από την μετέπειτα στάση των Τόνι Μπλερ, Γκέρχαρντ Σρέντερ, Κώστα Σημίτη και άλλων.

Σε κάθε περίπτωση, είναι η πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ιστορία που τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών με τόσο γενικευμένο τρόπο, παράγουν «εσωτερικές» πολιτικές κρίσεις σε μια σειρά χώρες-μέλη. Η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αυστρία, η Βρετανία και άλλες χώρες, πιστοποιούν τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του φαινομένου να είναι οι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων που γίνονται θρυαλλίδα «εσωτερικών» εξελίξεων και όχι το αντίστροφο, αν και σ’ όλες τις περιπτώσεις οι αφορμές αυτών των εξελίξεων εμφανίζεται να έχουν ενδογενή πολιτικά ζητούμενα. Έτσι, κανένας δεν μπορεί πια να αρνείται ότι στις ευρωεκλογές αποτυπώθηκε πολυ-παραμετρικά η επίπτωση της κρίσης, την οποία εγκατέστησε η κυριαρχία της δεξιάς πολιτικής στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η ενίσχυση της εγχώριας ακροδεξιάς παρουσιάζει αυξημένο ενδιαφέρον! Για δύο βασικούς λόγους:

α. Διότι η ελληνική ακροδεξιά εκπροσωπείται κατά το ένα μέρος από μια αμιγώς νεο-ναζιστική παράταξη (μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη), τη Χρυσή Αυγή, της οποίας τη νομιμοποίηση για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση προσέφερε «στο πιάτο» ο Αντώνης Σαμαράς το 2012 με το περίφημο προεκλογικό κάλεσμά του «Εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» (από τους πρόσφυγες που τότε τις είχαν «καταλάβει», υποτίθεται), και προσβλέποντας ο τότε αρχηγός της Ν.Δ. ότι έτσι θα σχηματιζόταν παρακαταθήκη δεξιών ψήφων προς άγραν στη συνέχεια.

β. Διότι η ελληνική ακροδεξιά, κατά το άλλο μέρος της, εκπροσωπείται ευθύτατα και επισήμως από την παραδοσιακή ελληνική δεξιά πολιτική παράταξη. Μ’ άλλα λόγια, στην Ελλάδα παρέλκει η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού φαινομένου παραδοσιακά δεξιά κόμματα να συνεργάζονται με ακροδεξιούς και παρα-φασιστικές παρατάξεις για να κυβερνήσουν! Εδώ, η συνύπαρξη προσφέρεται σε «πακέτο δύο-σε-ένα». Και στην προεκλογική περίοδο η ακροδεξιά πτέρυγα δυναμώνει τη φωνή και την εκπροσώπησή της μέσα στη Ν.Δ., όπως αποδεικνύουν οι επανειλημμένες επιστρατεύσεις ακροδεξιών στο κόμμα, αφού στο κυνήγι της αυτοδυναμίας ο νεο-μητσοτακισμός, κατά την παράδοσή του, δεν ωχριά στα μέσα που μετέρχεται ακόμη και με λεκτικές φασιστικών προθέσεων, ακόμη κι αν έτσι ευθέως πλήττεται η δημοκρατική συγκρότηση της χώρας. Άλλωστε, την ίδια ώρα, εξ ίσου εμφανές είναι το σε πόσο αμυντική και απολογητική θέση βρίσκονται οι δημοκράτες της Ν.Δ., σε σύγκριση με τη θρασύτητα και τη νομιμοποίηση που έχουν κερδίσει στο κόμμα οι ακροδεξιοί.

Η διπλή επίπτωση της ευρωπαϊκής κρίσης στην Ελλάδα, η θεσμική, σε επίπεδο Ε.Ε., και η ευθέως αντι-δημοκρατική, σε επίπεδο συνύπαρξης στη Ν.Δ. δεξιών και ακροδεξιών με κοινό σκοπό την (ανα)κατάληψη της εξουσίας, συνιστά ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο πολιτικό δεδομένο για τη χώρα και ολόκληρη την Ευρώπη: Το ενδεχόμενο «ορμπανοποίησης» της Ελλάδας, ακριβώς τη στιγμή που εξέρχεται του μνημονιακού άγους, αναβαθμίζει τον ρόλο της στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο και αποκαθιστά σημαντικό μέρος της ισοτιμίας της στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, που είχε απολεστεί τα προηγούμενα χρόνια.

Εάν αυτά συμβούν, οι συνέπειες της ευρωπαϊκής αποσταθεροποίησης στο νοτιοανατολικό τμήμα της ηπείρου θα είναι βαρύτατες για τους ευρωπαίους. Για τους Έλληνες, όμως, θα πρόκειται για πραγματική τραγωδία!